Sunday, May 21, 2017

Ο ΕΡΝΤΟΓΑΝ ΣΤΗΝ ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ

Παρά τις δυσοίωνες δημοσιογραφικές προβλέψεις, η συνάντηση Ερντογάν-Τραμπ της 16ης Μαΐου στον Λευκό Οίκο σηματοδότησε μια σχετικώς επιτυχή προσπάθεια των δύο προέδρων να ελέγξουν τις στρατηγικές τους διαφορές χάριν των συμμαχικών τους,  διμερών και νατοϊκών, δεσμών. Οι οποίοι δεσμοί, ενώ κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου είχαν ως κύριο – και σχεδόν αποκλειστικό - αντικείμενο την ανάσχεση της Σοβιετικής Ένωσης, στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον εστιάζονται πρωτίστως στα μεσανατολικά δρώμενα.   
Κεκηρυγμένος κεντρικός στόχος της αμερικανικής πολιτικής στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και ειδικότερα στην Συρία και στο Ιράκ είναι αυτή τη στιγμή η εξόντωση του Ισλαμικού Κράτους. Δοθέντος δε ότι τον στόχο αυτόν συμμερίζονται, τόσο το Ιράν, όσο και η Ρωσία, υπό κάποια έννοια και οι δύο αυτές δυνάμεις λειτουργούν εξ αντικειμένου ως σύμμαχοι των Αμερικανών στον αγώνα κατά της ισλαμικής τρομοκρατίας. Κατά τα λοιπά όμως, Μόσχα και Τεχεράνη προωθούν δικές τους πολιτικές εν πολλοίς αντίθετες προς τις ευρύτερες αμερικανικές επιδιώξεις στην περιοχή. Στηρίζοντας αμφότερες αναφανδόν το καθεστώς Ασάντ παρά τις αμερικανικές ενστάσεις· και, οι Ιρανοί ειδικότερα, επιδιώκοντας την δημιουργία ενός σιιτικού τόξου εχθρικού προς τις στενά συνδεδεμένες με την Ουάσιγκτον σουνιτικές δυνάμεις της Σαουδικής Αραβίας, του Περσικού Κόλπου, της Ιορδανίας και της Αιγύπτου, καθώς και προς τον κύριο μεσανατολικό σύμμαχο των Ηνωμένων Πολιτειών  Ισραήλ.  
Στο πολύπλοκο δε αυτό γεωπολιτικό περιβάλλον η Τουρκία, λόγω γεωγραφικής θέσης, στρατιωτικής ισχύος, και σουνιτικής θρησκευτικής ταυτότητας, προσφέρεται ως πολλαπλώς χρήσιμος από αμερικανικής σκοπιάς εταίρος: ως σύμμαχος κατά του Ισλαμικού Κράτους – εναντίον του οποίου η Άγκυρα έχει πλέον στραφεί αποφασιστικά μετά μια αρχική περίοδο αμφιταλάντευσης και έως και υπόθαλψης των δραστηριοτήτων του· ως αντίβαρο στις ρωσικές και ιρανικές ηγεμονικές βλέψεις – παρά τα οικονομικά και ενεργειακά συμφέροντα που συνδέουν σε κάποιο βαθμό την Άγκυρα με την Μόσχα και την Τεχεράνη· και ως βαρύνον μέλος ενός άτυπου, υπό αμερικανική αιγίδα, σουνιτικού συνασπισμού, δυναμένου να συμβάλει στην επιτυχή αντιμετώπιση του τρομοκρατικού Ισλάμ και του ρωσικού και του ιρανικού παράγοντα, αλλά και στην επίλυση του Παλαιστινιακού υπό όρους αποδεκτούς από το εβραϊκό κράτος. Με ενδεικτική της σημασίας που η αμερικανική πλευρά αποδίδει στην αξιοποίηση του μετριοπαθούς σουνιτικού στοιχείου την (εν εξελίξει κατά την σύνταξη του παρόντος κειμένου)  επίσκεψη του προέδρου Τραμπ στην Σαουδική Αραβία.
