Saturday, December 26, 2020

ΤΟ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΡΙΓΩΝΟ ΑΓΚΥΡΑ-ΟΥAΣΙΓΚΤΟΝ-ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ ΚΑΙ Η ΕΛΛΑΔΑ

Προδημοσίευση άρθρου από το τεύχος 134 των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ). 

Για τεχνικούς λόγους, δεν συμπεριλαμβάνονται οι παραπομπές 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Οι αμερικανικές εκλογές, οι ευρωενωσιακές διεργασίες και η ρωσική και κινεζική πολιτική σε συνδυασμό με τους νέους προσανατολισμούς της τουρκικής πολιτικής ηγεσίας διαμορφώνουν ένα διεθνοπολιτικό κλίμα με κρίσιμες επιπτώσεις στο γεωπολιτικό τρίγωνο Άγκυρα-Ουάσιγκτον-Βρυξέλλες – και συνακόλουθα και στα ελληνικά εθνικά συμφέροντα.

A. ΟΙ ΝΕΟΙ ΤΟΥΡΚΙΚΟΙ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ

Καθοριστικό γνώρισμα της διακυβέρνησης Ερντογάν είναι η αποφασιστική προώθηση της εγκαινιασθείσης επί Τουργκούτ Οζάλ και Νετσμεττίν Ερμπακάν αναβάθμισης του πολιτικού Ισλάμ. Πρόκειται για μια καθεστωτική μετάλλαξη αντικατροπτίζουσα τη  συνεχιζόμενη προσκόλληση ευρέων τουρκικών λαϊκών στρωμάτων στις θρησκευτικές τους παραδόσεις. Με επακόλουθο η δυτικότροπη κεμαλική επανάσταση, χάρις στην οποία το παρωχημένο και απαξιωμένο οθωμανικό σχήμα μεταλλάχθηκε σε κοσμικό εθνικό κράτος, να βρίσκεται σε δυσαρμονία με το πολιτικό αίσθημα μεγάλου μέρους, ενδεχομένως της πλειοψηφίας, του τουρκικού εκλογικού σώματος. Και υπό το πρίσμα αυτό, η ερντογανική επανάσταση – διότι περί αυτού ουσιαστικώς πρόκειται – εμφανίζεται ως  ένα εγχείρημα συγκερασμού της κεμαλικής και της ισλαμικής συνιστώσας της τουρκικής κρατικής ταυτότητας σε ένα πολιτικο-ιδεολογικό κράμα που συχνά περιγράφεται ως νέο-οθωμανισμός. Στο πλαίσιο του οποίου, ο πρόεδρος Ερντογάν δεν διστάζει να συμπράξει και με ακραία στοιχεία του εθνικιστικού χώρου, όπως το υπό τον Ντεβλέτ Μπαχτσελί Κόμμα Εθνικιστικού Κινήματος ( MÇP) .

Στο μεταλλαγμένο δε αυτό κυβερνητικό κλίμα, ενώ οι διεθνοπολιτικές βλέψεις του κεμαλικού κατεστημένου – μεταξύ άλλων, και έναντι της Ελλάδας και του κυπριακού ελληνισμού – διατηρούνται ή και επαυξάνονται, επιδιώκεται επί πλέον η ανάδειξη της Τουρκίας σε ηγέτιδα δύναμη στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο με την έμπρακτη υιοθέτηση του οραματικού στόχου του προδρόμου, τρόπον τινά, του νέο-οθωμανισμού Οζάλ να τεθούν υπό τουρκική προστασία-κηδεμονία οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί, και κατ’ εξοχήν οι τουρκόφωνοι, «από την Αδριατική μέχρι το Σινικό Τείχος».  Πρωτίστως οι ανήκοντες, όπως και οι ίδιοι οι Τούρκοι, στον σουνιτικό κλάδο του Ισλάμ, αλλ’ όχι μόνο˙ με την Άγκυρα να αυτοπροβάλλεται ως συμπαραστάτης, τόσο των σουνιτών του Κασμίρ,  της Βοσνίας, και της Λιβύης, και των επίσης πλειοψηφικά σουνιτών Παλαιστινίων, όσο και των τουρκόφωνων σιιτών του Αζερμπαϊτζάν.  Οι φιλόδοξοι δε προσανατολισμοί αυτοί επηρεάζουν αποφασιστικά, όχι μόνο τις περιφερειακές, αλλά και τις ευρύτερες διεθνείς σχέσεις της Τουρκίας.   

Σε μεσανατολικό επίπεδο, ο τουρκικός ηγεμονισμός:

  • Έχει προσκρούσει σε δύο δυνάμεις ωσαύτως τρέφουσες ηγετικές φιλοδοξίες στην περιοχή: στη Σαουδική Αραβία – ζηλότυπο φύλακα των ιερών και οσίων του σουνιτικού Ισλάμ και διαθέτουσα την τρίτη σε μέγεθος, μετά την ίδια την Τουρκία και το Ιράν, μεσανατολική οικονομία˙ και στην Αίγυπτο – την πολυανθρωπότερη αραβική χώρα και, υπό την παρούσα ηγεσία της, διώκτη των υπό τουρκική προστασία Αδελφών Μουσουλμάνων. 
  • Ενέπλεξε την Τουρκία σε μια στρατιωτική αντιπαράθεση με το καθεστώς Ασάντ, η οποία, εξασθενίζοντας το τελευταίο αυτό, διευκόλυνε την ανάδυση επί των τουρκικών συνόρων με τη Συρία ενός κουρδικού κρατικού μορφώματος συμπράττοντος εκ των πραγμάτων με το εντός της τουρκικής επικράτειας αποσχιστικό ΡΚΚ. 
  • Ενώ, με αιχμή την επιθετική στήριξη των Παλαιστινίων από την Άγκυρα, οι σχέσεις της Τουρκίας με το Ισραήλ, επί μακρόν οιονεί συμμαχικές, προσέλαβαν αυτόχρημα εχθρικό χαρακτήρα. Με τους διαύλους πάντως επικοινωνίας και κατά περίπτωση σύμπραξης μεταξύ υπηρεσιών πληροφοριών των δύο χωρών – π.χ. έναντι κοινών αντιπάλων όπως η Χεζμπολάχ – να διατηρούνται ημιάνοικτοι˙ και με τις σημαντικές διμερείς εμπορικές ανταλλαγές να συνεχίζονται, και μάλιστα με αυξητική τάση. Χωρίς ωστόσο, καταβαλλόμενες προσπάθειες για μια ευρύτερη ανάταξη των τουρκο-ισραηλινών σχέσεων να έχουν, μέχρι στιγμής, καρποφορήσει.

