Saturday, December 17, 2022

ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΠΑΪΝΤΕΝ: Η ΠΡΩΤΗ ΔΙΕΤΙΑ

 

Προδημοσίευση άρθρου από το τεύχος 142 των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ).

Εισαγωγή.

Η αξιολόγηση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής επί διακυβέρνησης Μπάιντεν φυσικό είναι να εστιάζεται, αφενός στην αντιπαραβολή των κεκηρυγμένων στόχων του Αμερικανού προέδρου με την εν συνεχεία πράξη και, αφετέρου, στις επιπτώσεις της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία επί των αμερικανικών επιλογών και χειρισμών και όλως ιδιαίτερα επί των σχέσεων της Ουάσιγκτον με τους συμμάχους και εταίρους της στην Ευρώπη και στον Ειρηνικό και με τις δύο παγκόσμιες δυνάμεις Ρωσία και Κίνα.

 

A’ Κεκηρυγμένοι στόχοι και πρώτες ενέργειες

Τόσο ως υποψήφιος πρόεδρος, όσο και αμέσως μετά την εγκατάστασή του στον Λευκό Οίκο, ο κ. Μπάιντεν, αντιδιαστέλλοντας τις διεθνείς επιλογές του προς εκείνες του προκατόχου του:

·      Τοποθέτησε στο επίκεντρο της εξωτερικής του πολιτικής την υπεράσπιση της διεθνούς δικαιικής τάξης, των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των δημοκρατικών αξιών.

·      Αποκάλεσε τη διπλωματία «εργαλείο πρώτης επιλογής» [tool of first resort], επαγγελλόμενος, ειδικότερα, την αναβάθμιση των ανά τον κόσμο αμερικανικών συμμαχιών, με ιδιαίτερη έμφαση στην ατλαντική και σε εκείνες του Ειρηνικού.

·      Προειδοποίησε παρά ταύτα ότι, «εάν χρειασθεί», δεν θα ορρωδήσει προ της προσφυγής στη στρατιωτική ισχύ, χαρακτηρίζοντας τις ένοπλες δυνάμεις «εργαλείο ύστατης επιλογής», με «κεντρική αποστολή» «την αποτροπή επιθετικών ενεργειών των εχθρών μας» και «εν ανάγκη τη νικηφόρο διεξαγωγή πολέμων χάριν της ασφάλειας των Αμερικανών».

·      Και εξήγγειλε την πρόθεσή του να θέσει τέρμα στους «αέναους πολέμους» και ειδικότερα στην αφγανική εμπλοκή, εστιάζοντας τις προσπάθειες της Ουάσιγκτον στην αντιμετώπιση της κινεζικής και της ρωσικής απειλής – με ιδιαίτερη έμφαση στην πρώτη. [1]

Πράγματι δε, ευθύς ως ανέλαβε την εξουσία, έσπευσε να αντιστρέψει μια σειρά από σφόδρα επικριθείσες, ιδιαίτατα από τους Ευρωπαίους συμμάχους, ενέργειες του προέδρου Τραμπ. Μεταξύ άλλων:

·      Επανεντάσσοντας τις ΗΠΑ στη Συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή˙

·      δρομολογώντας μια διαπραγματευτική προσπάθεια για την αναβίωση της συμφωνίας JCPOA του 2015 για τη διασφάλιση του ειρηνικού χαρακτήρα του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης˙

·      αίροντας, μερικώς έστω, τους δασμούς επί των εισαγόμενων ευρωπαϊκών προϊόντων ˙

·      και ανακαλώντας την απόφαση μείωσης της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Γερμανία.

Παράλληλα όμως, προέβη επανειλημμένως σε ενέργειες που επέσυραν                        τη δυσφορία της ευρωκοινοτικής πλευράς, όπως:

·      Η απόσυρση – στη γραμμή των σχετικών προθέσεων της κυβέρνησης Τραμπ – της αμερικανικής συνιστώσας της νατοϊκής «Αποστολής Αποφασιστικής Υποστήριξης» από το Αφγανιστάν˙ τούτο δε άνευ επαρκούς συντονισμού με τους μετέχοντες στην εν λόγω δύναμη Ευρωπαίους συμμάχους.

