Saturday, April 1, 2023

ΤΟΥΡΚΙΑ: Ο ΕΠΙΤΗΔΕΙΟΣ ΝΑΤΟΪΚΟΣ ΣΥΜΜΑΧΟΣ

Προδημοσίευση άρθρου από το τεύχος 143 των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ).


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

«Επιτήδειος ουδέτερος» διαρκούντος του Β! Παγκόσμιου Πολέμου, η Τουρκία εστράφη μεταπολεμικώς προς τον Δυτικό Κόσμο. Υπό το φάσμα της σοβιετικής απειλής, προσχώρησε στην Ατλαντική Συμμαχία και επιζήτησε την ένταξή της στην Κοινοτική Ευρώπη. Η κατάρρευση όμως της Σοβιετικής Ένωσης και οι συνακόλουθες μεταλλάξεις του διεθνοπολιτικού τοπίου παρακίνησαν την Άγκυρα να  επιδιώξει, συν τω χρόνω, την ανάδειξή της σε κατά το δυνατόν αυτοδύναμο γεωπολιτικό πόλο. Διατηρώντας μεν τους δεσμούς της με τη Δύση, αλλά προσεγγίζοντας συγχρόνως την ανασυγκροτούμενη Ρωσία και την αναδυόμενη Κίνα˙ και διευρύνοντας την επιρροή της στην Καυκασία, στην Κεντρική Ασία, στη Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική, αλλά και στα Βαλκάνια. Στην υπηρεσία δε της φιλόδοξης αυτής πολιτικής, διαδοχικές τουρκικές ηγεσίες, με αποκορύφωμα την παρούσα, έθεσαν, τόσο τη στρατιωτική και οικονομική ισχύ της χώρας τους, όσο και την ήπια, υπό την μορφή του παντουρκισμού και του ισλαμισμού. Με την ουκρανική κρίση να επιταχύνει τις σχετικές διεργασίες. Και να έχει προσφέρει στον Τούρκο «επιτήδειο νατοϊκό σύμμαχο» τη δυνατότητα να προαγάγει τα εθνικά του συμφέροντα λειτουργώντας ως διαμεσολαβητής μεταξύ των δυτικών του εταίρων και της Μόσχας. Μια δυνατότητα που ο πρόεδρος Ερντογάν έχει αξιοποιήσει στο έπακρο.

 Μένει ωστόσο να διαπιστωθεί κατά πόσον οι καταστροφικές σεισμικές δονήσεις του Φεβρουαρίου, πέραν των εσωτερικών τους επιπτώσεων, θα επηρεάσουν και την τουρκική εξωτερική πολιτική. Παρακινώντας, ειδικότερα, τόσο  την ίδια την Άγκυρα, όσο και τους συνομιλητές της, να στραφούν προς την αποκαλούμενη «διπλωματία των σεισμών». Και επικαλούμενοι οι μεν και οι δε τις χαλεπές περιστάσεις, να προχωρήσουν σε, πολιτικώς άβολες μέχρι τούδε – αλλά και αβέβαιης, εκ των πραγμάτων,  χρονικής εμβέλειας και προοπτικής – διορθωτικές των σχέσεών τους κινήσεις.

Ενώ παράγοντα πρόσθετης αβεβαιότητας σε σχέση με τους μελλοντικούς διεθνοπολιτικούς προσανατολισμούς της Τουρκίας αποτελεί η έκβαση των τουρκικών εκλογών της 14ης Μαΐου – των βουλευτικών και, κυρίως, των προεδρικών.

Α' ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΩΝ

Σημειωτέον ότι, ήδη προ της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, ο πρόεδρος Ερντογάν είχε μερικώς αναθεωρήσει επί το συμβιβαστικότερο την, εν ονόματι της ισλαμικής ορθοδοξίας, αλλά με διαφανώς πρωταρχικό κίνητρο την τουρκική περιφερειακή πρωτοκαθεδρία, προγενέστερη συγκρουσιακή στάση του έναντι των ιθυνουσών μεσανατολικών δυνάμεων – κατά κύριο λόγο, της Σαουδικής Αραβίας, της Αιγύπτου, του Ιράν, και του Ισραήλ. Με την αναθεώρηση αυτή να έχει ως προφανή κίνητρα τον τερματισμό γεωπολιτικά και οικονομικά αντιπαραγωγικών από τουρκικής σκοπιάς αντιπαραθέσεων, και την, εξ αντανακλάσεως, βελτίωση του κλίματος των  σχέσεων της Άγκυρας με τη Δύση. Παραλλήλως δε ο Τούρκος ηγέτης εγκαινίαζε στροφή προς τη Μόσχα και το Πεκίνο – και τούτο παρά τις υποβόσκουσες συγκρούσεις συμφερόντων με αμφότερες τις μεγάλες αυτές δυνάμεις της Ευρασίας. [1]

