Saturday, December 7, 2019

ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΡΑΜΠ: ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΠΕΡΙΒΛΗΜΑ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑ


Το κείμενο αυτό αποτελεί προδημοσίευση από το τεύχος 130 των "Εθνικών Επάλξεων", περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης [ΣΕΕΘΑ]

Εισαγωγή
Η ρήση του Γάλλου φυσιοδίφη του δέκατου όγδοου αιώνα ντε Μπυφόν «το ύφος είναι ο ίδιος ο άνθρωπος»[1] ισχύει και για τα κράτη, στο μέτρο που η δημόσια συμπεριφορά των ιθυνόντων τους αποτυπώνεται στη διεθνή εικόνα τους. Η παρομοίωση όμως σταματά εδώ. Διότι, ναι μεν το υπό ευρεία έννοια επικοινωνιακό περίβλημα των πράξεων της ηγεσίας αποτελεί σημαντικότατη συνιστώσα της κρατικής «ήπιας ισχύος», ιδιαίτερη όμως βαρύτητα πρέπει να αποδοθεί και στα ουσιαστικά – θετικά ή αρνητικά – συνολικά αποτελέσματα της όποιας κυβερνητικής πολιτικής. Με τη διάκριση μεταξύ ύφους και ουσίας να διευκολύνει, ειδικότερα, την κριτική προσέγγιση της εξωτερικής πολιτικής του προέδρου Τραμπ˙ ο άκρως ιδιοσυγκρασιακός και αντισυμβατικός τρόπος έκφρασης και ενεργείας του οποίου, αφενός συσκοτίζει την αντιστοιχία πολλών επιλογών του με κάθε άλλο παρά αμελητέα ρεύματα της αμερικανικής κοινής γνώμης, αλλά και με ορισμένες διαχρονικές τάσεις της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, και αφετέρου δυσχεραίνει την αντικειμενική αξιολόγηση των πεπραγμένων του.  [2]
I. Το «Δόγμα» Τραμπ
Τα  επικοινωνιακά ολισθήματα και οι αυτοσχέδιοι και συχνά σπασμωδικοί χειρισμοί  του Αμερικανού προέδρου επισύρουν, ως γνωστόν, τις επικρίσεις ακόμη και φίλα προσκείμενων προς αυτόν αξιωματούχων και παρατηρητών, Αμερικανών και ξένων˙ και αναμφίβολα επηρεάζουν αρνητικά το διεθνές κύρος των ΗΠΑ. Δεν προσφέρουν όμως επαρκή βάση για να αποτιμηθεί συνολικώς η φύση και αποτελεσματικότητα της εξωτερικής του πολιτικής. Η οποία, υπό το φως των προεκλογικών και μετεκλογικών τοποθετήσεών του – μεταξύ άλλων της ομιλίας του στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ τον περασμένο Σεπτέμβριο – αλλά και της μέχρι τούδε πρακτικής του, φαίνεται να συμπυκνώνεται στις ακόλουθες κατευθυντήριες γραμμές: [3]
·      Στήριξη των αμερικανικών εθνικών συμφερόντων κατ’ απόλυτη προτεραιότητα (America First), και συναφής αντιδιαστολή των «πατριωτών» προς τους θιασώτες της «παγκοσμιοποίησης» [Globalists].
·      Ισχυρές ένοπλες δυνάμεις – επί προεδρίας του αυξήθηκε σημαντικά ο αμυντικός προϋπολογισμός – αλλά χρήση στρατιωτικών μέσων μόνο όταν διακυβεύονται αμερικανικά εθνικά συμφέροντα˙ όπως προκειμένου για την πάταξη της ισλαμογενούς τρομοκρατίας. Και συνακόλουθα, αντίθεση στη μετατροπή των ΗΠΑ σε «παγκόσμιο χωροφύλακα» και τερματισμός των «ατέλειωτων πολέμων» στον ευρύτερο μεσανατολικό χώρο, αποσυρομένων και των εμπλεκόμενων αμερικανικών δυνάμεων. [4]
·      Προβάδισμα στη διμερή διπλωματία έναντι της πολυμερούς, τόσο στον γεωπολιτικό, όσο και στον οικονομικό τομέα˙ ευελιξία κατά την εκάστοτε επιλογή συμμάχων και εταίρων˙ και υποβάθμιση και κατά περίπτωση παράκαμψη του ΟΗΕ, αλλά και αξιοποίηση του παγκόσμιου επικοινωνιακού βήματος που προσφέρει. 
·      Αναμόρφωση της διεθνούς οικονομικής τάξης και εμπορίου, ούτως ώστε να αρθούν οι υφιστάμενες εις βάρος των ΗΠΑ ανισορροπίες. Και ευρεία χρησιμοποίηση του οικονομικού όπλου – συχνά και ως υποκαταστάτου της στρατιωτικής δράσης – για την επίτευξη γενικότερα των αμερικανικών  στοχεύσεων στον διεθνή χώρο.   [5]
·      Αποπυρηνικοποίηση της Βόρειας Κορέας και αποτροπή της πυρηνικοποίησης του Ιράν με παράλληλη αναχαίτιση των ανατρεπτικών περιφερειακών βλέψεων και δραστηριοτήτων της Τεχεράνης. Σε συνάρτηση δε με τον χειρισμό του Ιρανικού, αναβάθμιση της συμμαχίας με το Ισραήλ και σύμπραξη με συντηρητικά αραβικά καθεστώτα και κατά κύριο λόγο με τη Σαουδική Αραβία.
·      Και, παρ’ όλον ότι σύμφωνα με την φέρουσα την προεδρική υπογραφή «Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας», τόσο η Ρωσία, όσο και η Κίνα «θέλουν να διαμορφώσουν έναν κόσμο αντιθετικό προς τις αξίες και τα συμφέροντα των ΗΠΑ»,  υποβάθμιση στην πράξη της εκ Μόσχας απειλής σε σύγκριση με την εκ Πεκίνου.[6]  
Οι θέσεις δε αυτές – και ειδικότερα η επιφυλακτικότητα έναντι των στρατιωτικών επεμβάσεων – απηχούν σε κάποιο βαθμό μια από τις κυρίαρχες συνιστώσες της αμερικανικής διεθνοπολιτικής παράδοσης: την τάση προς εθνική εσωστρέφεια. Τάση απορρέουσα από τα ιδιάζοντα γεωγραφικά, κοινωνικοοικονομικά, και στρατιωτικά αμερικανικά δεδομένα και φέρουσα συχνά χαρακτηριστικά απομονωτισμού. Και η οποία, χρονολογούμενη από την επαύριον ήδη της Αμερικανικής Επανάστασης  και τις σχετικές παραινέσεις των «ιδρυτικών πατέρων» της αμερικανικής συμπολιτείας Τζορτζ Ουάσιγκτον και Τόμας Τζέφερσον, σφράγισε, ειδικότερα, την αμερικανική εξωτερική πολιτική καθ’ όλη τη χρονική περίοδο μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Εναλλασσόμενη, όμως, με φάσεις επεμβατικότητας, τόσο στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα και στις αρχές του εικοστού, όσο, κυρίως, κατά τη διάρκεια των δύο παγκόσμιων συρράξεων και του Ψυχρού Πολέμου˙ αλλά και  μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, κατά την αποκαλούμενη «αμερικανική στιγμή».