Για να αντιμετωπίσει δε τις ανησυχητικές επιπτώσεις των διεθνοπολιτικών του επιλογών, ο Τούρκος πρόεδρος εστράφη προς τη Ρωσία του Πούτιν και το σιιτικό Ιράν. Ήτοι προς δύο κατ’ ουσίαν γεωπολιτικούς αντιπάλους της χώρας του, η προσέγγιση με τους οποίους μάλλον ως λυκοφιλία παρά ως συμμαχία μπορεί να χαρακτηρισθεί. Καθώς, από τα Βαλκάνια και τον Καύκασο έως τη Συρία και τη Λιβύη, Τούρκοι και Ρώσοι βρίσκονται σε λανθάνουσα ή και απροκάλυπτη αντιπαράθεση.  Ενώ και στις σχέσεις της Άγκυρας με την Τεχεράνη υποβόσκει έντονη αντιπαλότητα, τροφοδοτούμενη όχι μόνο από τον θρησκευτικό, αλλά και από τον εθνοτικό, παράγοντα˙ με τις δύο πρωτεύουσες να στηρίζουν αντιτιθέμενες πλευρές, τόσο στη Συρία και στην Υεμένη, όσο και στην Υπερκαυκασία και Κεντρική Ασία – μεταξύ άλλων σε σχέση με την αρμενο-αζερική αντιπαράθεση.  

Δεν πρέπει δε να εκπλήσσει το ότι οι αναθεωρητικές αυτές τάσεις της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής εμβάλλουν τις ιθύνουσες πρωτεύουσες της Δύσης σε ανήσυχο προβληματισμό. Και τούτο διότι, θεώμενη υπό δυτικό πρίσμα, η Τουρκία, αν και  όχι  πλέον το ζωτικής σημασίας έρεισμα που υπήρξε επί Ψυχρού Πολέμου, παρουσιάζει παρά ταύτα ζωηρό ενδιαφέρον ως μία στρατιωτικά, οικονομικά, και πολιτισμικά βαρύνουσα περιφερειακή δύναμη. Κατά τα λοιπά ωστόσο, ενδείκνυται να γίνει διάκριση μεταξύ της ευρωπαϊκής και της αμερικανικής προσέγγισης του τουρκικού αυτού παράγοντα.


B. ΗΠΑ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΙΑ

Από τη δεκαετία του ’50 και ιδίως μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, οι νατοΪκοί σύμμαχοι ΗΠΑ και Τουρκία έχουν επανειλημμένως διαφωνήσει ως προς τον χειρισμό μιας σειράς περιφερειακών ζητημάτων – με το κουρδικό να αποτελεί μείζον διαχρονικό αγκάθι στις σχέσεις τους. Οι οποίες έχουν επίσης επιβαρυνθεί από την αντιπαράθεση της Άγκυρας, αφ’ ενός, με τον κύριο μεσανατολικό σύμμαχο των Αμερικανών Ισραήλ, και, αφ’ ετέρου, με σημαντικούς περιφερειακούς εταίρους των, όπως η Σαουδική Αραβία και η Αίγυπτος. Παρά τις διαφωνίες αυτές, όμως, κυρίαρχο διαχρονικό μέλημα της Ουάσιγκτον υπήρξε η διατήρηση της Τουρκίας εντός του δυτικού γεωπολιτικού χώρου και ειδικότερα του νατοϊκού πλέγματος, προκειμένου να αποτραπεί η περαιτέρω σύμπραξή της με δυνάμεις που η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει ως γεωπολιτικούς αντιπάλους: πρωτίστως με τη Ρωσία και το Ιράν, αλλά και με το Πεκίνο – το οποίο επιδιώκει ενεργώς την ένταξη της Άγκυρας στο υπό διαμόρφωση γεωοικονομικό του σύστημα.   

Εν όψει δε τώρα της αλλαγής φρουράς στον Λευκό Οίκο, φυσικό είναι να αναζητούνται ενδείξεις για τη μελλοντική στάση του κ. Μπάιντεν έναντι της Άγκυρας, τόσο στις προεκλογικές δηλώσεις του και στην επιλογή των μελών της υπό συγκρότηση κυβέρνησής του, όσο και στις παλαιότερες θέσεις και πράξεις του ως αντιπροέδρου και γερουσιαστού. Υπό το φως των οποίων, πιθανολογείται ότι, ως πρόεδρος, θα δώσει, τουλάχιστον σε διακηρυκτικό επίπεδο, μεγαλύτερο βάρος από ό,τι ο προκάτοχός του στον έμπρακτο σεβασμό από την τουρκική ηγεσία των δημοκρατικών αξιών και της διεθνούς έννομης τάξης.  Μια πρώτη δε γεύση των εν προκειμένω προθέσεών του αναμένεται να παράσχει ο τρόπος με τον οποίο θα χειρισθεί τις κυρώσεις κατά της Άγκυρας που προβλέπει, λόγω της εκ μέρους της αγοράς και δοκιμής του ρωσικού πυραυλικού συστήματος S-400,  το υπερψηφισθέν και από τα δύο νομοθετικά σώματα του Κογκρέσου νομοσχέδιο για τις αμυντικές δαπάνες του επομένου έτους (National Defense Authorization Act). Εφόσον  φυσικά ο κ. Τραμπ, ο οποίος, για λόγους άσχετους με την Τουρκία, αντιτίθεται στο νομοθέτημα αυτό, δεν θελήσει και, κυρίως, μπορέσει να εμποδίσει τη θέση του σε ισχύ, ασκώντας το προεδρικό δικαίωμα αρνησικυρίας˙ κάτι που κατά τη σύνταξη του παρόντος παρέμενε αβέβαιο.  

Το πιθανότερο πάντως είναι ότι, δεδομένης και της δέσμευσής του να ενισχύσει την ατλαντική συνοχή, ο κ. Μπάιντεν θα προσπαθήσει να αποφύγει, ή πάντως δεν  θα συγκατατεθεί παρά απρόθυμα και χλιαρά σε ενέργειες ικανές να εντείνουν την αποξένωση της Τουρκίας από το ΝΑΤΟ. Και, συνεπώς, ότι επί προεδρίας του θα συνεχισθεί η παραδοσιακή, εξισορροπητική – με το καρότο όμως να υποσκελίζει συνήθως το μαστίγιο – προσέγγιση των τουρκοαμερικανικών σχέσεων από την Ουάσιγκτον. Προσέγγιση την οποία, σε τελευταία ανάλυση, υιοθετούν και τα δύο κόμματα εξουσίας˙ περιθωριοποιώντας, μέχρι στιγμής, όσους στις τάξεις τους πιέζουν για μια σκληρότερη αντιμετώπιση της Άγκυρας: το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, ορισμένους «ισραηλινότερους» από τους ίδιους τους Ισραηλινούς υπερμάχους του εβραϊκού κράτους˙ το Δημοκρατικό Κόμμα, μέρος της  ριζοσπαστικής, «αριστερής» του πτέρυγας˙ και αμφότερα τα κόμματα, τους θερμότερους υποστηρικτές της Ελλάδας και της Κύπρου, ου μην αλλά και της Αρμενίας. 