·      Και η σύναψη με Βρετανούς και Αυστραλούς αμυντικής συμφωνίας (γνωστής υπό το αγγλικό αρκτικόλεξο AUCUS) συνεπαγόμενης τη ματαίωση, χωρίς καν προηγούμενη ενημέρωση του Παρισιού, της προμήθειας γαλλικών αεροσκαφών από την Καμπέρα – με τον Αμερικανό, πάντως, πρόεδρο, ασκώντας τρόπον τινά αυτοκριτική, να χαρακτηρίζει εκ των υστέρων τον χειρισμό του όλου θέματος «αδέξιο»˙[2]

Σημειωτέον ότι σημαντικοί παράγοντες του αμερικανικού δημόσιου βίου και, ειδικότερα, υψηλόβαθμα στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης – μεταξύ των οποίων παλαιοί συνεργάτες του σημερινού προέδρου κατά τη θητεία του ως αντιπροέδρου υπό τον πρόεδρο Ομπάμα και πρώην «νεοσυντηρητικοί» (neocons) μεταλλαγμένοι σε «νεοφιλελεύθερους» (neoliberals) – ερμηνεύουν τις διεθνείς επιλογές της προεδρίας Μπάιντεν ως βήματα προς αναστήλωση μιας κλονισθείσης από τον νεοαπομονωτισμό του προέδρου Τραμπ «παγκόσμιας φιλελεύθερης τάξης», εδραζόμενης στο διεθνές δίκαιο και τις δημοκρατικές αξίες. Με τους οπαδούς όμως της «ρεαλιστικής» σχολής των διεθνών σχέσεων, πολιτικούς και διεθνολόγους, να αντιτείνουν ότι μια τέτοια τάξη πραγμάτων ουδέποτε υπήρξε. Επικαλούμενοι μια σειρά από αμερικανικές στρατιωτικές επεμβάσεις μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, διεξαχθείσες, είτε χωρίς εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπως στο Κόσοβο και στο Ιράκ, είτε, στην περίπτωση της Λιβύης, με αυθαίρετη ερμηνεία της σχετικής απόφασης του παγκόσμιου οργανισμού.[3] Αλλά και τη διαχρονική εφαρμογή από την Ουάσιγκτον στον λατινοαμερικανικό χώρο ενός επικαιροποιημένου δόγματος Μονρόε. Καθώς επίσης τη συνεχιζόμενη στενή σύμπραξη των ΗΠΑ με ήκιστα «δημοκρατικά» ανά την υφήλιο καθεστώτα. Μια σύμπραξη, μάλιστα, την οποία η «Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας» του Οκτωβρίου 2022 – στρατηγικός γνώμονας της προεδρίας Μπάιντεν για τη χάραξη πορείας στο υπό μετάλλαξη διεθνοπολιτικό τοπίο – όχι μόνο αναγνωρίζει, αλλά και δικαιολογεί˙ επιχειρηματολογώντας ότι, ναι μεν ορισμένες από τις συμπράττουσες με τις ΗΠΑ χώρες «δεν είναι ίσως δημοκρατικές, πλην όμως εξαρτώνται από ένα διεθνές σύστημα διεπόμενο από κανόνες».[4]

Η ιδεολογικοπολιτική δε αυτή αντιπαράθεση προσλαμβάνει αυξημένο ενδιαφέρον υπό το φως της εκτιθέμενης αδρομερώς στην προμνησθείσα «Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας», ευρείας αναδιάταξης των διεθνοπολιτικών προτεραιοτήτων των ΗΠΑ συνεπεία του ουκρανικού γεωπολιτικού σεισμού.

 

Β’ Ευρωατλαντικοί δεσμοί

Μείζον άμεσο επακόλουθο της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία υπήρξε η θεαματική σύσφιγξη των διατλαντικών δεσμών. Τα παλαιότερον λεχθέντα από τον πρόεδρο Μακρόν περί «εγκεφαλικώς νεκρού ΝΑΤΟ» διαψεύσθηκαν θεαματικά από μια συμμαχική συσπείρωση και δραστηριοποίηση άνευ προηγουμένου στην μεταψυχροπολεμική εποχή. Με την Ατλαντική, μάλιστα, Συμμαχία να διευρύνεται χάρις στη δρομολογηθείσα ενσωμάτωση της Φινλανδίας και της Σουηδίας – δύο κρατών επί μακρόν προσκολλημένων σε καθεστώς ουδετερότητας. Στην αναζωογονημένη δε αυτή συμμαχία ο ηγετικός ρόλος ασκείται εκ των πραγμάτων από την Ουάσιγκτον. Η στρατιωτική και οικονομική ισχύς της οποίας βαρύνει καθοριστικά στη διαμόρφωση, όχι μόνο της νατοϊκής, αλλά εμμέσως και της ευρωενωσιακής πολιτικής.

Προσθετέον ότι τις ευρωαμερικανικές σχέσεις σκιάζουν από τινος προστατευτικά μέτρα της κυβέρνησης Μπάιντεν στον οικονομικό τομέα αντιβαίνοντα, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή πλευρά, στους κανόνες του διεθνούς εμπορίου.[5] Παρά ταύτα, όμως, καθοριστικός παράγων στους δεσμούς μεταξύ των δύο ακτών του Ατλαντικού είναι πάντοτε ο γεωπολιτικός-στρατηγικός. Κατά τα άλλα δε, οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο κύριος εμπορικός εταίρος της κοινοτικής Ευρώπης. Ενώ γενικότερα ο ευρωατλαντικός χώρος δεν παύει να είναι, όχι μόνο υπό γεωπολιτικό, αλλά και υπό γεωοικονομικό πρίσμα, ο πλέον συνεκτικός παγκοσμίως. Όπως προκύπτει και από την υψηλού συμβολισμού πρόσφατη επίσημη επίσκεψη του Γάλλου προέδρου στην Ουάσιγκτον.[6]