Κατά την οποία, υπό το κράτος του αισθήματος παντοδυναμίας που η απουσία αντιπάλου δέους ενέπνεε στους κρατούντες, η Ουάσιγκτον ανέπτυξε έναν έντονο στρατιωτικό παρεμβατισμό. Με τους οπαδούς μιας αμερικανικής έμπνευσης “φιλελεύθερης παγκόσμιας τάξης», αφ’ ενός, και τους υπερμάχους της αμερικανικής ηγεμονίας «νεοσυντηρητικούς» [neoconservatives ή neocons], αφ΄ετέρου, να συμπίπτουν, παρά τις μεταξύ τους ιδεολογικές διαφορές, στην επιδίωξη της επιβολής των «αμερικανικών αξιών» στον διεθνή χώρο. Κυρίως μέσω βίαιης «καθεστωτικής αλλαγής» – η οποία, όμως, όπως κατέδειξαν τα γεγονότα, συνεπάγεται κατά κανόνα την αποσάθρωση των τοπικών κρατικών δομών και συνακόλουθα την εκεί επ’ αόριστον στρατιωτική και οικονομική εμπλοκή των ΗΠΑ. Με πλέον χαρακτηριστικές περιπτώσεις: την επί προεδρίας Μπους του νεότερου ανατροπή, υπό την ώθηση των νεοσυντηρητικών, των αυταρχικών καθεστώτων του Αφγανιστάν και του Ιράκ˙ και την εν ονόματι των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας σύμπραξη του «προοδευτικού» προέδρου Ομπάμα στην αποσταθεροποίηση της Λιβύης και της Συρίας.
Στο διαμορφωθέν δε από τις γεωπολιτικές αυτές περιπέτειες και απογοητεύσεις πολιτικό κλίμα, η αμερικανική κοινή γνώμη – ούτως ή άλλως παραδοσιακά εστιασμένη στα εσωτερικά δρώμενα – εμφανίζεται σήμερα αντίθετη σε εξωτερικά εγχειρήματα συνεπαγόμενα ανθρώπινες απώλειες και υψηλό οικονομικό κόστος.[7] Και συνεπώς δεν εκπλήσσει, ότι το ούτως ειπείν «δόγμα Τραμπ» επικροτείται από μια, ναι μεν μάλλον μειοψηφική, πλην όμως πολιτικά σημαντική μερίδα του εκλογικού σώματος.
II. Αξιολόγηση της εξωτερικής πολιτικής Τραμπ
Πέραν όμως της όποιας δημοφιλίας της, μένει να διαπιστωθεί και η αποτελεσματικότητα της εξωτερικής πολιτικής του Αμερικανού προέδρου.
Ρωσία και Κίνα.
Εν πρώτοις, σε επίπεδο κεντρικών γεωπολιτικών συσχετισμών και ειδικότερα σε σχέση τους αμφισβητίες της αμερικανικής ηγεμονίας. Διότι, ενώ, όπως είναι φυσικό, η διεθνής ειδησιογραφία κυριαρχείται από την καθημερινότητα – εμπορικούς πολέμους, τρομοκρατικά κτυπήματα, περιφερειακές κρίσεις – το μείζον γεωπολιτικό γεγονός της εποχής μας είναι αναμφίβολα η αμφισβήτηση του αμερικανικού μονοπωλίου ισχύος, του λεγόμενου «μονοπολικού» διεθνούς συστήματος, από την δυναμικά επανεμφανιζόμενη Ρωσία και την θεαματικά ανερχόμενη Κίνα στα παγκόσμια δρώμενα. Με κύριο ζητούμενο τη διαχείριση από την Ουάσιγκτον της διαγραφόμενης αυτής μετάλλαξης του διεθνούς περιβάλλοντος.
Αλλά και με τις εν προκειμένω απόψεις των Αμερικανών αρμοδίων να διχάζονται. Καθώς στους κόλπους του πολιτικού κόσμου και της πολιτικής και στρατιωτικής γραφειοκρατίας, χωρίς να αγνοείται ο σινικός κίνδυνος, ως κύρια απειλή εκλαμβάνεται η Μόσχα υπό τον Πούτιν.
Ενώ, αντιθέτως, ο πρόεδρος Τραμπ, όπως διαπιστώνει επιδοκιμαστικά σε κύριο άρθρο της η κάθε άλλο παρά φιλική του «Νιου Γιορκ Τάιμς», «επιχειρεί να αναπτύξει μια ορθότερη σχέση με τη Ρωσία» για «να την αποσπάσει από την Κίνα»˙ [8] μη αποκρύπτοντας συγχρόνως την πρόθεσή του να επιδιώξει τη συνεργασία του Ρώσου ομολόγου του για τη διευθέτηση σειράς περιφερειακών κρίσεων και την καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους, [9] και προτείνοντας την επανένταξη της Ρωσίας στην Ομάδα των Επτά [
G7]. Σημειωτέον δε ότι από την πλευρά της η ρωσική ηγεσία δείχνει να ανταποκρίνεται στα ανοίγματα αυτά, επιδεικνύοντας συγκράτηση ως προς το Ουκρανικό, και διάθεση συντονισμού ενεργειών σε σχέση με το Βορειοκορεατικό, το Συριακό, και την τρομοκρατία.