Υπάρχουν δε σοβαρές ενδείξεις ότι και η ίδια η Άγκυρα απεύχεται την αποξένωσή της από τις ΗΠΑ – όπως άλλωστε και από τη Δύση γενικότερα˙ με την δοκιμαζόμενη οικονομία της να μην αντέχει τη ρήξη με τους κυριότερους εμπορικούς εταίρους της˙ και, ίσως ακόμη πιο βαρύνον, με την τουρκική ηγεσία να τρέφει κατά πάσαν βεβαιότητα έντονη καχυποψία για τις προθέσεις των κατ’ ευφημισμόν, όπως ήδη επισημάνθηκε, εταίρων της,  Ρωσίας, Ιράν, και Κίνας. Σύμφωνα, άλλωστε, με τον ίδιο τον Τούρκο πρόεδρο, «μολονότι από καιρού εις καιρόν έχουμε διαφοροποιηθεί από τις ΗΠΑ ως προς διάφορα ζητήματα, έχουμε αποδώσει μεγάλη σημασία στο να μην υπονομευθεί η μεταξύ μας στρατηγική  εταιρική σχέση [strategic partnership]». 


Γ.  ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΙΑ 

Σε αντίθεση με την αμυντική συμμαχία κυρίαρχων κρατών που είναι το ΝΑΤΟ, η Κοινοτική Ευρώπη δρομολογήθηκε ευθύς εξ αρχής ως εγχείρημα σταδιακής συσσωμάτωσης, αρχικά οικονομικής και εν συνεχεία πολιτικο-στρατιωτικής, κρατών-εθνών με κοινό πολιτισμικό και αξιακό υπόστρωμα. Και συνεπώς, στο μεν νατοϊκό πλαίσιο, η τουρκική συμμετοχή θεωρήθηκε μείζονος σημασίας συμβολή, ενώ η ένταξη της Άγκυρας στις διαδοχικές εκφάνσεις του κοινοτικού εγχειρήματος προσέκρουσε, πέραν σοβαρών, πλην όμως όχι ανεπίλυτων, τεχνικών προβλημάτων, σε προσχηματικά εμπόδια πηγάζοντα από τη θεμελιώδη πολιτισμική και αξιακή ασυμβατότητα των δύο μερών και τη συνακόλουθη πεποίθηση των ευρωπαϊστών ότι θα ισοδυναμούσε με την οριστική εγκατάλειψη στην πράξη του στόχου μιας «όλο και στενότερης Ένωσης» [ever closer Union]. 

Γενικότερα δε, οι απόψεις των κρατών-μελών για την ευρωπαϊκή συσσωμάτωση τείνουν να επηρεάσουν σε σημαντικό βαθμό, και ενίοτε αποφασιστικά, και τη στάση τους έναντι της τουρκικής υποψηφιότητας. Διότι ασφαλώς δεν είναι τυχαίο ότι οι ευνοϊκότερα διακείμενες έναντι του τουρκικού ενταξιακού αιτήματος κοινοτικές κυβερνήσεις,  και πρωτίστως η ουγγρική και η πολωνική, ρέπουν προς τον ευρωσκεπτικισμό. Και, από την άλλη, ότι  ο ένθερμος θιασώτης της ευρωπαϊκής συσσωμάτωσης Γάλλος πρόεδρος, αλλά και η αδιαμφισβήτητου ευρωπαϊσμού Γερμανίδα καγκελάριος, έχουν ευθέως αποκλείσει την ένταξη της Τουρκίας˙ με τον κ. Μακρόν να αντιπροτείνει τη σύναψη μιας, επί του παρόντος ασαφούς περιεχομένου, ευρω-τουρκικής εταιρικής σχέσης.  

Την οποία, σημειωτέον, ο πρόεδρος Ερντογάν απορρίπτει ως ασύμβατη με την εθνική αξιοπρέπεια της Τουρκίας, επιμένοντας στην πλήρη ένταξη˙ πλην όμως, επιδιώκοντας συγχρόνως, εκτός  από την αναβάθμιση της ευρω-τουρκικής Τελωνειακής Ένωσης του 1995, ειδικές συμφωνίες αφορώσες, μεταξύ άλλων, στην ενέργεια, στην απελευθέρωση των θεωρήσεων, και στο μεταναστευτικό – δηλαδή ρυθμίσεις οι οποίες, εν απουσία ενταξιακής λύσης, θα ισοδυναμούσαν συνολικώς  με ένα κατ’ εξοχήν «εταιρικό» καθεστώς. 


Ωστόσο την πολιτική των κοινοτικών κυβερνήσεων έναντι της Τουρκίας φυσικό είναι να διαμορφώνουν και τα πέραν του ενταξιακού διλήμματος ιδιαίτερα εθνικά τους συμφέροντα. Το Παρίσι, επί παραδείγματι, εισπράττει τις γεωπολιτικές φιλοδοξίες του κ. Ερντογάν ως ανταγωνιστικές των γαλλικών μεσανατολικών και μεσογειακών βλέψεων – και αντιδρά αναλόγως.  Ενώ το Βερολίνο προσεγγίζει τα ευρωτουρκικά εν πολλοίς υπό το πρίσμα της οικονομίας, του ενεργειακού, των μεταναστευτικών ροών, και της παρουσίας στο έδαφός του ευμεγέθους τουρκικού στοιχείου˙ και συνεπώς με μεγαλύτερη διάθεση συνδιαλλαγής.  

Με τη σύνθεση των επιμέρους αυτών στοχεύσεων και επιλογών των κοινοτικών εταίρων  σε ενιαία στρατηγική έναντι της Άγκυρας να προσκρούει στις δομικές αδυναμίες της «Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας» [ΚΕΠΠΑ] – και πρωτίστως στον κανόνα της ομοφωνίας. 