Ωστόσο, παρά τη συνοχή αυτή, οι απόψεις των επί μέρους κυβερνήσεων για τις σχέσεις της Δύσης με τους λοιπούς κύριους συντελεστές του παγκόσμιου γίγνεσθαι συχνά διαφέρουν. Το εάν δε και σε ποιο βαθμό οι υποβόσκουσες διαφοροποιήσεις θα διαταράξουν τη συμμαχική ομοθυμία θα εξαρτηθεί πρωτίστως από τις συναφείς επιλογές και χειρισμούς του ιθύνοντος Αμερικανού συμμάχου.

Γ’ Ρωσοαμερικανικές σχέσεις

Ήδη αρχομένου του 2021, η «Ενδιάμεση Στρατηγική Οδηγία Εθνικής Ασφαλείας» των ΗΠΑ παρουσίαζε τη Ρωσία «αποφασισμένη να ενισχύσει την παγκόσμια επιρροή της και να διαδραματίσει αποσταθεροποιητικό [disruptive] ρόλο επί της διεθνούς σκηνής».[7] Ο δε πρόεδρος Μπάιντεν διατηρούσε, και μάλιστα διεύρυνε, τις  επιβληθείσες μετά το 2014, κυρίως λόγω Κριμαϊκού, κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Παρατείνοντας όμως συγχρόνως τη ρωσο-αμερικανική Νέα Συνθήκη START [Strategic Arms Reduction Treaty], και συμμετέχοντας τον Ιούνιο του 2021 σε συνάντηση κορυφής με τον Ρώσο ομόλογό του, διεμήνυε την πρόθεσή του να συνομιλήσει με τη Μόσχα εποικοδομητικά.

Δεν εκπλήσσει, συνεπώς, ότι η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ανέβασε κατακόρυφα το θερμόμετρο στις ρωσο-αμερικανικές σχέσεις. Με την «Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας» να διαπιστώνει ότι «καθ’ όλη την τελευταία δεκαετία, η ρωσική κυβέρνηση επέλεξε να ακολουθήσει μια ιμπεριαλιστική εξωτερική πολιτική με στόχο την ανατροπή κεντρικών στοιχείων της διεθνούς τάξης», και ότι η Ρωσία «συνιστά τώρα άμεση και διαρκή απειλή για τη διεθνή ειρήνη και σταθερότητα». [8]

Στο πνεύμα δε αυτό, η Ουάσιγκτον έσπευσε να παράσχει στο Κίεβο παντοειδή στήριξη: διπλωματική, εξοπλιστική, οικονομική, πληροφοριακή, επικοινωνιακή».[9] Αποκλείοντας, όμως, κατηγορηματικά ευθύς εξ αρχής την άμεση στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ και της Ατλαντικής Συμμαχίας. Όπως διευκρίνισε ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος, «δεν επιδιώκουμε τον πόλεμο μεταξύ του ΝΑΤΟ και της Ρωσίας. Παρ’ όλο που διαφωνώ με τον κ. Πούτιν και βρίσκω τις πράξεις του αποτρόπαιες, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα επιχειρήσουν να προκαλέσουν την ανατροπή του…….». Ενώ σύμφωνα με τον διάσημο Βρετανό στρατηγιστή  Lawrence Freedman, «η πολιτική της κυβέρνησης Μπάιντεν συνίσταται στο να καταστεί ικανή η Ουκρανία να εμποδίσει μια ρωσική νίκη, και, στο μέτρο του εφικτού, να νικήσει τη Ρωσία, αποφευγομένου όμως συγχρόνως ενός πυρηνικού πολέμου».[10]

Κατά τη σύνταξη του παρόντος, η ματαίωση της αρχικής επιδίωξης του προέδρου Πούτιν να θέσει το σύνολο της Ουκρανίας υπό ρωσικό έλεγχο φαίνεται δεδομένη. Απίθανη ωστόσο εμφανίζεται και η κατά κράτος νίκη του Κιέβου επί του Ρώσου εισβολέα. Με πιθανότερη έκβαση της τραγικής αυτής αναμέτρησης την κατόπιν διαπραγματεύσεων, ή και απλώς ντε φάκτο, παγίωση μιας διαχωριστικής μεταξύ των δύο αντιπάλων γραμμής, αντανακλώσης κατ’ ανάγκην τον συσχετισμό δυνάμεων επί του πεδίου.