Από την άλλη, κινούμενος ως προς τούτο στη γραμμή των προκατόχων του, ο Αμερικανός πρόεδρος αποσκοπεί στην αναχαίτιση της Κίνας, μέσω της αύξησης της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στον Ινδο-Ειρηνικό και της τόνωσης των εκεί αμερικανικών συμμαχιών, και κατά κύριο λόγο με τη Νότια Κορέα, την Ιαπωνία, και την Ινδία˙ επιδιώκοντας συγχρόνως[10] πλέον ισόρροπες εμπορικές σχέσεις με το Πεκίνο. [11] Ωστόσο, η απόφασή του να ανακαλέσει την αμερικανική συμμετοχή στη συναφθείσα ερήμην του τελευταίου, και ως εκ τούτου προσφερόμενη για τον περιορισμό της περιφερειακής κινεζικής επιρροής, «Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου του Ειρηνικού» [Trans-Pacific Partnership Agreement (TPP) δικαίως επικρίνεται ως  κοντόφθαλμη. Τόσο μάλλον που οι Κινέζοι επιχειρούν τώρα να επωφεληθούν της, συνεπεία της  αμερικανικής υπαναχώρησης, ματαίωσης της εν λόγω συμφωνίας για να πρωτοστατήσουν στη σύναψη ανάλογης με δεκαπέντε άλλες χώρες της ευρύτερης περιοχής.[12]
ΝΑΤΟ και ΕΕ
Τον έτερο βασικό άξονα του παγκόσμιου γεωπολιτικού γίγνεσθαι συγκροτούν προφανώς οι συμμαχικοί δεσμοί των Αμερικανών με τους Ευρωπαίους στο πλαίσιο της Ατλαντικής Συμμαχίας και σε συνάρτηση και με τις σχέσεις της Ουάσιγκτον με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Και σε ό,τι μεν αφορά στο ΝΑΤΟ, μολονότι ο κ. Τραμπ ως υποψήφιος  το είχε αποκαλέσει "απηρχαιωμένο" και "δυσανάλογα» «δαπανηρό» για τις Ηνωμένες Πολιτείες, όχι μόνο κατά την τελευταία τριετία η αμερικανική συμμετοχή στις νατοϊκές δράσεις συνεχίσθηκε αμείωτη, αλλά και αρκετοί Ευρωπαίοι σύμμαχοι έχουν προβεί σε αύξηση των αμυντικών δαπανών τους˙ παρακινούμενοι εν μέρει από τις – ομολογουμένως ήκιστα διπλωματικές – σχετικές δημόσιες αιτιάσεις του Αμερικανού προέδρου. Συγχρόνως, όμως, τα απρεπή προσωπικά σχόλια του τελευταίου αυτού για τη Γερμανίδα καγκελάριο και άλλους κοινοτικούς ηγέτες, και, κυρίως, ορισμένες λίαν αντιδημοφιλείς στον ευρωενωσιακό χώρο διεθνοπολιτικές του επιλογές – όπως η απόσυρση των ΗΠΑ του από τη Συμφωνία των Παρισίων για την κλιματική αλλαγή και από εκείνη του 2015 για τον έλεγχο του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, η δημόσια ενθάρρυνση του Μπρέξιτ, και η εμπορική αντιπαράθεση της Ουάσιγκτον με τις Βρυξέλλες – έχουν θέσει τις σχέσεις της χώρας του με την Ευρωπαϊκή Ένωση υπό σοβαρότατη δοκιμασία. Με τον πρόεδρο Τραμπ να δίνει μάλιστα την εντύπωση ότι βλέπει την ΕΕ πρωτίστως ως εμπορικό αντίπαλο. Ενόσω όμως οι κοινοτικοί Ευρωπαίοι θα αδυνατούν – παρά τις αξιέπαινες πρωτοβουλίες του Γάλλου προέδρου Μακρόν, η έκβαση των οποίων όμως είναι άδηλη – να αποκτήσουν ενιαία στρατιωτική δύναμη και κοινή αμυντική πολιτική, η – κυρίως μέσω ΝΑΤΟ – αμερικανική εγγύηση της ευρωπαϊκής ασφάλειας θα παραμένει αναντικατάστατη.
Περιφερειακές κρίσεις και τρομοκρατία
Aνισότητα όμως ουσιαστικών αποτελεσμάτων χαρακτηρίζει και τον χειρισμό από την προεδρία Τραμπ των ανά την υφήλιο περιφερειακών κρίσεων – στις οποίες η στενότητα χώρου ενός άρθρου δεν επιτρέπει παρά μια λίαν επιλεκτική και οιονεί τηλεγραφική αναφορά. 
Η χρησιμοποίηση από τον Αμερικανό πρόεδρο εναλλακτικά απειλών και φιλοφρονήσεων έναντι της Πιονγκγιάνγκ προς επίτευξη της αποπυρηνικοποίησης της Βόρειας Κορέας – διαχρονικής επιδίωξης της Ουάσιγκτον και κεκηρυγμένου στόχου του ίδιου του κ. Τραμπ – φαίνεται να οδηγεί, αντί της επιδιωκόμενης ανατροπής, στην παγίωση του πυρηνικού status quo στην κορεατική χερσόνησο. Καθώς η βορειοκορεατική ηγεσία, από τη μια μεν αρνείται μεν με προσχηματική επιχειρηματολογία να θυσιάσει το πυρηνικό της οπλοστάσιο, θεωρώντας το κατά πάσαν βεβαιότητα εγγύηση καθεστωτικής επιβίωσης, από την άλλη όμως έχει – μέχρι στιγμής τουλάχιστον – αναστείλει κατ’ ουσίαν την περαιτέρω ανάπτυξή του˙ η δε αμερικανική πλευρά δείχνει όλο και περισσότερο να συμβιβάζεται με ένα τέτοιο πάγωμα.
Ενώ σε ανάλογες αντιστάσεις προσέκρουσαν και οι αρχικές μαξιμαλιστικές  στοχεύσεις της κυβέρνησης Τραμπ έναντι του Ιράν˙ και ειδικότερα η μόλις αποκρυπτόμενη επιδίωξη καθεστωτικής αλλαγής,  υποκινούμενη από τοπικούς συμμάχους των ΗΠΑ – κυρίως τους Ισραηλινούς και τους Σαουδάραβες – και από ιέρακες στην Ουάσιγκτον. Με τον Αμερικανό πρόεδρο – ενθαρρυνόμενο και από συμμάχους ηγέτες, όπως ο Γάλλος πρόεδρος και ο Ιάπων πρωθυπουργός – ενδεχομένως να αρκείται τώρα στην επίτευξη μιας βελτιωμένης πυρηνικής συμφωνίας και στην περιστολή των περιφερειακών αποσταθεροποιητικών δραστηριοτήτων του ιρανικού καθεστώτος.
Δριμεία, τέλος, κριτική έχει ασκηθεί κατά των χειρισμών Τραμπ στη Συρία. Όπου, σημειωτέον, ο Αμερικανός πρόεδρος κληρονόμησε μια χαώδη κατάσταση, απότοκο της γεωπολιτικά λανθασμένης – πλην συνεπούς με το σκεπτικό της ατυχούς αντιμετώπισης από τη Δύση της «Αραβικής Άνοιξης» γενικότερα –  απόπειρας των μεγάλων Δυτικών πρωτευουσών να ανατρέψουν το καθεστώς Ασάντ˙ χωρίς μάλιστα να διαθέσουν επαρκή προς τούτο στρατιωτική δύναμη ή να προετοιμάσουν στοιχειωδώς την επόμενη ημέρα. Με επακόλουθο την μετατροπή της περιοχής σε εκκολαπτήριο ισλαμικής τρομοκρατίας, αλλά και σε πρόσφορο έδαφος για την παρέμβαση, με διαφορετικές και εν πολλοίς ανταγωνιστικές ατζέντες,  της Μόσχας και της Τεχεράνης˙ και βέβαια και της Άγκυρας, ανήσυχης για την ανάδυση επί των τουρκικών συνόρων κουρδικού κράτους συμπράττοντος στενά με το εντός της τουρκικής επικράτειας αποσχιστικό ΡΚΚ.  