Δ. ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ 

Αναπόφευκτα δε, οι διεργασίες στο γεωπολιτικό τρίγωνο Άγκυρα-Ουάσιγκτον-Βρυξέλλες έχουν αντίκτυπο και στις δικές μας διμερείς σχέσεις με τη γείτονα – και δη καθοριστικό.

Συνοπτικά: Ουάσιγκτον και Βρυξέλλες επανειλημμένως στηλίτευσαν στο παρελθόν την απειλητική συμπεριφορά της Άγκυρας έναντι του  ελλαδικού και του κυπριακού ελληνισμού, το πιθανότερο είναι να συνεχίσουν να την επικρίνουν και στο ορατό μέλλον. Οι πιθανότητες όμως να προχωρήσουν στη λήψη μέτρων ικανών να επηρεάσουν αποφασιστικά την εν προκειμένω τουρκική στάση είναι ελάχιστες. Χαρακτηριστικά, η – στοχεύουσα σημειωτέον στην ψήφο της ομογένειας – προεκλογική φιλελληνική τοποθέτηση του κ. Μπάιντεν επί των ελληνοτουρκικών, είναι μεν πλούσια σε διακήρυξη αρχών, πλην όμως πτωχότατη σε μέσα υλοποίησής τους.  Η δε ΕΕ, ενώ επισείει κυρώσεις κατά της Άγκυρας – ανεπαρκείς άλλωστε για να καμφθεί η τουρκική ηγεσία –  αδυνατεί μέχρι στιγμής να προχωρήσει στην επιβολή τους.  

Ενδεικτική της λίαν προσεκτικής προσέγγισης των ελληνοτουρκικών από τους κυβερνώντες Αμερικανούς είναι και η επισήμανση, σε πρόσφατη έκθεση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ προς το Κογκρέσο, της απόκλισης των αμερικανικών απόψεων για την έκταση του εναέριου χώρου μας από τις ελληνικές θέσεις.  Κατά τα λοιπά δε, δεδομένης και της προεκλογικής δέσμευσης του κ. Μπάιντεν – συμπίπτουσας άλλωστε με αντίστοιχη του προέδρου Τραμπ –  “να θέσει τέρμα στους ‘ατέλειωτους πολέμους’» των ΗΠΑ, το τελευταίο πράγμα που κατά πάσαν βεβαιότητα θα ήθελε ο νέος ένοικος του Λευκού Οίκου, αρχομένης της προεδρικής του θητείας, θα ήταν μια στρατιωτική εμπλοκή της Ουάσιγκτον στην Ανατολική Μεσόγειο – και δη κατά συμμάχου χώρας. 

Ειρήσθω δε εν παρόδω, ότι η δημόσια αποδοκιμασία, τόσο από τον πρόεδρο Τραμπ, όσο και από τον κ. Μπάιντεν, της μετατροπής της Αγίας Σοφίας σε μουσουλμανικό τέμενος πρέπει να αποδοθεί, πέραν από τις εκλογικές σκοπιμότητες των δύο ανδρών, στην κοινή τους πρόθεση να στηρίξουν, όχι τόσο την Αθήνα έναντι της Άγκυρας, όσο το Οικουμενικό Πατριαρχείο έναντι της γεωπολιτικής εργαλιοποίησης της Ορθοδοξίας από τη Μόσχα. 

Στο ευρωενωσιακό πλαίσιο, από την άλλη, με δεδομένες τις δομικές αδυναμίες της ΚΕΠΠΑ,  τα Ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό τελούν πολύ συχνά υπό την ομηρία εθνικών σκοπιμοτήτων επί μέρους κοινοτικών εταίρων. Με την κοινοτική αποδοκιμασία των τουρκικών προκλήσεων έναντι δύο κρατών-μελών της ΕΕ να συνοδεύεται από συμβολικές, μέχρι στιγμής, κυρώσεις – καθώς και από την, δίκην επωδού, έκκληση για την εξεύρεση λύσεων μέσω διαπραγματεύσεων με την Άγκυρα. Και με τον πρόεδρο Ερντογάν να επιχειρεί να επιδείξει «φιλοευρωπαϊκό πνεύμα», χωρίς ποσώς, ωστόσο, να εγκαταλείπει τις πάγιες θέσεις του.  

Υπό τις υφιστάμενες, επομένως, γεωπολιτικές συνθήκες, μπορούμε μεν να υπολογίζουμε βασίμως στην πολύτιμη διπλωματική συμπαράσταση, και ενδεχομένως και στη διαμεσολάβηση, των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κοινοτικής Ευρώπης προκειμένου να διαπραγματευθούμε με την Άγκυρα, όχι όμως και στην ενεργό στρατιωτική τους υποστήριξη στην απευκταία περίπτωση μιας ελληνοτουρκικής πολεμικής σύγκρουσης. Ως προς δε τη στάση τού κατά τα λοιπά χρησιμότατου ενεργειακού εταίρου μας Ισραήλ, ο εν Αθήναις πρέσβης του υπήρξε αφοπλιστικά ειλικρινής, δηλώνοντας επ’ ευκαιρία τηλεοπτικής του συνέντευξης  ότι, «δεν παίρνουμε το μέρος κανενός και δεν τοποθετούμαστε κατά της Τουρκίας»˙ και ότι, «ο καλύτερος τρόπος να ξεπεραστούν οι διαφορές είναι μέσω του διαλόγου χωρίς προϋποθέσεις».     

ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ

Το διαχρονικά ασθενές σημείο της αντιμετώπισης των Ελληνοτουρκικών από τη χώρα μας είναι ο αντανακλαστικός χαρακτήρας των χειρισμών μας – λόγω φόβου «πολιτικού κόστους», στρατηγικής νωθρότητας, ή συνδυασμού των δύο. Ως εκ τούτου δε, η πρωτοβουλία των στρατηγικών κινήσεων έχει κατά κανόνα εκχωρηθεί στη γείτονα. Προκειμένου, επομένως, η Ελλάδα να ανακτήσει  το μερίδιο της πρωτοβουλίας αυτής που της αναλογεί, οι ηγέτες μας καλούνται: να χαράξουν ολοκληρωμένη στρατηγική εμπνεόμενη από εθνικό ρεαλισμό – ήτοι θέτουσα στόχους αντίστοιχους προς τη διπλωματική, οικονομική, πολιτισμική, και στρατιωτική ισχύ μας και άρα επιτεύξιμους˙ και, παράλληλα, να εξασφαλίσουν την κρίσιμη στήριξη των επιλογών τους από τον ελληνικό λαό, με μια πολυεπίπεδη ενημερωτική προσπάθεια. Δύσκολα πράγματα, βέβαια. Αλλά αναγκαία.