Μια τέτοια έκβαση των εχθροπραξιών ασφαλώς δεν ανταποκρίνεται στο περί δικαίου αίσθημα των Ουκρανών και πολλών δυτικών υποστηρικτών τους – και ούτως ή άλλως θα είναι μάλλον ανέφικτη ενόσω το Κίεβο θα τρέφει την ελπίδα να επικρατήσει διά των όπλων.[11] Επισυμβαίνουσα, όμως, θα απομάκρυνε τους πολλαπλούς κινδύνους που συνεπάγεται η διαιώνιση των εχθροπραξιών, με κυριότερους ίσως: μια ανεπιθύμητη, τόσο από αμερικανικής, όσο και από ρωσικής σκοπιάς διεύρυνση του πολέμου λόγω τυχαίου γεγονότος˙[12] την όλο και λιγότερο πιθανή, αλλά μη αποκλειόμενη προσφυγή σε πυρηνικά όπλα από έναν εν απογνώσει ευρισκόμενο Ρώσο πρόεδρο ˙[13] και το ενδεχόμενο, μια – ωσαύτως μη ορατή αυτή τη στιγμή – καθεστωτική αλλαγή στη Μόσχα να οδηγήσει, είτε σε γεωπολιτικό χάος στην καρδιά της Ευρασίας, είτε σε μια σκληρότερη ρωσική ηγεσία, ίσως  δε και στα δύο.  [14]

Με τις σχετικές αμερικανικές αποφάσεις να έχουν καθοριστική σημασία, τόσο για την περαιτέρω πορεία του Ουκρανικού, όσο και γενικότερα για τις σχέσεις της Δύσης με τη Ρωσία. Δοθέντος μάλιστα ότι εν απουσία κοινής γραμμής οι κοινοτικοί Ευρωπαίοι ρυμουλκούνται κατ’ ανάγκην από την Ουάσιγκτον. Στους ηγετικούς κύκλους της οποίας, ίσως και υπό την πίεση μιας, έστω περιορισμένης,  διακομματικής «ουκρανικής κόπωσης», η «διαπραγματευτική λύση» δείχνει να κερδίζει έδαφος.[15]

Μια πρόσθετη όμως, μείζονος σημασίας γεωπολιτική παράμετρος του πολέμου στην Ουκρανία είναι οι επιπτώσεις του στις  σινο-αμερικανικές σχέσεις.

Δ’ Σινοαμερικανικές σχέσεις

Η επικέντρωση της προσοχής της Ουάσιγκτον στο Ουκρανικό τείνει να επισκιάσει σε επικοινωνιακό επίπεδο την αύξουσα αμφισβήτηση της αμερικανοκεντρικής τάξης πραγμάτων από την ανερχόμενη Κίνα. Την οποία ωστόσο η «Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας» χαρακτηρίζει ως «τη μόνη χώρα που έχει, τόσο την πρόθεση να αναμορφώσει την παγκόσμια τάξη, όσο, όλο και περισσότερο, και την προς τούτο οικονομική, διπλωματική, στρατιωτική και τεχνολογική ισχύ». Προσθέτοντας ότι «η Ρωσία αποτελεί μεν άμεση και συνεχιζόμενη απειλή κατά της περιφερειακής ασφάλειας στην Ευρώπη και είναι πηγή αναστάτωσης και αποσταθεροποίησης παγκοσμίως, στερείται όμως των καθ’ όλο το φάσμα δυνατοτήτων της ΛΔΚ». Και επισημαίνοντας, ειδικότερα, ότι «το Πεκίνο φιλοδοξεί να δημιουργήσει μια επαυξημένη ζώνη επιρροής στον Ινδο-Ειρηνικό και να αποβεί η παγκόσμια ηγετική δύναμη».

Τις αμερικανικές δε αυτές εκτιμήσεις και ανησυχίες έχει επιτείνει η θεαματική εδραίωση, μετά το 20ο Συνέδριο του ΚΚΚ, της ηγετικής θέσης του προέδρου Σι. Ο οποίος, υπέρμαχος της μαρξιστικής ορθοδοξίας και του συγκεντρωτικού κράτους και με μη αποκρυπτόμενες φιλοδοξίες για τον παγκόσμιο ρόλο της ΛΔΚ, επωφελήθηκε του βήματος του Συνεδρίου για να καταγγείλει – χωρίς να τις κατονομάσει, αλλά καταφανώς έχοντας κυρίως τις ΗΠΑ κατά νουν – τον «ηγεμονισμό» και τις «εκ του εξωτερικού απόπειρες εκβιασμού, ανάσχεσης, αποκλεισμού και άσκησης μέγιστων πιέσεων» εις βάρος της χώρας του, και ιδιαίτερα την «ανάμειξη» στο Ταϊβανικό. Επιβεβαιώνοντας έτσι ότι το Πεκίνο, εκτός από οικονομικός ανταγωνιστής, είναι και γεωπολιτικός αντίπαλος της Ουάσιγκτον.  [16]