Και συζητείται μεν το εάν, ή όχι, συνιστά προδοσία έναντι των Κούρδων συμπολεμιστών των Αμερικανών κατά των τζιχαντιστών η απόφαση του  
προέδρου Τραμπ, μετά την εξουδετέρωση του Ισλαμικού Στρατού, να αποσύρει από τη Συρία – χώρο, στον οποίο ο κ. Τραμπ εκτιμά ότι δεν διακυβεύονται πλέον ζωτικά αμερικανικά συμφέροντα – το μείζον μέρος της αμερικανικής στρατιωτικής δύναμης˙ δίνοντας έτσι εμμέσως στους Τούρκους το πράσινο φως για να καταλάβουν μια «ζώνη ασφαλείας» εντός του συριακού εδάφους – με κύριο στόχο  την αποτροπή της συγκρότησης κουρδικού κράτους επί των συνόρων τους. Το γιατί, όμως, αντιμέτωπος με το δίλημμα Κούρδοι ή Άγκυρα, ο Αμερικανός πρόεδρος επέλεξε την τελευταία είναι προφανές: Βλέπει την Τουρκία ως ένα στρατιωτικά και γεωπολιτικά σημαντικό νατοϊκό σύμμαχο, τον οποίο η Μόσχα επιχειρεί συστηματικά να απομακρύνει από την αμερικανική σφαίρα επιρροής˙ και ο οποίος υπό τις κατάλληλες συνθήκες θα μπορούσε να αποβεί χρήσιμος συμπαίκτης της Ουάσιγκτον στο μεσανατολικό ζατρίκιο. Εξ ου και οι προσπάθειες που καταβάλλει, σε προσωπική επικοινωνία και με τον Τούρκο ομόλογό του,  για να άρει τα εμπόδια σε μια αμερικανοτουρκική ανασύνδεση – με σοβαρότερο αυτή τη στιγμή την υπόθεση των S-300. Αυτά δε παρά το λίαν αρνητικό για την τουρκική ηγεσία κλίμα, τόσο στην αμερικανική κοινή γνώμη, όσο και στο Κογκρέσο – ενδεικτικές των διαθέσεων του οποίου είναι και η αναγνώριση της αρμενικής  γενοκτονίας και η επιβολή στην Άγκυρα οικονομικών κυρώσεων εξ αφορμής του Συριακού.[13]
Τουρκία, ΗΠΑ, και Ελληνικά συμφέροντα ασφαλείας
Στο σημείο αυτό επιβάλλεται να παρεμβληθούν, οιονεί παρενθετικά, οι ακόλουθες δύο καίριες επισημάνσεις σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τα ελληνοτουρκικά:
·      Εν πρώτοις, σε περίπτωση κλιμάκωσης της έντασης της χώρας μας με τη γείτονα, μόνο η Ουάσιγκτον θα είναι σε θέση να διαμεσολαβήσει αποτελεσματικά για την αποτροπή του χείρονος.
·      Από την άλλη, όμως, θα διαπράτταμε ασύγγνωστο σε μια τέτοια περίπτωση στρατηγικό σφάλμα, εάν, ασχέτως του προσώπου του Αμερικανού προέδρου της στιγμής, υπολογίζαμε στην απόκλιση των ΗΠΑ από την πάγια – και σε αρμονία με την αυξημένη αντίθεση του αμερικανικού εκλογικού σώματος σε στρατιωτικές επεμβάσεις – στάση των ίσων, ή περίπου, αποστάσεων έναντι των δύο αντιμαχόμενων συμμάχων τους, και στην ενεργό και δη στρατιωτική τους στήριξη προς την πλευρά μας.
Κατά τα λοιπά, η σημασία του αμερικανικού παράγοντος για τη χώρα μας επαυξάνεται εκ του γεγονότος ότι ο φυσικός μας συμπαραστάτης, η Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν διαθέτει, ούτε τα στρατιωτικά μέσα, αλλά ούτε και την πολιτική βούληση, για να δράσει ως ενιαία και άρα ως αξιόπιστη και αποτελεσματική δύναμη στην περιοχή μας. Με την ευρωενωσιακή μας πάντως ταυτότητα να παραμένει χρήσιμη, μεταξύ άλλων, για την επίτευξη της τουρκικής συνεργασίας επί του μεταναστευτικού και, φυσικά, και σε σχέση με το Κυπριακό – παρ’ όλον ότι το οριστικό πλέον ναυάγιο της τουρκικής κοινοτικής ένταξης περιορίζει μεγάλως την ικανότητα των Βρυξελλών να επηρεάζουν τις τουρκικές αποφάσεις.
Συμπερασματικώς
Παρά το συχνά απωθητικό επικοινωνιακό του επικάλυμμα, ο εθνοκεντρισμός του Αμερικανού προέδρου αντανακλά σε σημαντικό βαθμό, τόσο εσωτερικές αμερικανικές συνθήκες, όσο και παγκόσμιες πραγματικότητες. Και συνεπώς, εάν κατά τις προεδρικές εκλογές του προσεχούς έτους ο κ. Τραμπ ηττηθεί, είναι αμφίβολο κατά πόσον ο ή η διάδοχός του θα απομακρυνθεί ως προς τα ουσιώδη από την παρούσα διεθνοπολιτική γραμμή του Λευκού Οίκου – παρά το πολύ διαφορετικό επικοινωνιακό αφήγημα που πιθανότατα θα προβάλει. Χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι δεν θα πρέπει, σε μια τέτοια περίπτωση, να αναμένεται βελτίωση, όχι μόνο στο κλίμα, αλλά σε κάποιο βαθμό και στην ουσία των σχέσεων των Ηνωμένων Πολιτειών με τους συμμάχους και εταίρους τους – και κυριότατα με τους εν Ευρώπη.



[1] « Le style c’est l’homme même”.
[2] Για μια αναλυτική και στο μέτρο του δυνατού αντικειμενική παρουσίαση της εξωτερικής πολιτικής του Αμερικανού προέδρου βλ. Council on Foreign Relations, Special Report No. 84, April 2019, Trump’s Foreign Policies Are Better Than They Seem.
[3] Remarks by President Trump to the 74th Session of the United Nations General Assembly, White House, 25-9-2019
[4] Ως υποψήφιος, ο κ. Τραμπ είχε επικρίνει την αμερικανική στρατιωτική υπερέκταση και αποκαλέσει «λάθος» τον Πόλεμο του Ιράκ. Bλ. σχετικώς, Rand Paul (Γερουσιαστής), President Donald Trump moves to stop 'endless wars', USA Today, 16-10-2019. Για τη συνεχιζόμενη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ εκτός αμερικανικού εδάφους, βλ. Despite Vow to End ‘Endless Wars,’ Here’s Where About 200,000 Troops Remain, New York Times, 21-10-2019.
[5] Mεταξύ άλλων, Philip Stephens, Nations have often employed economic coercion. Donald Trump has gone three steps further. He has merged America’s economic policy with its national security strategy, Financial Times, 17-10-2019, και Simon Tisdall, Money wars: how sanctions and tariffs became Trump’s big guns, Financial Times, 19-8-2019.
[6] National Security Strategy of the United States of America, December 2017.
[7] Για στατιστικά στοιχεία σχετικά με την αντίθεση της πλειοψηφίας της αμερικανικής κοινής γνώμης στους «μεσανατολικούς πολέμους», βλ. Simon Jenkins, The US and Britain face no existential threat. So why do their wars go on? The Guardian, 15-11-2019.
[8] The Editorial Board, What’s America’s Winning Hand if Russia Plays the China Card? The New York Times, 21-07-2019.
[9] Δικαιολογώντας την απόφασή του να συγχαρεί τον πρόεδρο Πούτιν επί τη επανεκλογή του, ο κ. Τραμπ υποστήριξε ότι «οι καλές σχέσεις με τη Ρωσία είναι καλό, όχι  κακό πράγμα…Μπορούν να μας βοηθήσουν να επιλύσουμε προβλήματα σχετικά με τη Βόρεια Κορέα, τη Συρία, την Ουκρανία, τον Ισλαμικό Στρατό, το Ιράν, και ακόμη και με τον επερχόμενο Ανταγωνισμό Εξοπλισμών.» Βλ. Aubree Eliza Weaver, Trump criticizes predecessors in defending congratulatory call to Putin, Politico, 21/03/2018.”