Friday, September 25, 2020

ΤΑ ΔΙΕΘΝΟΠΟΛΙΤΙΚΑ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΩΝ ΠΡΟΕΔΡΙΚΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ

Προδημοσίευση άρθρου από το τεύχος 133 των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ). Για τεχνικούς λόγους, δεν συμπεριλαμβάνονται οι παραπομπές.


Με δεδομένη τη διεθνή πρωτοκαθεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών – ασχέτως των αντιφατικών εκτιμήσεων ως προς τον ακριβή ρόλο τους στο νέο γεωπολιτικό τοπίο – φυσικό είναι οι προεδρικές εκλογές του προσεχούς Νοεμβρίου να συγκεντρώνουν το ζωηρό παγκόσμιο ενδιαφέρον˙ και, ειδικότερα, η προσοχή κυβερνήσεων και κοινής γνώμης να επικεντρώνεται, τόσο στις τοποθετήσεις των δύο μονομάχων επί της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, όσο και στις σχετικές ενέργειες και παραλείψεις τους κατά την εκ μέρους τους άσκηση της εξουσίας – καθώς και οι δύο έχουν ήδη δώσει πρακτικά δείγματα διεθνοπολιτικής γραφής: ο μεν κ. Τραμπ ως πρόεδρος κατά την τελευταία πενταετία, ο δε ο κ. Μπάιντεν με την ιδιότητα, αρχικά του γερουσιαστού, και εν συνεχεία,   επί προεδρίας Ομπάμα, του αντιπροέδρου.  

Εμβληματικό των διεθνοπολιτικών απόψεων του κ. Τραμπ είναι το  πολυθρύλητο σλόγκαν «Πρώτα η Αμερική» [America First]. Το διαλάλησε, μαζί με τις κυριότερες θέσεις του επί των επί  μέρους διεθνών ζητημάτων, ως υποψήφιος. Και το ανέδειξε και ανέπτυξε επανειλημμένως μετά την εκλογή του – διακηρύσσοντας, επί παραδείγματι, επ’ ευκαιρία προσφώνησής του προς τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, ότι «το μέλλον δεν ανήκει στους οπαδούς της παγκοσμιοποίησηςανήκει  στους πατριώτες».  Ασχέτως όμως θεωρητικής του θεμελίωσης, στην πράξη το «δόγμα Τραμπ»  έχει ευρέως εισπραχθεί ως ένας ιδιόμορφος και εν πολλοίς απρόβλεπτος νέο-απομονωτισμός.

Στον οποίο ο κ. Μπάιντεν αντιπαραθέτει το δικό του αφήγημα: μια «Αμερική που ηγείται και πάλι του κόσμου», προάγουσα διεθνώς τη «δημοκρατία» και τα «ανθρώπινα δικαιώματα». Γνωστοποιώντας συγχρόνως την πρόθεσή του, εκλεγόμενος να συγκαλέσει επί αμερικανικού εδάφους, με συμμετοχή «των δημοκρατιών του κόσμου», μια «παγκόσμια Διάσκεψη για τη Δημοκρατία», αποσκοπούσα «στην ανανέωση του φρονήματος και των κοινών στοχεύσεων των εθνών του ελεύθερου κόσμου», και ειδικότερα «στην ενίσχυση των δημοκρατικών μας θεσμών, στην αντιμετώπιση με παρρησία [honestly confront] των οπισθοδρομούντων εθνών, και στη σφυρηλάτηση κοινής ατζέντας». 

Ωστόσο, οι ιδεολογικώς αντιθετικές και διχαστικές αυτές προσεγγίσεις του διεθνούς γίγνεσθαι εμπερικλείουν αμφότερες, μαζί με ισχυρές δόσεις εικονικής πραγματικότητας, στοιχεία ρεαλισμού, τα οποία, προκειμένου για τον χειρισμό συγκεκριμένων  θεμάτων της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, σε πλείονες και δη ιδιαίτερα σημαντικές περιπτώσεις διευκολύνουν την, έστω και ανομολόγητη, σύγκλιση των πολιτικών δυνάμεων της χώρας. 

***

Σε ό,τι κατά πρώτο λόγο αφορά στην εξωπραγματική, έως και «φαντασιακή», πλευρά των δύο προσεγγίσεων:

Η απαλλαγή των ΗΠΑ από τις απορρέουσες εκ του υφιστάμενου διεθνούς συστήματος δεσμεύσεις, και ειδικότερα εκ συμμαχιών και διεθνών οργανισμών και συμβάσεων, την οποία διαχρονικά ευαγγελίζεται ο κ. Τραμπ, συνεπάγεται, έστω και για την πρώτη τη τάξει παγκόσμια δύναμη, κόστος οπωσδήποτε υψηλό και κατά περίπτωση δυσβάστακτο. Εξ ου και η συχνότατη διάσταση μεταξύ προεδρικών λόγων και πράξεων. 

Ενώ η φιλοδοξία του Δημοκρατικού υποψηφίου να ανασυστήσει, και μάλιστα γεωγραφικά διευρυμένη, την υπό αμερικανική αιγίδα μεταπολεμική «παγκόσμια φιλελεύθερη τάξη πραγμάτων» - την ιστορική ύπαρξη, άλλωστε, της οποίας διακεκριμένοι διεθνολόγοι πειστικά αμφισβητούνπροσκρούει εν πάση περιπτώσει στην αύξουσα, εις βάρος της πρωτοκαθεδρίας της Ουάσιγκτον, μετάλλαξη των διεθνών συσχετισμών σκληρής και ήπιας, ιδίως οικονομικής, ισχύος˙ και ειδικότερα στην ανάδυση του κινεζικού κολοσσού, στην αναβίωση  του ρωσικού παράγοντα, και στην αναβάθμιση του ρόλου πλειάδας περιφερειακών δυνάμεων. Και συνεπώς, εφ’ όσον ο κ. Μπάιντεν εκλεγεί, το πιθανότερο είναι ότι θα αναγκασθεί να προσαρμόσει τις μεγαλεπήβολες στοχεύσεις του στις περιοριστικές συνθήκες του νέου γεωπολιτικού και γεωοικονομικού περιβάλλοντος.

Κατά τα λοιπά, οι θέσεις των δύο διεκδικητών της προεδρίας επί των τρεχόντων επί μέρους διεθνοπολιτικών προβλημάτων, μολονότι σε αρκετές περιπτώσεις αποκλίνουν ή και ευθέως συγκρούονται, σε άλλες κυμαίνονται μεταξύ συγκεκαλυμένης και ευθείας σύγκλισης. 