Προς αντιμετώπιση δε της κινεζικής αυτής οικονομικής και γεωπολιτικής πρόκλησης ο πρόεδρος Μπάιντεν, συνεχίζοντας κατά τούτο την πολιτική του προκατόχου του, έχει δρομολογήσει σειρά οικονομικών αντιμέτρων, τα οποία γνωστός δημοσιολόγος χαρακτήρισε, με κάποια ίσως υπερβολή, κήρυξη «γενικού οικονομικού πολέμου κατά της Κίνας»˙ και τα οποία, σύμφωνα με άλλον έγκυρο παρατηρητή, αποσκοπούν «στην παρεμπόδιση της πορείας της Κίνας με την ματαίωση της εισροής βασικών δυτικών τεχνολογιών». [17] Διαφοροποιούμενος, ωστόσο, από τον απομονωτισμό της προεδρίας Τραμπ, προάγει τις αμερικανικές συμμαχίες και συνεργασίες στον Ινδο-Ειρηνικό, με ιδιαίτερη έμφαση στους συμμαχικούς δεσμούς των Ηνωμένων Πολιτειών με την Αυστραλία, την Ιαπωνία,  τη Ν. Κορέα, τις Φιλιππίνες, και την Ταϊλάνδη˙ [18] στη σύσφιγξη των σχέσεών τους με την Ινδία στο πλαίσιο του Τετραμερούς  Διαλόγου Ασφαλείας, γνωστού ως Quad ˙ στη στενή συνεργασία τους με την Ένωση των Χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας [ASEAN]˙ στην αξιοποίηση της συμμετοχής τους στην Οικονομική Συνεργασία Ασίας-Ειρηνικού [ΑPEC]˙ και στη «σφυρηλάτηση διασυνδέσεων μεταξύ του Ινδο-Ειρηνικού και του Ευρω-ατλαντικού».[19] Με την τελευταία, όμως, αυτή στόχευση να προσκρούει στην εφεκτικότητα πλειόνων κοινοτικών εταίρων, με προεξάρχουσες τη Γερμανία και τη Γαλλία. Οι οποίες στις σχέσεις τους με την Κίνα προτάσσουν, η μεν πρώτη οικονομικές, η δεύτερη δε γεωπολιτικές κυρίως σκοπιμότητες.[20]

Χωρίς όμως να εγκαταλείπει τις προσπάθειες αναχαίτισης του Κινέζου ανταγωνιστή, ο πρόεδρος Μπάιντεν επωφελήθηκε της συνόδου κορυφής των G20 στην Ινδονησία τον παρελθόντα Νοέμβριο για να αποτρέψει την περαιτέρω όξυνση των σινο-αμερικανικών σχέσεων. Παρέχοντας τη διαβεβαίωση ότι μολονότι «θα ανταγωνισθούμε [με την Κίνα] σθεναρά…δεν επιδιώκω σύγκρουση»˙ ότι «προτίθεμαι να διαχειρισθώ τον ανταγωνισμό αυτόν με υπευθυνότητα»˙ και ότι «είμαι απολύτως πεπεισμένος ότι δεν συντρέχει λόγος για έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο».[21] Με τον Κινέζο πρόεδρο να ανταποκρίνεται καθησυχαστικά, δηλώνοντας ότι «η Κίνα ουδέποτε επιδίωξε να μεταβάλει την ισχύουσα διεθνή τάξη…και δεν έχει την πρόθεση να προκαλέσει και να υποκαταστήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες». [22]                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                             

Ακόμη δε και ως προς το μείζον επίμαχο πρόβλημα του καθεστώτος της Ταϊβάν – το οποίο προσφάτως αναζωπυρώθηκε από την επίσκεψη Πελόσι και θεωρείται το πιθανότερο έναυσμα μιας σινο-αμερικανικής στρατιωτικής σύγκρουσης [23] – οι τοποθετήσεις και των δύο προέδρων, χωρίς ποσώς να αφίστανται από τις πάγιες και κατ’ ουσίαν αντικρουόμενες θέσεις των χωρών τους, αποπνέουν πρόθεση αποφυγής μιας απευκταίας εκατέρωθεν ρήξης. Καθώς, ο μεν πρόεδρος Μπάιντεν επιβεβαίωσε ότι «η πολιτική μας της Μίας Κίνας παραμένει αμετάβλητη» – χωρίς πάντως, προκρίνοντας ενδεχομένως τη «στρατηγική ασάφεια», να αναιρέσει προγενέστερη δήλωσή του προς αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο ότι θα συνδράμει στρατιωτικώς το Ταϊπέι σε περίπτωση κινεζικής εισβολής˙[24] ο δε Κινέζος ομόλογός του αρκέσθηκε να τονίσει ότι «το ζήτημα της Ταϊβάν βρίσκεται στο επίκεντρο του πυρήνα των συμφερόντων της Κίνας και αποτελεί την πρώτιστη κόκκινη γραμμή που δεν πρέπει να διασχισθεί στις  σινο-αμερικανικές σχέσεις», ότι «η επίλυσή του είναι εσωτερική υπόθεση των Κινέζων και της Κίνας», και ότι «ανεξαρτησία και Ταϊβάν είναι ασύμβατα όπως το νερό και η φωτιά». [25]

Ενώ ένα πρόσθετο, μείζονος σημασίας ζήτημα που απασχόλησε τις συνομιλίες των δύο ηγετών ήταν οι σχέσεις των χωρών τους με τη Ρωσία.