[11] Κατά τη σύνταξη του παρόντος, η τύχη των μείζονος σημασίας για τις σινο-αμερικανικές σχέσεις – αλλά ενδεχομένως και σημαντικών για τις προσωπικές πολιτικές προοπτικές του κ. Τραμπ, ου μην αλλά και του προέδρου Σι – εμπορικών διαπραγματεύσεων μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου εμφανίζεται αβέβαιη.
[12] Πρόκειται για την «Περιφερειακή Συμπεριληπτική Οικονομική Σύμπραξη» [Regional Comprehensive Economic Partnership ή RCEP], η οποία όμως κατά τη σύνταξη του παρόντος προσκρούει στην υπαναχώρηση της Ινδίας.
[13] Για μια ενδιαφέρουσα εκτίμηση των αμερικανοτουρκικών πραγμάτων από αντιπολιτευόμενο  τον πρόεδρο Ερντογάν Τούρκο δημοσιογράφο, βλ. Burak Bekdil, Washington and Ankara: Sweet Words, Sour Deeds, BESA Center Perspectives, Paper No. 1,350, 20-11-2019.

Wednesday, September 18, 2019

ΤΟ ΝΕΟ ΕΥΡΩΕΝΩΣΙΑΚΟ ΤΟΠΙΟ


Το κείμενο αυτό είναι προδημοσίευση από τεύχος  των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ)


Οι ένατες μετά το 1979 ευρωεκλογές του περασμένου Μαΐου διέψευσαν τους διάχυτους φόβους των ευρωπαϊστών και τις αντίστοιχες ελπίδες των ευρωσκεπτικιστών, ότι, σε συνδυασμό και με το Μπρέξιτ, θα σηματοδοτούσαν την απαρχή της αποδόμησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με τον προκύψαντα συσχετισμό δυνάμεων να προσφέρει αντιθέτως ευκαιρίες για ένα νέο ξεκίνημα του ευρωενωσιακού εγχειρήματος.
Παρά την αύξηση κατά τι του ποσοστού τους στη νέα Ευρωβουλή, τα ευρωσκεπτικιστικά κόμματα μόλις διαθέτουν το τέταρτο των εκεί εδρών. Με δεδομένες δε και τις μεταξύ τους οξείες συχνά πολιτικο-ιδεολογικές έριδες, μακράν απέχουν του να είναι σε θέση να ασκήσουν αποφασιστική επιρροή επί της κοινοτικής ατζέντας. Ενώ, από την άλλη, οι πλειοψηφούντες ευρωπαϊστές,  μολονότι καλύπτουν ένα ακόμη ευρύτερο και ανομοιογενέστερο πολιτικο-ιδεολογικό φάσμα, παρέχουν ωστόσο δυνητικώς ισχυρή βάση για την προώθηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Ήδη δε η φιλοευρωπαϊκή αυτή πλειοψηφία αποτυπώνεται, πέραν της εκλογής στην προεδρία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του Ιταλού ευρωπαϊστού Νταβίντ- Μαρία Σασόλι, στην επιλογή και των επικεφαλής των λοιπών κρίσιμων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 
Οι νέες κοινοτικές ηγεσίες και ο γαλλογερμανικός άξονας
Χαρακτηριστικά: Νέος πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου είναι ο ένθερμος ευρωπαϊστής, πρώην πρωθυπουργός του Βελγίου Σαρλ Μισέλ [Charles Michel]. Η νέα πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, πρώην υπουργός άμυνας της Γερμανίας Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν [Ursula von der Leyen] έχει ταχθεί στο παρελθόν υπέρ των «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», αν και τώρα, προφανώς για τις ανάγκες της νέας αποστολής της, δηλώνει ότι υιοθετεί την «πιο ώριμη και ρεαλιστική» προσέγγιση της «ενότητας εν τη ποικιλομορφία» [unity in diversity]. Ο νέος Ύπατος εκπρόσωπος της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας και επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ) και πρώην υπουργός εξωτερικών της Ισπανίας Josep Borrell Fontelles, ως μέλος της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης για την επεξεργασία του Ευρωπαϊκού Συντάγματος, είχε προτείνει να συμπεριληφθεί στο τελευταίο αυτό αναφορά σε «ομοσπονδιακό μοντέλο». Ενώ στη διοίκηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας τοποθετήθηκε η μέχρι τούδε επικεφαλής του ΔΝΤ και πρώην υπουργός γαλλικών κυβερνήσεων επί προεδρίας Ολάντ, κυρία Κριστίν Λαγκάρντ [Christine Lagarde], θεωρούμενη θιασώτης, τόσο του οικονομικού πραγματισμού του κ. Μακρόν, όσο και των φιλόδοξων στοχεύσεών του για την ευρωζώνη. Και τούτο, σημειωτέον, παρά την υποστήριξη που «Γερμανοί ιέρακες» παρέσχον στην υποψηφιότητα του, γνωστού για την «οικονομική ορθοδοξία» του, διοικητού της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας Jens Weidmann.[1]
Kαι γενικότερα άλλωστε, οι εθνικές και ευρωπαϊκές βλέψεις του Γάλλου προέδρου συνέβαλαν αποφασιστικά στη διαμόρφωση του νέου ηγετικού κοινοτικού σχήματος. Καθώς ο κ. Μακρόν, επωφελούμενος και της εσωτερικής πολιτικής εξασθένισης της κυρίας Μέρκελ,[2] εξασφάλισε τη γερμανική στήριξη για υποψηφίους, όχι μόνο θετικούς έναντι της ευρωπαϊκής του πολιτικής, αλλά και στο σύνολό τους φίλα προσκείμενους στη Γαλλία. Με τη σύμπλευση αυτή να επιβεβαιώνει και την, παρά τις εκάστοτε δυσλειτουργίες του, συνεχιζόμενη δραστηριοποίηση του γαλλογερμανικού άξονα. Όπως μαρτυρεί και η δήλωση της Γερμανίδας καγκελαρίου, ότι μολονότι «είναι φυσικό να παλεύουμε μεταξύ μας», «ως προς βασικά ζητήματα…είμαστε σε πολύ παρεμφερές μήκος κύματος. Ενώ στο ίδιο πνεύμα κινείται και η, εξ αφορμής ακριβώς της δημόσιας αυτής τοποθέτησης της κυρίας Μέρκελ, περιγραφή της γαλλογερμανικής σχέσης από τον κ. Μακρόν ως «παραγωγικής αντιπαράθεσης». [3]
Σημειωτέον ότι στις καθησυχαστικές αυτές διαβεβαιώσεις έδωσαν λαβή δημοσιογραφικές πληροφορίες περί γαλλογερμανικών διαφωνιών σε σχέση με τον χειρισμό του Μπρέξιτ. Η ως προς το οποίο σκληρότερη στάση της γαλλικής πλευράς αντανακλά πιθανότατα την παραδοσιακή επιφυλακτικότητα του Παρισιού έναντι του πέραν της Μάγχης ευρωσκεπτικισμού, ενδεχομένως όμως και ανομολόγητη επιδίωξη του Γάλλου προέδρου να αξιοποιήσει την έξοδο των Βρετανών υπέρ της ενοποιητικής ευρωπαϊκής του ατζέντας – και, παρεμπιπτόντως, και για την ενίσχυση της ηγετικής παρουσίας της χώρας του στους κόλπους της ΕΕ. Εν πάση όμως περιπτώσει, όλα δείχνουν ότι, έναντι της σκληροπυρηνικής βρετανικής κυβέρνησης υπό τον πρωθυπουργό Τζόνσον, το ευρωκοινοτικό μέτωπο παραμένει αρραγές. Μένει δε μόνο να φανεί κατά πόσον, απερχόμενο, το Λονδίνο θα θελήσει να διατηρήσει αμοιβαίως επωφελείς δεσμούς  με τις Βρυξέλλες –  ειδικότερα σε τομείς όπως, κατ’ εξοχήν, η ασφάλεια και η άμυνα, όπου η συνεισφορά του θα ήταν ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη στους Κοινοτικούς.