Από τη μια , παρά την έντονηκαι συχνά δικαιολογημένηκριτική των ιδιοσυγκρασιακών χειρισμών του κ. Τραμπ από Δημοκρατικής πλευράς, σαφώς διαφαίνεται σύμπλευση σε ό,τι αφορά: 

* Στη διατήρηση της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος. Mε την προεδρία Τραμπ να έχει αυξήσει, μεταξύ άλλων σχετικών μέτρων, τις αμυντικές δαπάνες˙ και με τον κ. Μπάιντεν να δηλώνει, «οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τις ισχυρότερες ένοπλες δυνάμεις στον κόσμο, και ως πρόεδρος θα διασφαλίσω τη συνέχιση αυτής της πραγματικότητας».

* Στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας: κεκηρυγμένο στόχο αμφοτέρων των υποψηφίων. Τον οποίο μάλιστα, ο κ. Τραμπ θεωρεί ότι έχει εν πολλοίς επιτύχει με την εξουθένωση του Ισλαμικού Κράτους. Ενώ ο κ. Μπάιντεν συγκαταλέγεται μεταξύ των κύριων υποστηρικτών της λεγόμενης «αντιτρομοκρατικής στρατηγικής συν» [counterterrorism plus], συνισταμένης στη χρησιμοποίηση μικρών ομάδων ειδικών δυνάμεων σε συνδυασμό με επιθετικά αεροπορικά πλήγματα κατά ευμεγέθων στρατιωτικών συγκεντρώσεων. Υπ’ όψιν δε ότι οι θέσεις αυτές του κ. Μπάιντεν συνεπάγονται σε κάποιο βαθμό, με λίαν σημαντικές ωστόσο διαφοροποιήσεις ως προς τις επί μέρους επιλογές, και κάποια συναίνεση για τον επαγγελόμενο από τον πρόεδρο Τραμπ – όμως ανέφικτο μέχρι στιγμής, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του – ποσοτικό περιορισμό της εκτός συνόρων αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας. 

* Και στη στήριξη του Ισραήλ.  Είναι ίσως το ζήτημα ως προς το οποίο – δεδομένης και της επιρροής του εβραϊκού στοιχείου στα εσωτερικά αμερικανικά πράγματα – σημειώνεται κατ’ αρχήν η μεγαλύτερη σύμπτωση θέσεων των δύο διεκδικητών της προεδρίας και των περί αυτούς. Και ο μεν κ. Τραμπ, αφού ως υποψήφιος διατράνωσε επανειλημμένως τα φιλο-ισραηλινά του αισθήματα, ως πρόεδρος, αφ’ ενός, αναγνώρισε επισήμως την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ και μετέφερε εκεί την αμερικανική πρεσβεία, και, αφ’ ετέρου, τον Ιανουάριο 2020, παρουσίασε σχέδιο επίλυσης του Παλαιστινιακού προβλέπον, μεταξύ άλλων, την προσάρτηση στο Ισραήλ ενός 30% των κατεχομένων εδαφών και τη διατήρηση των υφιστάμενων εβραϊκών οικισμών στα υπόλοιπαπροοριζόμενα να αποτελέσουν το εδαφικό στοιχείο ενός παλαιστινιακού κράτους.  Ο δε κ. Μπάιντεν, παίρνοντας αποστάσεις από τη μειοψηφική φιλο-παλαιστινιακή πτέρυγα του κόμματός του, δηλώνει «Σιωνιστής» και διαβεβαιώνει ότι η υποστήριξή του στην ασφάλεια του Ισραήλ είναι «σιδηρά» [ironclad].  Μολονότι όμως συμφωνεί με τη μεταφορά της αμερικανικής πρεσβείας, διαφωνεί με το σχέδιο Τραμπ˙ το οποίο, κατ’ αυτόν, παρά το γεγονός ότι θεωρητικώς τάσσεται υπέρ της «λύσης των δύο κρατών» – την οποία και ο ίδιος εκθύμως υποστηρίζει ως συμφέρουσα και στους Ισραηλινούς, αν όχι κυρίως σε αυτούς – στην πράξη την καθιστά οιονεί ανέφικτη. 

Από την άλλη όμως, ο κ. Μπάιντεν έχει δεσμευθεί να επανεντάξει τη χώρα του σε δύο διεθνείς συμφωνίες, από τις οποίες ο πρόεδρος Τραμπ – συνεπής κατά τούτο με τις προεκλογικές του δηλώσεις και την απέχθειά του για διεθνείς συμβατικές δουλείες γενικότερα – την έχει αποσύρει. Ήτοι: 

Στη συνυπογραφείσα από σχεδόν 190 κράτη, μεταξύ των οποίων και τα κράτη-μέλη της ΕΕ και η Κίνα, Συνθήκη του Παρισιού για την Κλιματική Αλλαγή του 2015 – την οποία κλιματική αλλαγή αποκαλεί
«τη μείζονα απειλή κατά της ασφάλειάς μας». 

Και στη Συμφωνία του 2015 για τον έλεγχο των πυρηνικών του Ιράν [Joint Comprehensive Plan of Action ((JCPOA))]. Για την επανένταξη όμως στην οποία έχει θέσει ως προϋπόθεση τη  συμμόρφωση της Τεχεράνης με τις πυρηνικές της υποχρεώσεις – επιφυλασσόμενος μάλιστα να επιδιώξει εν συνεχεία και τη διεύρυνσή τους. 

Δριμεία ωσαύτως κριτική ο Δημοκρατικός υποψήφιος έχει ασκήσει κατά των – ομολογουμένως συγκεχυμένων και υπερβαλλόντως εθνοκεντρικών για την ηγέτιδα δύναμη του Δυτικού Κόσμου – χειρισμών της κορωνοϊκής κρίσης από τον πρόεδρο Τραμπ, προσάπτοντας στον τελευταίο «την κατά πολύ χειρότερη διαχείρισή της από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο»˙  και τονίζοντας την ανάγκη,  οι Αμερικανοί «να συμβάλουμε ηγετικά [help lead the response] στην αντιμετώπιση αυτής της κρίσης παγκοσμίως».   

Ενώ ευθεία διάσταση απόψεων μεταξύ των δύο αντιπάλων σημειώνεται και ως προς το Μεταναστευτικό. Με τον κ. Μπάιντεν να δηλώνει ότι θα καταργήσει μια σειρά μέτρων της προεδρίας Τραμπ – ορισμένων «απάνθρωπων και παράλογων» [cruel and senseless] – αποσκοπούντων στον περιορισμό των σχετικών εισροών. 