Παραμονές της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, ο πρόεδρος Σι – καταφανώς αποβλέποντας στην εκμετάλλευση της συγκυρίας για να προσδέσει τους Ρώσους στο γεωπολιτικό του άρμα – είχε εξάρει τις σχέσεις της χώρας του με τη Ρωσία ως «φιλία απεριόριστη».[26] Μολονότι όμως πάντοτε κεφαλαιώδους σημασίας και για τις δύο πλευρές, η σινο-ρωσική σύμπραξη, συντελούσης και της απρόβλεπτα αρνητικής τροπής της ρωσικής «ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης»,  υπόκειται σε περιορισμούς. Όπως προκύπτει και από την κοινή, σαφώς επικριτική των σχετικών ρωσικών απειλών, δήλωση των δύο προέδρων στο Μπαλί ότι «πυρηνικός πόλεμος δεν πρέπει ποτέ να διεξαχθεί» και ότι «αντιτιθέμεθα στη χρήση ή απειλή χρήσης πυρηνικών όπλων στην Ουκρανία». [27] Με τη δημόσια αυτή τοποθέτηση του Κινέζου προέδρου να καθιστά εμφανή τα όρια της λυκοφιλίας μεταξύ μιας Κίνας προσκολλημένης, διακηρυκτικά τουλάχιστον, στις αρχές της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας των κρατών – με Ταϊβάν, Θιβέτ, και Ουιγούρους του Σινγιάνγκ κατά νουν – αλλά και απρόθυμης να υποστεί πρόσθετες αμερικανικές οικονομικές κυρώσεις λόγω Ουκρανικού˙ και μιας Ρωσίας που φέρει βαρέως την κινεζική διείσδυση σε χώρους εθνικής της επιρροής, όπως κυρίως η Κεντρική Ασία, και καλλιεργεί από μακρού στενές σχέσεις με την αντίπαλο του Πεκίνου Ινδία. [28]  

Ε’ Σχέσεις ΗΠΑ με λοιπούς διεθνείς γεωπολιτικούς παίκτες

Η απορρόφηση της προσοχής των Αμερικανών από το γεωπολιτικό τρίγωνο Δύση-Ρωσία-Κίνα είχε ως επακόλουθο η Ουάσιγκτον να αντιμετωπίζει και τους λοιπούς διεθνείς παίκτες σε ευθεία συνάρτηση με τον συγκεκριμένο χώρο. Κάτι που γίνεται ευχερώς εμφανές στην περίπτωση δυνάμεων όπως η Ινδία και η Σαουδική Αραβία, πολλαπλώς μεν συνδεδεμένων με τις ΗΠΑ, το αμερικανικό όμως ενδιαφέρον για τις οποίες συγκρατεί κυρίως τώρα η συμβολή τους στην παράκαμψη από τη Μόσχα των δυτικών κυρώσεων – και στην περίπτωση του Ριάντ, και η ανάπτυξη των σχέσεών του με το Πεκίνο. Ως παράπλευρη δε απώλεια της όξυνσης των ρωσο-αμερικανικών σχέσεων θα μπορούσε να εκληφθεί και η καρκινοβασία των διεθνών διαπραγματεύσεων περί το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν – μερικώς τουλάχιστον οφειλόμενη στη σύναψη μεταξύ Τεχεράνης και Μόσχας, παρά τις εγγενείς διμερείς διαφορές τους, μιας, κατά την έκφραση ενός αναλυτού, «εταιρικής σχέσης ευκαιρίας» έναντι των ΗΠΑ . [29]

Υπό το ίδιο δε αυτό γεωπολιτικό πρίσμα επανεξετάζει η Ουάσιγκτον και τις σχέσεις της με την Άγκυρα. Η οποία τηρούσα προσεκτικές ισορροπίες και προσφέρουσα τις διαμεσολαβητικές της υπηρεσίες μεταξύ Δυτικών και Μόσχας επιδιώκει να εξασφαλίσει, πέραν από τον ευρύτερο στόχο της ανάδειξής της σε ιθύνουσα περιφερειακή δύναμη, τη στήριξη του Λευκού Οίκου για τα εξοπλιστικά της αιτήματα και την ανοχή του έναντι της συριακής της πολιτικής.