Δεν εκπλήσσει συνεπώς το ότι, καλούμενη να τοποθετηθεί έναντι της ουκρανικής τραγωδίας, η Τουρκία, αντί να ευθυγραμμισθεί με το αντιρωσικό μέτωπο των δυτικών της συμμάχων, επέλεξε να χαράξει ιδία, επαμφοτερίζουσα πορεία.

Και αφενός μεν:

·        Σε αντίθεση με την πουτινική ορολογία, χαρακτήρισε τη ρωσική εισβολή πράξη πολέμου˙ και, δυνάμει της Σύμβασης του Μοντρέ, απαγόρευσε τη διέλευση πολεμικών σκαφών δια των Στενών του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων – με δυνητικές αρνητικές επιπτώσεις στη ρωσική ναυτική παρουσία στη Μαύρη Θάλασσα.

·        Υπερψήφισε την καταδικαστική της ρωσικής εισβολής απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ.

·        Αρνείται να αναγνωρίσει την προσάρτηση στη Ρωσική Ομοσπονδία της Κριμαίας το 2014 και των Ντονέτσκ, Λουγκάνσκ, Ζαπορίτσια και Χερσώνα τον Σεπτέμβριο 2022.

·        Και έχει χορηγήσει στους Ουκρανούς στρατιωτικό υλικό τουρκικής κατασκευής, περιλαμβανομένων και των ιδιαιτέρως αποτελεσματικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών Bayraktar.

Αφετέρου, όμως, η Άγκυρα δεν έχει ακολουθήσει τους Δυτικούς, ούτε στην επιβολή οικονομικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας, ούτε στο κλείσιμο του εναέριου χώρου τους στα ρωσικά αεροσκάφη. Και προσπαθεί να εκμεταλλευθεί τη στρατηγική αμφιθυμία της προσφερόμενη ως ενδιάμεσος ειρηνοποιός. Όχι ανεπιτυχώς, άλλωστε, δεδομένης της διαμεσολάβησής της για την εξασφάλιση της ρωσικής συναίνεσης στην εξαγωγή των ουκρανικών σιτηρών δια του Ευξείνου Πόντου, αλλά και για την επανειλημμένη ανταλλαγή αιχμαλώτων μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών. Το προκύπτον δε διπλωματικό κεφάλαιο επιχειρεί να αξιοποιήσει στο πλαίσιο, τόσο των διμερών σχέσεών της με τη Δύση και τη Ρωσία, όσο και των ευρύτερων, μεγαλεπήβολων διεθνοπολιτικών και οικονομικών βλέψεών της.

 

Β’ Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΗΣ ΕΥΡΑΣΙΑΣ

Ρωσοτουρκικές σχέσεις

Χαρακτηριστικό γνώρισμα των σχέσεων της Τουρκίας με τη Ρωσία είναι ο ωμός ρεαλισμός. Μόλις προ επταετίας, η κατάρριψη από τους Τούρκους ρωσικού στρατιωτικού αεροσκάφους φάνηκε να φέρνει τις δύο χώρες στα πρόθυρα του πολέμου. Σήμερα οι δύο χώρες συμπράττουν πολλαπλώς για την αμοιβαία εξυπηρέτηση οικονομικών και γεωπολιτικών συμφερόντων. Με τους Ρώσους να συνεχίζουν την κατασκευή του πυρηνικού εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στο Ακκούγιου της Τουρκίας. Με τον υπερδιπλασιασμό, γενικότερα, των ρωσο-τουρκικών εμπορικών ανταλλαγών κατά το 2022 σε σύγκριση με το 2021 να καθιστά πιθανότατα την Άγκυρα μία εκ των τριών κορυφαίων εμπορικών εταίρων της Μόσχας.[2] Και με την Τουρκία, εις πείσμα των σχετικών αμερικανικών αντιρρήσεων και κυρώσεων, να εμμένει στην ενεργοποίηση του ρωσικής κατασκευής αντιαεροπορικού πυραυλικού συστήματος S-400 – και μάλιστα να «απειλεί» να αγοράσει  από τους Ρώσους και πρόσθετο προηγμένης τεχνολογίας στρατιωτικό υλικό.