Ευρωζώνη και ΚΕΠΠΑΑ
Κατά τα λοιπά, ο φιλοευρωπαϊσμός της ηγεσίας των βασικών κοινοτικών οργάνων, ναι μεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την προώθηση της ενοποιητικής διαδικασίας, όχι όμως και επαρκή. Με τη στάση των κυβερνήσεων των κρατών-μελών, και ιδίως των ισχυροτέρων,  έναντι των κρίσιμων προκλήσεων που αντιμετωπίζει η ΕΕ στους τομείς της οικονομίας, της εξωτερικής πολιτικής, της άμυνας, της ασφάλειας, και των μεταναστευτικών εισροών να παραμένει καθοριστικής σημασίας.
Από τα μέχρι στιγμής κοινοτικά επιτεύγματα, η Ζώνη του ευρώ είναι αναμφίβολα το ουσιαστικότερο. Οι χρηματο-οικονομικοί όμως κλυδωνισμοί των τελευταίων ετών ανέδειξαν κρίσιμες δομικές της αδυναμίες, θέτουσες σε κίνδυνο την ίδια την επιβίωσή της – ιδίως εάν οι φόβοι για επικείμενη επιδείνωση του διεθνούς και ειδικότερα του ευρωπαϊκού οικονομικού κλίματος επιβεβαιωθούν Στο μέτρο δε που οι αδυναμίες αυτές απορρέουν από την αναπόφευκτα δυσχερή διαχείριση ενός κοινού νομίσματος υπό πλειόνων ανομοιογενών κρατικών κέντρων, η θεραπεία τους είναι ανέφικτη χωρίς την ενδυνάμωση του υπερεθνικού στοιχείου της Ευρωζώνης. Με τους θιασώτες της πολιτικής συσσωμάτωσης της ΕΕ να στηρίζουν αυτονοήτως θεσμικές   μεταρρυθμίσεις προς την κατεύθυνση αυτή – ευλόγως επιχειρηματολογούντες ότι το ευρώ δεν υιοθετήθηκε με τεχνοκρατική οικονομική λογική, αλλά πρωτίστως ως μέσο προώθησης της  ευρωπαϊκής ενοποίησης. Και με τον Γάλλο πρόεδρο, ειδικότερα – σε ισχυρή πάντοτε πολιτική θέση χάρις στο γαλλικό γκολικό σύνταγμα, παρά την άνοδο του ευρωσκεπτικιστικού Εθνικού Συναγερμού κατά τις ευρωεκλογές – να προτείνει θεσμοθέτηση θέσης υπουργού οικονομικών της Ευρωζώνης και χωριστού ευρωζωνικού προϋπολογισμού και κοινοβουλίου. [4]
Ωστόσο, τόσο οι πριν, όσο και οι μετά τις ευρωεκλογές αντιδράσεις των κοινοτικών εταίρων στις ριζοσπαστικές αυτές προτάσεις είναι ενδεικτικές της συνεχιζόμενης αμφιθυμίας στους κόλπους της ΕΕ ως προς το ενοποιητικό εγχείρημα. Διότι, ναι μεν η ισπανική κυβέρνηση παρέχει στη μεταρρυθμιστική πρωτοβουλία Μακρόν την έκθυμη υποστήριξή της, πλην όμως η γερμανική ηγεσία, παρά τις αφειδείς φιλοευρωπαϊκές διαβεβαιώσεις της, αποφεύγει – δεδομένων και των τριγμών στους κόλπους του «μεγάλου συνασπισμού» Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών και εν όψει  και των ομοσπονδιακών εκλογών του 2021 – να ταυτισθεί με μεταρρυθμίσεις, οι οποίες, σύμφωνα με φόβους διάχυτους σε ισχυρούς οικονομικούς κύκλους, αλλά και στην ευρύτερη γερμανική κοινή γνώμη, θα ενθαρρύνουν τη δημοσιονομική χαλαρότητα ορισμένων κοινοτικών εταίρων εις βάρος των γερμανικών συμφερόντων. Τη γερμανική δε αυτή επιφυλακτικότητα συμμερίζονται και κατ’ αρχήν φιλοευρωπαϊκές κυβερνήσεις του ευρωπαϊκού Βορρά και ειδικότερα η ολλανδική.[5] Ενώ, σαφώς αρνητική, εκ των πραγμάτων, είναι η εν προκειμένω στάση των ευρωσκεπτικιστών ηγετών των τεσσάρων χωρών της ομάδας Βίσεγκραντ: Πολωνίας, Τσεχίας, Ουγγαρίας, και Σλοβακίας˙  εκ των οποίων, άλλωστε, μόνο η τελευταία έχει εισαγάγει το ευρώ.[6]
Εάν όμως το μέλλον του οικονομικού σκέλους της ΕΕ δικαιολογεί ανησυχίες, ακόμη πιο αβέβαιες είναι οι προοπτικές του διεθνοπολιτικού και του αμυντικού. Παρά τις γενικόλογες σχετικές στοχεύσεις των ευρωπαϊκών συνθηκών και τους συναφείς κοινοτικούς θεσμούς, μεταξύ των οποίων η προμνησθείσα ΕΥΕΔ – η «διπλωματική υπηρεσία», τρόπον τινά, της ΕΕ – και, στον στρατιωτικό τομέα, η «Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία [PESCO]», η «Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας» [ΚΕΠΠΑΑ] παραμένει κατ’ ουσίαν ζητούμενο. Καθώς η αξιοποίηση και ο περαιτέρω εμπλουτισμός του θεσμικού της οπλοστασίου προσκρούουν στην απουσία ενός αποτελεσματικού κατευθυντήριου κέντρου˙ δοθέντος ότι, αφ’ ενός, οι κρισιμότερες σχετικές αποφάσεις λαμβάνονται ομοφώνως στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ήτοι από το σύνολο των κρατών-μελών της ΕΕ ασχέτως συμμετοχής τους στις δραστηριότητες ΚΕΠΠΑΑ, και, αφ’ ετέρου, οι θέσεις των εταίρων έναντι των εξωτερικών προκλήσεων και κρίσεων παρουσιάζουν συχνά δυσγεφύρωτες αποκλίσεις. [7] 
Εξωτερικές προκλήσεις και ενδοευρωπαϊκές διεργασίες
Πηγή εσωτερικών διαιρέσεων και συγχρόνως καθοριστικής σημασίας για την ευρωπαϊκή πλευρά είναι, εν πρώτοις, οι σχέσεις της ΕΕ με την αμερικανική υπερδύναμη. Της οποίας η συμβολή στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, κυρίως μέσω του ΝΑΤΟ, παραμένει αναντικατάστατη˙ αλλά αμφιλεγόμενες επιλογές της οποίας, όπως η αποχώρησή της από τις διεθνείς συμφωνίες για το κλίμα και τα πυρηνικά του Ιράν και η διατλαντική εμπορική αντιπαράθεση, προκαλούν τις αρνητικές αντιδράσεις των κύριων κοινοτικών πρωτευουσών. Ενώ, από την άλλη, κοινοτικά κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, ιδιαίτερα καχύποπτα, λόγω κομμουνιστικής προϊστορίας, αλλά και υπό το φως του Ουκρανικού, έναντι της Μόσχας, αναζητούν προστασία από την Ουάσιγκτον και το ΝΑΤΟ μάλλον παρά από τις Βρυξέλλες και τους κοινοτικούς θεσμούς.