Προκειμένου αντιθέτως για δρώμενα χωρίς άμεση συνάφεια με το κυρίαρχο γεωπολιτικό τρίγωνο – π.χ., στην υποσαχάρια Αφρική ή στη Λατινική Αμερική – οι διεθνοπολιτικές επιλογές της κυβέρνησης Μπάιντεν αναπαράγουν γενικώς τις,  ως επί το πολύ στενά αμερικανοκεντρικές, αντίστοιχες επιλογές των προγενέστερων αμερικανικών κυβερνήσεων, συμπεριλαμβανομένης και της υπό τον πρόεδρο Τραμπ. Τούτο δε παράλληλα με υψηλόφρονες διακηρύξεις και πρωτοβουλίες καλής θέλησης σε σχέση με ζητήματα ευρύτερου διεθνούς ενδιαφέροντος, όπως η αντιμετώπιση του κορωνοϊού και της κλιματικής αλλαγής.

Συμπερασματικώς.

Ο πρόεδρος Μπάιντεν, διαφοροποιούμενος κατά τούτο από τον προκάτοχό του, έδωσε ευθύς εξ αρχής ιδιαίτερη έμφαση στις αμερικανικές συμμαχίες στον Ευρωατλαντικό και στον Ινδοειρηνικό. Με τις σχετικές προσπάθειες να κορυφώνονται  υπό την ώθηση του  πολέμου στην Ουκρανία.  

Μολονότι όμως η ρωσική εισβολή όξυνε επικινδύνως την προϋπάρχουσα ρωσο-αμερικανική αντιπαράθεση, ο Αμερικανός πρόεδρος απέφυγε την ανεξέλεγκτη κλιμάκωση των εχθροπραξιών με ευθεία εμπλοκή των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Υπάρχουν δε ενδείξεις ότι προετοιμάζει το έδαφος για τον – ιδιαίτερα δυσεπίτευκτο – τερματισμό του πολέμου μέσω διαπραγματεύσεων.

Συγχρόνως όμως, η προσοχή του είναι στραμμένη προς την, σύμφωνα με τις επίσημες αμερικανικές εκτιμήσεις, μείζονα, πολύπλευρη κινεζική απειλή. Προς αντιμετώπιση της οποίας έχει υιοθετήσει διττή προσέγγιση, συνδυάζουσα την ανάσχεση με τον ειρηνικό ανταγωνισμό. Επιχειρώντας παραλλήλως, στο – πολύ περιορισμένο – μέτρο του εφικτού, να αποτρέψει τη σύμπραξη του Πεκίνου με τη Μόσχα.

Κατά τα λοιπά, οι Ηνωμένες Πολιτείες, αν και πάντοτε πρώτη τη τάξη παγκόσμια δύναμη, δεν είναι πλέον πλανητάρχης. Και συνακόλουθα, κατά την άσκηση της εξωτερικής της πολιτικής, η Ουάσιγκτον υποτάσσει όλο και συχνότερα τις κεκηρυγμένες αξίες της σε γεωπολιτικές και οικονομικές σκοπιμότητες. Το πιθανότερο δε είναι ότι, ενισχυμένος και από την έκβαση των ενδιάμεσων εκλογών, ο πρόεδρος Μπάιντεν θα συνεχίσει και κατά τη δεύτερη διετία της θητείας του την κατά την πρώτη χαραχθείσα πορεία – με την οποία άλλωστε και οι Ρεπουμπλικανοί πολιτικοί του αντίπαλοι, παρά τις αντιπολιτευτικές τους διαφοροποιήσεις, δεν φαίνεται ως προς τα βασικά να διαφωνούν.

 

 



[1]   Βλ. προεκλογικό άρθρο του κ. Μπάιντεν, Why America Must Lead Again, Rescuing U.S. Foreign Policy After Trump, Foreign Affairs, March/April 2020˙ Remarks by President Biden on America’s Place in the World, White House, 04-02-2021˙ Biden Outlines Views on Using Military Power in 1st Pentagon Visit as President, Air and Space Forces Magazine, 10-02-2021˙ Interim National Security Strategic Guidance, The White House, Μάρτιος 2021˙ και Global Posture Review, U.S. Department of Defense, 29-11-2021.

[2] Θερμό τετ α τετ Μπάιντεν – Μακρόν μετά την AUΚUS, Καθημερινή, 29-10-2021..

[3] Judah Grunstein, The Global Order’s Crisis of Legitimacy Predates the War in Ukraine, World Politics Review, 20-09-2022.

[5] Alice Tidey, EU countries say action needed against US subsidies but options are limited, EUROPE NEWS,  25/11/2022.  

[6] Natasha Frost, A united front from Biden and Macron, The New York Times, 02-12-2022.

[7] Βλ. υποσημείωση 1

[8] Βλ. υποσημείωση 4.