***

Αντικείμενο όμως διαφοροποίησης των δύο υποψηφίων, και δη οξείας σε επικοινωνιακό επίπεδο, είναι και οι σχέσεις με τους Ευρωπαίους, τόσο σε νατοϊκό, όσο και σε ευρωενωσιακό πλαίσιο. Δηλώσεις κατά καιρούς του κ. Τραμπ αναφορικά με την ΕΕ του τύπου, «επιδιδόμαστε σε φοβερό οικονομικό ανταγωνισμό ..με την Ευρώπη, η οποία ουδέποτε μας συμπεριφέρθηκε σωστά» και «η Ευρωπαϊκή Ένωση συγκροτήθηκε για να εκμεταλλευθεί τις Ηνωμένες Πολιτείες», ή ο εκ μέρους του χαρακτηρισμός – ανακληθείς, σημειωτέον, αργότερατου ΝΑΤΟ  ως «παρωχημένου» [obsolete], έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τις θέσεις του κ. Μπάιντεν υπέρ της σύσφιγξης των δεσμών με «συμμάχους και εταίρους» και, ειδικότερα, με τη διαπίστωσή του ότι «το ΝΑΤΟ  βρίσκεται στην ίδια την καρδιά της εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών».   

Βέβαια, και επί προεδρίας Τραμπ, η Ουάσιγκτον δεν έπαυσε να συμμετέχει ενεργώς στις νατοϊκές δραστηριότητες˙ και, παρά τον – όχι, άλλωστε, με αποκλειστική υπαιτιότητα των Αμερικανών   συνεχιζόμενο διατλαντικό εμπορικό ανταγωνισμό, να συμπράττει παντοειδώς με τους κοινοτικούς Ευρωπαίους.  Και ναι μεν ενδεχόμενη εναλλαγή ενοίκου στον Λευκό Οίκο αναμφίβολα θα συμβάλει στη βελτίωση του διατλαντικού κλίματος, μένει όμως να φανεί κατά πόσον θα σημάνει και την αποκατάσταση της στενής σχέσης μεταξύ των δύο ακτών του Ατλαντικού, που σφυρηλατήθηκε επί Ψυχρού Πολέμου υπό την πίεση της υπαρξιακής σοβιετικής απειλής, αλλά βαθμιαίως διαβρώθηκε επί αμερικανικής «μονοπολικής στιγμής» [unipolar moment] στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και αρχομένου του 21ου αιώνα.  

Κατά τα άλλα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι θέσεις των δύο υποψηφίων έναντι των κύριων αμφισβητιών της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας Πεκίνου και Μόσχας – θέσεις συγκλίνουσες μεν επί της αρχής, πλην όμως συχνά διαφέρουσες επί του πρακτέου. 

Εν πρώτοις, αμφότεροι οι μονομάχοι αποκαλούν την ανερχόμενη Κίνα απειλή για τις ΗΠΑ. Με την επί προεδρίας Τραμπ υιοθετηθείσα «Εθνική Αμυντική Στρατηγική» να την χαρακτηρίζει «στρατηγικό ανταγωνιστή προσφεύγοντα σε αρπακτική οικονομική πρακτική για να εκφοβίσει τους γείτονές του», ενώ  συγχρόνως «στρατιωτικοποιεί» επιλεκτικά τη Νότια Σινική Θάλασσα, και η «μακροπρόθεσμη στρατηγική» του οποίου αποσκοπεί «μεσοπρόθεσμα στην περιφερειακή ηγεμονία στην περιοχή Ινδικού-Ειρηνικού και στην εκείθεν απομάκρυνση των Ηνωμένων Πολιτειών προκειμένου να επιτύχει μελλοντικώς την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία  Και με τον πρόεδρο Τραμπ να έχει κλιμακώσει, στο πνεύμα αυτό, τις οικονομικές και στρατιωτικές πιέσεις επί του Πεκίνου. Ενώ και ο κ. Μπάιντεν, μολονότι αναγνωρίζει την ανάγκη «συνεργασίας» με τους Κινέζους «όπου τα συμφέροντά μας συγκλίνουν», επισείει – όλο και περισσότερο προϊούσης της προεκλογικής εκστρατείας, ανταποκρινόμενος πιθανότατα στους σχετικούς φόβους μεγάλου μέρους της εκλογικής του βάσης – την οικονομική και ιδεολογική, κυρίως, πτυχή της σινικής απειλής. 

Για την αντιμετώπιση όμως της οποίας θεωρεί κρίσιμη «τη συγκρότηση ενιαίου μετώπου» με τους «συμμάχους και εταίρους» της Ουάσιγκτον. Και συνακόλουθα προσάπτει στον κ. Τραμπ την αποξένωση των τελευταίων αυτών – επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, την επί της παρούσης προεδρίας απόσυρση των ΗΠΑ από το δρομολογηθέν επί προεδρίας Ομπάμα και δικής του αντιπροεδρίας «Σύμφωνο Συνεργασίας των Δύο Πλευρών του Ειρηνικού» [Trans-Pacific Partneship, TPP] του 2016. Το οποίο όμως, προφανώς λόγω της αρνητικής κριτικής που του ασκήθηκε από περιβαλλοντικές και εργατικές οργανώσεις, ο Δημοκρατικός υποψήφιος δεσμεύεται απλώς να «επαναδιαπραγματευθεί».   

Αλλά και ως προς τη Ρωσία, οι επίσημες τοποθετήσεις των δύο ανταγωνιστών κινούνται στο ίδιο περίπου μήκος κύματος. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα «Εθνική Αμυντική Στρατηγική»  του 2018 – η οποία θεωρητικώς παρέχει την κατευθυντήρια εν προκειμένω κυβερνητική γραμμή – «η Ρωσία έχει παραβιάσει τα σύνορα παρακείμενων εθνών…Επιδιώκει να αποκτήσει βέτο επί των εθνών της περιφερείας της ως προς τις κυβερνητικές, οικονομικές, και διπλωματικές αποφάσεις τους, να διαλύσει το ΝΑΤΟ, και να αλλάξει προς το συμφέρον της τις ευρωπαϊκές και μεσανατολικές δομές οικονομίας και ασφάλειαςΟι επισημάνσεις δε αυτές του Αμερικανικού υπουργείου αμύνης εναρμονίζονται πλήρως με τις δηλώσεις Μπάιντεν ότι η Ρωσία υπό τον πρόεδρο Πούτιν, επιχειρώντας να εξασθενίσει το ΝΑΤΟ και να διαιρέσει την Ευρωπαϊκή Ένωση, «επιτίθεται κατά των θεμελίων της Δυτικής δημοκρατίας». 