Περιπλέκοντας έτσι το έργο της χάραξης κοινής κοινοτικής γραμμής και έναντι της νέας Ρωσίας. Έργο ούτως ή άλλως δυσχερές και διχαστικό, στο μέτρο  που πλείονες εταίροι, μεταξύ των οποίων και οι πλέον  σημαίνοντες – οι Γάλλοι και οι Γερμανοί ειδικότερα – ταλαντεύονται μεταξύ στρατηγικών,  γεωπολιτικών, και ενεργειακών υπολογισμών˙ αντιμετωπίζοντας συνακόλουθα τη Μόσχα, οτέ μεν ως απειλή, οτέ δε ως χρήσιμο γεωπολιτικό συνομιλητή και οικονομικό συνεταίρο.
Ανάλογα, δε, σε κάποιο βαθμό, διλήμματα – αν και όχι τόσο πιεστικά, επί του παρόντος – αντιμετωπίζει η Κοινοτική Ευρώπη σε σχέση με την Κίνα: σύμφωνα με έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τον δεύτερο σε όγκο συναλλαγών εμπορικό εταίρο της ΕΕ, αλλά συγχρόνως, «εμπορικό ανταγωνιστή» και «συστημικό αντίπαλο». [8] Η οποία καταφανώς επιχειρεί – μεταξύ άλλων μέσω της πρωτοβουλίας «Μία Ζώνη, ένας Δρόμος» [Belt and Road initiative]  και με την επίκληση της εναρμόνισης πολιτισμικών αξιών – να διεισδύσει γεωπολιτικά στον ευρωενωσιακό χώρο. Όπου πλείονα μέλη, μεταξύ των οποίων και η  εκ των ιδρυτικών κρατών της Κοινοτικής Ευρώπης Ιταλία, προσβλέποντα σε οικονομικά οφέλη, διαφοροποιούνται από την επιφυλακτικότερη έναντι των επιδιώξεων του Πεκίνου στάση των Γερμανών και των Γάλλων. [9]
Ενώ η διάσταση συμφερόντων και στρατηγικών επιλογών στους κόλπους της ΕΕ αποδεικνύεται τροχοπέδη και ως προς τη εκ μέρους της διαχείριση περιφερειακών κρίσεων συχνά μεγάλου ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, τόσο στην Ανατολική και Βαλκανική Ευρώπη, όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο, στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, και στον απωανατολικό χώρο.
Σημειωτέον, ότι προς επιτάχυνση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων στον τομέα, ειδικότερα, της εξωτερικής πολιτικής, ο Jean-Claude Juncker, ως πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εισηγήθηκε προ έτους την καθιέρωση του κανόνος της ειδικής πλειοψηφίας. Μια θεσμική μεταρρύθμιση που αναμφίβολα θα συνέβαλλε, ενδεχομένως καθοριστικά, στην ενίσχυση της διεθνούς εμβέλειας της ΕΕ – αλλά η θεσμοθέτηση της οποίας προϋποθέτει και αυτή τη δυσεπίτευκτη ομοφωνία του συνόλου των κρατών-μελών. Ενώ, προς αντιμετώπιση του κοινοτικού ελλείματος άμυνας και ασφάλειας, ο πρόεδρος Μακρόν προτείνει  την «οικοδόμηση μιας αμυντικής Ευρώπης, συνδεδεμένης με την Ατλαντική Συμμαχία», αλλά διαθέτουσας «στρατηγική αυτονομία»˙ και πιο συγκεκριμένα, τη σύναψη μιας ευρωπαϊκής «συνθήκης άμυνας και ασφάλειας» περιλαμβάνουσας «μια πράγματι λειτουργική ρήτρα αμοιβαίας άμυνας» και προβλέπουσας τη συγκρότηση μιας κοινής στρατιωτικής δύναμης επέμβασης και κοινό ευρωπαϊκό αμυντικό προϋπολογισμό και δόγμα – έχοντας μάλιστα αναφερθεί παλαιότερα στη δημιουργία ενός «πραγματικού ευρωπαϊκού στρατού» – καθώς και τη σύσταση ενός «Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ασφάλειας». Με την καγκελάριο Μέρκελ να υιοθετεί εν πολλοίς τις γαλλικές αυτές προτάσεις σε διακηρυκτικό επίπεδο.
Αλλά με τη στρατιωτική συμβολή του Βερολίνου στην «αμυντική Ευρώπη» να παραμένει άκρως αναντίστοιχη προς το δημογραφικό και οικονομικό του δυναμικό. Καθώς, από αντίδραση κυρίως προς τον μιλιταρισμό του παρελθόντος, οι Γερμανοί αποφεύγουν, όχι μόνο να αυξήσουν ουσιαστικά τις ανεπαρκείς υπό κοινοτικό – αλλά και νατοϊκό – πρίσμα αμυντικές τους δαπάνες, αλλά και να συμμετάσχουν στρατιωτικώς σε εκτός συνόρων τους επιχειρήσεις. Και ως εκ τούτου, μόνοι εταίροι δυνάμενοι να προβάλουν στρατιωτική ισχύ εκτός κοινοτικού χώρου σε υπολογίσιμη κλίμακα εξακολουθούν να είναι η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Εξ ου άλλωστε και η πρόταση του προέδρου Μακρόν, στο υπό συζήτηση Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Ασφάλειας να συμμετάσχει και το μετα-Μπρέξιτ Λονδίνο.