Αυτά δε ενώ οι ρωσικές και τουρκικές επιλογές σε ευρύ γεωγραφικό φάσμα – κατά κύριο λόγο στην Καυκασία, στη Λιβύη και στη Συρία – δεν παύουν να διίστανται. Με σοβαρότερη ίσως, μέχρι πρότινος τουλάχιστον, πηγή ρωσοτουρκικών προστριβών το συριακό. Καθώς το καθεστώς Ασάντ, ενώ από ρωσικής σκοπιάς αποτελεί εγγύηση της σημαντικής χερσαίας και αεροναυτικής παρουσίας της Ρωσίας στον συριακό χώρο, από τουρκικής εκλαμβάνεται ως, έστω και ακούσια, απειλή, στο μέτρο που οι Κούρδοι της Συρίας,  επωφελούμενοι της αποδυνάμωσης της Δαμασκού και της συμμαχίας τους με την Ουάσιγκτον κατά του ISIS, τείνουν να δημιουργήσουν κράτος εν κράτει επί των τουρκικών συνόρων, σε στενή επαφή με αποσχιστικές κουρδικές κινήσεις στο εσωτερικό της Τουρκίας.

Σε συνάρτηση, ωστόσο, με τη γραμμή του στο ουκρανικό και με την αναθεωρημένη μεσανατολική πολιτική του, ο Τούρκος πρόεδρος δείχνει τελευταία να αποβλέπει στην αποκατάσταση των σχέσεών του με το καθεστώς Ασάντ – και μάλιστα εν συμπράξει με τον ρωσικό παράγοντα. Όπως προκύπτει και από τις διαβουλεύσεις μεταξύ Άγκυρας, Μόσχας και Δαμασκού για κοινή «αντιτρομοκρατική» δράση στον κουρδοκρατούμενο χώρο του συριακού βορρά.[3] Όμως οι ένθεν και ένθεν των τουρκο-συριακών συνόρων τραγικές μετασεισμικές συνθήκες, προστιθέμενες στις ζωηρές αμερικανικές αντιρρήσεις (περί ων περισσότερα κατωτέρω), μάλλον αποκλείουν μια τέτοια ενέργεια στο ορατό μέλλον.

Στα κίνητρα δε των συριακών σχεδιασμών της Άγκυρας αναμφίβολα πρέπει να προστεθεί και το προσφυγικό. Ήτοι η πολυχρόνια παραμονή στην Τουρκία άνω των τρεισήμισι εκατομμύριων Σύρων προσφύγων, τους οποίους η τουρκική κυβέρνηση επιδιώκει να επαναγκαταστήσει σε συριακό έδαφος, όχι μόνο για να απαλλαγεί από το δημοσιονομικό βάρος που συνεπάγονται και να διασκεδάσει, ιδίως εν όψει  εκλογών, την εκ της παρουσίας τους δυσαρέσκεια του τοπικού τουρκικού πληθυσμού, αλλά πιθανότατα, στοχεύοντας και στην αλλοίωση, εις βάρος του κουρδικού στοιχείου, των δημογραφικών δεδομένων στη συριακή  πλευρά των συνόρων.

Κατά τα λοιπά, στο κλίμα που διαμορφώνει η «εξισορροπητική» τουρκική πολιτική έναντι της Μόσχας, και με την Άγκυρα προφανώς να εκτιμά ότι τα συμφέροντά της εξυπηρετούνται από την εξασθένιση, αλλά όχι από την ήττα της Ρωσίας, ρωσο-τουρκικές διαφωνίες, όπως οι αφορώσες στο  λιβυκό καθεστώς και στις συγκρούσεις Αρμενίων και Αζέρων, τείνουν να περιέλθουν σε δεύτερη μοίρα.