Όμως ο κ. Μπάιντεν κατηγορεί επιπροσθέτως το Κρεμλίνο για «υπονόμευση του αμερικανικού εκλογικού συστήματος». Υιοθετώντας έτσι την ευρέως διαδεδομένη, ιδίως στους Δημοκρατικούς κύκλους, εκτίμηση ότι η Μόσχα ευνοεί και υποθάλπει ενεργώς εκλογική νίκη του κ. Τραμπ.  Ο οποίος αναμφισβήτητα, παρά τα αυστηρά οικονομικά και στρατιωτικά μέτρα που η κυβέρνησή του – ενίοτε σημειωτέον υπό την πίεση του Κογκρέσου – έχει λάβει κατά της Ρωσίας, συμπεριφέρεται έναντι της τελευταίας αυτής και ειδικότερα έναντι του Ρώσου ομολόγου του σαφώς διαλλακτικότερα από τον Δημοκρατικό του αντίπαλο˙ και ίσως όχι χωρίς γεωπολιτική λογική, ανεξάρτητα από τις όποιες προσωπικές του σκοπιμότητες.  

***

Μείζονος, τέλος, ειδικού ελληνικού ενδιαφέροντος είναι η στάση των κ.κ. Τραμπ και Μπάιντεν έναντι της Τουρκίας. Με  τους δύο υποψηφίους, όπως και σε αρκετές άλλες περιπτώσεις – ορισμένες εκ των οποίων ήδη επισημάνθηκαν – να διαφοροποιούνται περισσότερο σε επικοινωνιακό παρά σε στρατηγικό επίπεδο. Ενώ η σημασία, ειδικότερα, που συχνά αποδίδεται στη διαπροσωπική χημεία του Αμερικανού προέδρου με τον Τούρκο ομόλογό του σαφώς εμπεριέχει στοιχείο υπερβολής. Όπως προκύπτει και από τον ωμό τρόπο με τον οποίο ο κ. Τραμπ έχει επανειλημμένως «τραβήξει το αυτί» του κ. Ερντογάν προκειμένου να επιβάλει τη θέλησή του. Γενικότερα δε, τις τουρκο-αμερικανικές σχέσεις διέπει πρωτίστως και διαχρονικά εκατέρωθεν γεωπολιτικός ρεαλισμός. 

Έρεισμα κατά της Σοβιετικής Ένωσης επί Ψυχρού Πολέμου, η Τουρκία ενέχει σήμερα για την Ουάσιγκτον αρνητική κυρίως αξία. Καθώς προέχον πλέον μέλημα των ιθυνόντων και των δύο μεγάλων αμερικανικών κομμάτων είναι να αποτραπούν: η απομάκρυνση της Άγκυρας από το νατοϊκό στρατόπεδο και η σύμπλευσή της με τη Ρωσία, το Ιράν, και τώρα και με την Κίνα˙ και τουρκικές ενέργειες στρεφόμενες κατά του Ισραήλ. Ενώ οι συχνές από ευρωπαϊκής πλευράς επικρίσεις του αυταρχικού χαρακτήρα της διακυβέρνησης Ερντογάν πολύ περιορισμένη απήχηση βρίσκουν στους ηγετικούς αμερικανικούς κύκλους. Δοθέντος μάλιστα ότι, ούτε το προ Ερντογάν στρατιωτικό καθεστώς, ούτε, κυρίως, σημαντικοί σημερινοί στρατηγικοί εταίροι των ΗΠΑ, όπως η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία, και τα ΗΑΕ, αποτελούν υποδείγματα δημοκρατίας. Κινούμενη δε στη γραμμή αυτή, η Ουάσιγκτον, χωρίς να θυσιάζει τις κεντρικές επιλογές της, προσπαθεί να περιορίσει τις αρνητικές επιπτώσεις τους στις τουρκο-αμερικανικές σχέσεις˙ είτε πρόκειται για το Κουρδικό, είτε για το Συριακό και το Λιβυκόείτε και για τα υπό ευρεία έννοια Ελληνοτουρκικά. 

Ενώ και ο Τούρκος πρόεδρος, παρ’ όλον ότι συχνά αμφισβητεί τους αμερικανικούς χειρισμούς, αποφεύγει επιμελώς τη ρήξη με την υπερδύναμη. Ανήσυχος χωρίς αμφιβολία για τη δοκιμαζόμενη οικονομία του. Αλλά ασφαλώς και απευχόμενος τον εγκλωβισμό στις λυκοφιλίες του  με τη Μόσχα και την Τεχεράνη – ή προσφάτως και με το Πεκίνο. Ενδεικτική δε της εξισορροπητικής αυτής τακτικής του είναι και η αμφισημία των σχέσεων της Άγκυρας με το Ισραήλ. Με την τουρκική πλευρά, παρά το προς το παρόν ανυπέρβλητο πρόσκομμα του Παλαιστινιακού, να μην αποκλείει, σύμφωνα με σοβαρές πληροφορίες, συνεννόηση με το εβραϊκό κράτος ενισχυτική της θέσης της στην Ουάσιγκτον.  

***

Εν κατακλείδι: Εάν ο κ. Τραμπ εξασφαλίσει και δεύτερη προεδρική θητεία, ουδείς λόγος συντρέχει για να υποθέσουμε ότι θα αποστεί από την μέχρι τούδε πορεία του. Σε περίπτωση, αντιθέτως, εκλογικής επικράτησης του κ. Μπάιντεν, μολονότι δεν πρέπει να αναμένεται ριζική στροφή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, είναι πολύ πιθανόν να επιχειρηθούν ουσιαστικές αναπροσαρμογές της. Μεταξύ άλλων: μια ευμενέστερη, ή έστω απλώς διπλωματικότερη μεταχείριση των «συμμάχων και εταίρων» στην Ευρώπη και στον ασιατικό χώρο˙ η θετικότερη αντιμετώπιση των διεθνών οργανισμών και συμβάσεων˙ και μια πιο ανθρώπινη και πιθανότατα και επωφελέστερη για την ίδια την αμερικανική οικονομία, αντιμετώπιση του μεταναστευτικού. Με επακόλουθο την αναβάθμιση της διεθνούς εικόνας των Ηνωμένων Πολιτειών – μείζονος σημασίας ζητούμενο υπό το φως των υπό διαμόρφωση παγκόσμιων συσχετισμών.