Στην φυσική όμως αυτή τουρκο-αμερικανική σύμπλευση παρεμβάλλεται εδώ και καιρό το μείζον πρόσκομμα του Κουρδικού. Καθώς η Ουάσιγκτον θεωρεί τους ντε φάκτο αυτονομημένους επ’ ευκαιρία της συριακής κρίσης Κούρδους της Συρίας υπό το Κόμμα Δημοκρατικής Ένωσης (PYD) βασική συνιστώσα των στρατιωτικών δυνάμεων που αντιπαρατάσσονται στο Ισλαμικό Κράτος και τους ενισχύει με πολεμικό υλικό, ενώ η Άγκυρα τους αντιμετωπίζει ως συμπαραστάτες και συνεργούς του εν Τουρκία εκτός νόμου αποσχιστικού Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (ΡΚΚ) - το οποίο σημειωτέον και οι ίδιοι οι Αμερικανοί κατατάσσουν επισήμως στις τρομοκρατικές οργανώσεις.
Την σοβούσα αυτή κρίση στις τουρκο-αμερικανικές σχέσεις η συνάντηση στον Λευκό Οίκο παρέσχε στους δύο προέδρους την ευκαιρία να θέσουν υπό μερικό, τουλάχιστον, έλεγχο. Με τον κ. Τραμπ να διαβεβαιώνει στο πλαίσιο της καθιερωμένης συνέντευξης τύπου ότι “υποστηρίζουμε την Τουρκία στον αγώνα κατά …τρομοκρατικών ομάδων όπως …το ΡΚΚ, και θα διασφαλίσουμε ότι δεν θα εύρουν ασφαλές καταφύγιο». Και με τον κ. Ερντογάν να εξαίρει τις συνομιλίες του με τον Αμερικανό πρόεδρο ως «ιστορική αναστροφή κλίματος» στις σχέσεις των δύο χωρών. Ενώ, σύμφωνα με την έγκυρη Wall Street Journal, «οι ΗΠΑ αναβαθμίζουν τις κοινές προσπάθειες με την Τουρκία στον τομέα των πληροφοριών» προκειμένου «οι Τούρκοι αξιωματούχοι να μπορούν αποτελεσματικότερα να εντοπίζουν και διώκουν…το ΡΚΚ».
Σημειωτέον ότι αυτή καθαυτή η επίσκεψη Ερντογάν και οι τιμές που επιδαψιλεύθηκαν στον Τούρκο πρόεδρο αποτελούν πρόσθετο ευπρόσδεκτο κέρδος για τον τελευταίο αυτόν, στο μέτρο που συνιστά την πανηγυρική αναγνώριση από την Ουάσιγκτον της νέας τάξης πραγμάτων στην Τουρκία μετά την ευρέως επικριθείσα, τόσο στην Ευρώπη, όσο και στις ίδιες τις ΗΠΑ, καθεστωτική αλλαγή της 16ης Απριλίου.  Κάτι που δεν πρέπει να εκπλήσσει υπό το φως, τόσο των εγκωμιαστικών για το πρόσωπο του Τούρκου προέδρου προεκλογικών δηλώσεων του κ. Τραμπ, όσο, κυρίως, του «νέου» δόγματος εξωτερικής πολιτικής που προσφάτως εξέθεσε δημοσία ο υπουργός εξωτερικών κ. Ρεξ Τίλερσον· σύμφωνα με το οποίο "υπό ορισμένες συνθήκες, εάν εξαρτήσουμε τις προσπάθειές μας στον τομέα της εθνικής ασφάλειας από την υιοθέτηση από κάποιον των αξιών μας, το πιθανόν είναι ότι δεν θα μπορέσουμε να επιτύχουμε τους στόχους ή τα συμφέροντά μας στον τομέα της εθνικής ασφάλειας». (Βλ. Tillerson Points to Shift in U.S. Foreign Policy Priorities, Wall Street Journal, 4-5-2017.)
Αναμφίβολα το Κουρδικό θα παραμείνει οδυνηρό αγκάθι στο πλευρό των τουρκο-αμερικανικών σχέσεων. Εξ ίσου προφανές όμως είναι – και η επίσκεψη Ερντογάν στον Λευκό Οίκο το επιβεβαίωσε - ότι αμφότερες οι πλευρές έχουν ισχυρούς λόγους και πρόθεση να ελέγξουν τις διαφορές τους και να συνεργασθούν.  Πρόκειται για μια γεωπολιτική παράμετρο που η ελληνική ηγεσία καλά θα κάνει να συνυπολογίσει στους στρατηγικούς της σχεδιασμούς. Και να μην παρασυρθεί από τις κυκλοφορούσες φαντασιώσεις περί επικείμενης ρήξης μεταξύ της υπερδύναμης και της γείτονος.

No comments:

Post a Comment