Σινοτουρκικές σχέσεις

Τουλάχιστον εξ ίσου σημαντική, όμως, με τη ρωσο-τουρκική προσέγγιση – και μεσοπρόθεσμα πιθανώς σημαντικότερη, στο μέτρο που η Κίνα τείνει πλέον να αποβεί το κύριο αντίβαρο στην αμερικανική ισχύ – είναι η διαγραφόμενη σινο-τουρκική. Ειδικότερα στον κεντρο-ασιατικό χώρο. Όπου οι δεσμοί της Άγκυρας με τους τουρκογενείς και μουσουλμανικούς λαούς δυσχεραίνουν κατ’ αρχήν τη συνεργασία της με το Πεκίνο – με χαρακτηριστική περίπτωση την επικοινωνιακή τουρκική στήριξη προς τους καταπιεζόμενους μουσουλμάνους και τουρκόφωνους Ουιγούρους του Σινγιάνγκ. Αλλ’ όπου, παρά ταύτα, οι μεταβαλλόμενες γεωπολιτικές και γεωοικονομικές συνθήκες ωθούν τις δύο πρωτεύουσες προς αμοιβαία υποστήριξη συμφερόντων.[4] Με την τουρκική πλευρά να αποσκοπεί, πέραν της ενίσχυσης της διεθνοπολιτικής θέσης της έναντι της Δύσης και της Ρωσίας, στην εξασφάλιση ενεργειακών πόρων και στην ανάδειξή της σε ενεργειακό διακομιστικό κόμβο.

Και συνακόλουθα η Άγκυρα, ενώ διεκδικεί ηγετικό ρόλο στον πενταμελή Οργανισμό Τουρκογενών Κρατών, τη Γενική Γραμματεία του οποίου και φιλοξενεί στην Κωνσταντινούπολη, επιδιώκει παραλλήλως την ένταξή της στον υπό κινεζική αιγίδα Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης. Και εκμεταλλεύεται τη στρατηγική της παρουσία σε περιοχές διέλευσης της εμβληματικής κινεζικής  «Πρωτοβουλίας μιας Ζώνης και ενός Δρόμου» [Belt and Road Initiative] για να εξασφαλίσει την προς τούτο συγκατάθεση του Πεκίνου.  

Δεν στερείται δε συναφούς ενδιαφέροντος το ότι  η Κίνα, όχι μόνο απέστειλε επειγόντως στη σεισμόπληκτη Τουρκία διασώστες και ιατρική και οικονομική βοήθεια, αλλά και φρόντισε να προσδώσει στη συμπαράστασή της αυτή έντονη επικοινωνιακή διάσταση.

Γ’ Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΚΑΙ Η ΔΥΣΗ

Ωστόσο, παρά τις λυκοφιλίες της με τη Μόσχα και το Πεκίνο, αλλά και τις σοβαρές διαφορές της με τους Αμερικανούς και τους Κοινοτικούς Ευρωπαίους, η Άγκυρα εννοεί να παραμείνει στο δυτικό γεωπολιτικό και οικονομικό πλέγμα˙ και οι κύριες δυτικές δυνάμεις το επιθυμούν επίσης.

Τουρκοαμερικανικές σχέσεις

Σε ότι αφορά ειδικότερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένα πρόσφατο επίσημο κείμενο του αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών χαρακτηρίζει την Τουρκία χωρίς περιστροφές «νατοϊκό σύμμαχο κλειδί και κρίσιμης σημασίας περιφερειακό εταίρο». [5] Από τη άλλη, βέβαια, σημαντική μερίδα του Κογκρέσου δεν παύει να ασκεί δριμεία κριτική στις τουρκικές διεθνοπολιτικές επιλογές. Ιδιαίτερα δε καταγγελτικός, ο πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνών Σχέσεων της Γερουσίας κ. Μενέντεζ προσάπτει στον Τούρκο πρόεδρο την παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και του διεθνούς δικαίου, με ιδιαίτερη μάλιστα έμφαση στις απειλές Ερντογάν κατά της Ελλάδας˙ καταδικάζει την τουρκική στάση έναντι του κυπριακού, του ουκρανικού, του αρμενικού  και του κουρδικού˙ και καλεί την αμερικανική κυβερνητική ηγεσία να αντιδράσει αναλόγως. [6] Κάτι όμως που δεν φαίνεται να είναι στις προθέσεις του προέδρου Μπάιντεν. Υπ’ όψιν δε, ότι το αμερικανικό σύνταγμα οπλίζει τον πρόεδρο έναντι των αποφάσεων του Κογκρέσου με δικαίωμα αρνησικυρίας για την παράκαμψη της οποίας απαιτείται η λίαν δυσεπίτευκτη πλειοψηφία των δύο τρίτων αμφοτέρων των νομοθετικών σωμάτων.