[9] Κατά τη σύνταξη του παρόντος, η αμερικανική στρατιωτική, οικονομική και ανθρωπιστική αυτή βοήθεια, ανήρχετο, σύμφωνα με το Ινστιτούτο Παγκόσμιας Οικονομίας του Κιέλου, σε $52 δις, υπερακοντίζοντας κατά πολύ το σύνολο της αντίστοιχης ευρωπαϊκής βοήθειας. Βλ. σχετικώς, Judy Dempsey, Europeans Must Prepare for the Post-Biden Era,  Carnegie Europe, 08-11-2022.

[10] Eνυπόγραφο άρθρο του προέδρου Μπάιντεν στους Νew York Times της 31ης Μαΐου, 2022, President Biden: What America Will and Will Not Do in Ukraine,

 

[11] Για τη μαξιμαλιστική προσέγγιση της διαπραγματευτικής οδού από το Κίεβο, βλ. Ukraine’s Zelensky Sets Conditions for ‘Genuine’ Peace Talks With Russia, Wall Street Journal, 08-11-2022˙ για τους σχετικούς αμερικανικούς προβληματισμούς, US says Zelenskiy risks allies’ ‘Ukraine fatigue’ if he rejects Russia talks, The Guardian, 06-11-2022.

[12] Steven Erlanger The Fatal Blast in Poland Shows the Heightened Risk of Escalation, New York Times, 16-11-2022 και Stephen M.Walt, Deaths in Poland Are a Warning for Everyone, Foreign Policy, 17-11-2022..

[13] Russian Military Leaders Discussed Use of Nuclear Weapons, U.S. Officials Say, NYT, 02-11-2022˙ και Vladimir Putin rejects claims Russia intends to use nuclear weapons in Ukraine, Financial Times, 27-10-2022.

[14] Για τον – όχι υψηλό – κίνδυνο κατάρρευσης του ρωσικού κράτους, βλ. Russia risks becoming ungovernable and descending into chaos, Th Economist, 18-11-2022.

[15] Claire Parker, Support slipping for indefinite U.S. aid to Ukraine, poll finds, The Washington Post, 05-12-2022˙  Roger Cohen και Zolan Kanno-Youngs, Biden Says He Is Willing to Talk to Putin About Ukraine, With Conditions, The New York Times, 01-12-2022˙ David Ignatius, The U.S. seeks to support Ukraine, but contain the war, The Washington Post, 18-11-2022˙ και Katrina van den Heuvel, How to end the war in Ukraine? Sit down and talk. It’s time. The Washington Post, 15-11-2022

.

[16] Matt Pottinger, Matthew Johnson, και David Feith Xi Jinping in His Own Words, Foreign Affairs, 30-11-2022˙ Mikko Huotari, Fortress China, Internationale Politik Quarterly, 17-11-2022, https://ip-quarterly.com/en/fortress-china˙ Kevin Rudd (πρώην πρωθυπουργός Αυστραλίας), The Return of Red China. Xi Jinping Brings Back Marxism, Foreign Affairs, 11-11-2022˙ και Joseph S. Nye, Jr, The Evolution of America’s China Strategy, Project Syndicate, 02-11-2022.

[17] Edward Luce, Containing China is Biden’s explicit goal, Financial Times, 18-10-2022.

[18] Όλως ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αμερικανική συμβολή στον επανεξοπλισμό της Ιαπωνίας. Βλ. Japan moves to shed pacifist ways with major defense buildup, The Washington Post, 12-12-2022.

[19] Indopacific Strategy of the United States, White House, Φεβρουάριος 2022.

[20] Liana Fix, Germany’s China Policy, Council on Foreign Relations, 14-11-2022˙ και Europe reasserts middle path on China, pushing back on Biden, The Japan Times, 20-11-2022.

[21] Remarks by President Biden in a Press Conference | Bali, Indonesia, The White House, 14-11-2022˙ και Biden and Xi Finally Met at the G-20 Summit in Bali. Here Are the Key Takeaways, Bloomberg, 14-11-2022.

[22] President Xi Jinping Meets with U.S. President Joe Biden in Bali, Mission of the People’s Republic of China to the European Union, 14-11-2022.

[23] What you need to know about Pelosi’s visit to Taiwan, CNN, 03-08-2022.

[24] Biden says U.S. would defend Taiwan against Chinese invasion, CBC, 19-09-2022.

[25]President Xi Jinping Meets with U.S. President Joe Biden in Bali, Mission of the People’s Republic of China to the European Union, 14-11-2022.

[26]Οι Γεωπολιτικές Προεκτάσεις της Ουκρανικής Κρίσης, παρ. «Η σινο-ρωσική σύμπραξη».  Γ. Ε. Σέκερης, Εθνικές Επάλξεις, τεύχος 140.

[27] Readout of President Joe Biden’s Meeting with President Xi Jinping of the People’s Republic of China, The White House, 14-11-2022.

[28] The Paradox of the Russia-China Relationship, Carnegie Endowment for International Peace, 18-08-2022.

 

[29] Faezeh Foroutan, Suspicious bind: Iran’s relationship with Russia, European Council on Foreign Relations, 02-09-2022.