Μεταναστευτικό και Τουρκία
Σε μείζον, τέλος, και εξόχως διχαστικό για την ΕΕ θέμα έχει αναδειχθεί μετά το 2015 το μεταναστευτικό. Με τις σχετικές εισροές από τον ευρωπαϊκό μεσανατολικό και αφρικανικό περίγυρο να διαταράσσουν, τόσο την εσωτερική τάξη των κοινοτικών εταίρων, όσο και τις μεταξύ τους σχέσεις. Και με κύρια ζητούμενα: τον περιορισμό του όγκου των εισερχόμενων προσφύγων και οικονομικών μεταναστών, διασφαλιζομένου συγχρόνως του δικαιώματος ασύλου˙ τη συμπεφωνημένη κατανομή τους μεταξύ των κοινοτικών εταίρων, προς αποφυγή μεταξύ άλλων της υπερβολικής επιβάρυνσης των κρατών πρώτης υποδοχής˙ την ομαλή ένταξή τους στις τοπικές κοινωνίες˙ και την αποτροπή της εισόδου ανεπιθύμητων ή και εγκληματικών στοιχείων. Προς επίτευξη δε των στόχων αυτών, ο Γάλλος πρόεδρος έχει προτείνει σειρά κοινών κοινοτικών δράσεων, μεταξύ των οποίων και τη συγκρότηση «κοινής συνοριακής δύναμης» υπό ένα «Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εσωτερικής Ασφάλειας». Εξασφαλίζοντας μεν την κατ’ αρχήν συναίνεση των φιλοευρωπαϊκών κυβερνήσεων, και ειδικότερα της γερμανικής, πλην όμως εισπράττοντας τις αρνητικές αντιδράσεις των ευρωσκεπτικιστικών.  Ενώ σε σημαντική παράμετρο του μεταναστευτικού – με ιδιαίτερη φυσικά βαρύτητα για τη χώρα μας – έχει αναδειχθεί η εφαρμογή της ευρωτουρκικής συμφωνίας του Μαρτίου 2016 προς έλεγχο του εξ Ανατολών μεταναστευτικού ρεύματος.
Κατά τα λοιπά, είναι προφανές ότι οι ευρωτουρκικές σχέσεις έχουν κρίσιμες επιπτώσεις και σε άλλα, ακόμη ζωτικότερα, εθνικά μας συμφέροντα, όπως, κατ’ εξοχήν, τα σχετικά με την Κύπρο και το Αιγαίο.  Δοθέντος δε ότι  η πλήρης τουρκική κοινοτική ένταξη έχει παύσει προ πολλού να αποτελεί ρεαλιστική προοπτική και συνεπώς να προσφέρεται ως μέσο άσκησης ελληνικής πίεσης επί της Άγκυρας, το κατά πόσον θα αποφευχθούν περαιτέρω εντάσεις μεταξύ Τουρκίας και ΕΕ με τη διαμόρφωση ενός εναλλακτικού σχήματος μεταξύ τους συνεργασίας προσλαμβάνει όλως ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη χάραξη της ελληνικής εθνικής στρατηγικής.

Συμπερασματικώς
Μολονότι οι  ευρωεκλογές  απέτρεψαν το χείρον, και μάλιστα θεωρητικώς προσφέρουν εφαλτήριο για την υπέρβαση των κοινοτικών διλημμάτων στους καίριους τομείς της οικονομίας, της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής, της ασφάλειας, και του μεταναστευτικού, οι αντιστάσεις και αντιδράσεις των ευρωσκεπτικιστικών, ή και ανοικτά ευρωφοβικών, πολιτικών δυνάμεων καθιστούν τις όποιες σχετικές ελπίδες τουλάχιστον πρόωρες. Ενώ το πιθανότερο είναι ενδεχόμενη πρόοδος προς πληρέστερη ευρωπαϊκή συσσωμάτωση να επιτευχθεί, σύμφωνα και με την προτροπή του Γάλλου προέδρου, από συνασπισμούς «προθύμων». Με την ευρωζώνη να παρέχει πρότυπο και για τους λοιπούς κρίσιμους χώρους κοινοτικής δράσης. Κατά τα λοιπά δε, βέβαιο είναι ότι, εάν τα μικρομεσαία πλέον, με τα παρόντα παγκόσμια μέτρα, κράτη-μέλη της ΕΕ δεν κατορθώσουν να συγκροτήσουν μια, εκ των πραγμάτων ιδιόμορφη, «ευρωπαϊκή συμπολιτεία», ικανή να προβάλει διεθνώς, όχι μόνο την ήπια δύναμη του ευρωπαϊκού πολιτισμού, αλλά και σκληρή ισχύ αντίστοιχη προς το συνολικό δυναμικό τους, η περιθωριοποίηση, ή ακόμη και η φινλανδοποίησή τους από τους γίγαντες της Αμερικής και της Ευρασίας θα είναι απλώς ζήτημα χρόνου.



[1] Βλ. Mujtaba Rahman, Brussels horse-trading is a win for Macron. French president got lucky with a top jobs package that will help him drive home ambitious EU reforms plan, POLITICO, 3-7-2019, και Nicolas Gros-Verheyde, Le nouveau top chef européen : un choix ambitieux et une victoire de la French team, 3-7-2019. Ειδικώς για τη διαμάχη περί την ΕΚΤ, βλ. German hawks push Jens Weidmann for ECB presidency job, Financial Times, 22-5-2019.
[2] Atika Shubert, Angela Merkel's best laid plans are falling apart in Germany, CNN, 4-6-2019.
[3] Βλ. Merkel on Macron: ‘We wrestle with each other’ on policy. German chancellor denies her relationship with the French president has worsened, Politico, 16-5-2019.
[4] Για μια συνοπτική παρουσίαση των μεταρρυθμιστικών προτάσεων του Γάλλου προέδρου, βλ. Γ. Ε. Σέκερης, Το διακύβευμα των Ευρωεκλογών, Εθνικές Επάλξεις, τεύχος 127 Ιανουαρίου - Μαρίου 2019, σελ. 21-22, και υποσημειώσεις 6 και 7.
[5] Βλ.επί παραδείγματι, Eight northern EU states urge caution in eurozone reforms, EURACTIV.com with Reuters, 6-3-2018 και Rutte declares eurozone budget dead, Macron hails its good health, Contrasting views highlight competing visions for European economy, Politico, 22-6-2019.
[6] Για μια ενδιαφέρουσα ανάλυση των ιδιαιτεροτήτων των χωρών Βίσεγκραντ, βλ. Multi-speed Europe, or the Visegrad Group’s existential conundrum, KAFKADESK, 15-4- 2019.
[7] Χαρακτηριστικά, οι συγκροτηθείσες στο πλαίσιο της PESCO «ομάδες μάχης» [battle groups] παραμένουν μέχρι στιγμής αχρησιμοποίητες. Δεν στερείται, επίσης, ενδιαφέροντος το ότι, εκ των είκοσι πέντε κοινοτικών χωρών που συμμετέχουν στην PESCO, μόνο η Γαλλία και η Ελλάδα έχουν ταχθεί υπέρ της ανάληψης επιχειρήσεων προς προστασία των Ευρωπαίων υπηκόων και αντιμετώπιση εξωτερικών συγκρούσεων και κρίσεων. Βλ. Keeping the momentum in European defence collaboration: an early assessment of PESCO implementation, The International Institute for Strategic Studies www.iiss.org, Μάιος 2019.
[8] Βλ. European Commission, EU-China – A strategic outlook, 12-3-2019. Επίσης: Hans von der Burchard, EU slams China as ‘systemic rival’ as trade tension rises, Politico, 19-4-2019.
[9] Βλ. Για μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση των σινοευρωπαϊκών σχέσεων από αμερικανικής σκοπιάς, βλ. Andrea Kendall και Rachel Rizzo, The U.S. or China? Europe Needs to Pick a Side, Politico, 12-8-2019. Για τη στάση της χώρας μας βλ. ΠτΔ: Η Ελλάδα υπέρ της προσέγγισης Κίνας – ΕΕ μέσω της πρωτοβουλίας «Μία Ζώνη – Ένας δρόμος», in.gr, 11-5-2019.