Κατά τα λοιπά, το κουρδικό ειδικότερα αποτελεί διαχρονικό αγκάθι στις σχέσεις των ΗΠΑ με την Τουρκία. Μεταξύ άλλων, με τους Τούρκους – όπως ήδη επισημάνθηκε – να έχουν προσφάτως ακόμη θέσει τους Αμερικανούς προ οδυνηρού διλήμματος, απειλώντας να εισβάλουν – για πολλοστή φορά, και αυτή ενδεχομένως με ρωσική σύμπραξη – σε περιοχή δραστηριοποίησης των στενών συμμάχων των ΗΠΑ κατά του Ισλαμικού Κράτους (ISIS), κουρδοκρατούμενων Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF). [7]  

Ενώ, εκμεταλλευόμενη τη διεθνοπολιτική συγκυρία, η Άγκυρα έχει εξαρτήσει τη συναίνεσή της στη νατοϊκή ένταξη της Σουηδίας και της Φινλανδίας από τη λήψη μέτρων κατά των εκεί Κούρδων «τρομοκρατών». Προβαίνοντας έτσι και σε μια, πέραν του κουρδικού, επίδειξη γεωπολιτικής ισχύος και αποφασιστικότητας, ιδιαίτερα χρήσιμη στους Τούρκους ιθύνοντες παραμονές εκλογών. Επιπροσθέτως δε, και παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της, εργαλειοποιεί – παρασκηνιακώς, αλλά όπως φαίνεται με θετική προοπτική – το νατοϊκό της αυτό βέτο για να εκμαιεύσει την αμερικανική συγκατάθεση σε τουρκικά εξοπλιστικά  αιτήματα σχετικά με τα μαχητικά αεροσκάφη F15 και F16, την ικανοποίηση των οποίων η Ουάσιγκτον έχει αναστείλει λόγω της αγοράς από την Άγκυρα του ασύμβατου με τις νατοϊκές προδιαγραφές ρωσικού πυραυλικού συστήματος S-400. [8]

Τούτων λεχθέντων, η έμπρακτη συμπαράσταση των ΗΠΑ στη χειμαζόμενη από τους σεισμούς Τουρκία έχει συμβάλει ουσιωδώς στη βελτίωση του κλίματος των σχέσεων των δύο χωρών – όπως προκύπτει και από τις ανταλλαγείσες μεταξύ των επί των εξωτερικών υπουργών τους διαβεβαιώσεις κατά την πρόσφατη επίσκεψη του κ. Μπλίνκεν στην Άγκυρα. [9]

Ευρωτουρκικά

Ενώ όμως οι τουρκοαμερικανικές σχέσεις κυριαρχούνται από γεωπολιτικούς υπολογισμούς, συναφείς κυρίως με τη νατοϊκή στρατηγική, οι ευρωτουρκικές φέρουν έντονη τη σφραγίδα αξιακών, θεσμικών, πολιτισμικών και δημογραφικών παραμέτρων, δοθέντος ότι κεκηρυγμένος στόχος και των δύο πλευρών είναι η τουρκική ένταξη στην πολυδιάστατη ΕΕ. Τούτο δε μολονότι οι σοβαρότεροι Ευρωπαίοι ιθύνοντες γνωρίζουν ότι ο συνδυασμός του δημογραφικού μεγέθους και της πολιτισμικής και θεσμικής ιδιομορφίας της Τουρκίας  καθιστά την ένταξη αυτή πρακτικώς αδύνατη. Αλλά και ενώ είναι λίαν αμφίβολο κατά πόσον η τουρκική ηγεσία – τουλάχιστον η νυν, αλλά πιθανώς όχι μόνον – είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί τον κοινοτικό έλεγχο – μεταξύ άλλων ως προς την τήρηση των αρχών του κράτους δικαίου και τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων – που συνεπάγεται η ιδιότητα του μέλους. Παρά ταύτα, όμως, ούτε η κοινοτική, ούτε η τουρκική πλευρά, με διαφορετικά βέβαια κίνητρα εκάστη, δέχεται να αναγνωρίσει ότι «ο – ενταξιακός – αυτοκράτορας είναι γυμνός». Και κατά συνέπειαν, ο ευρωτουρκικός διάλογος διεξάγεται σε κλίμα εσκεμμένης αμφισημίας˙ με τους εμπλεκομένους να επιδιώκουν το πρακτικώς εφικτό, ενώ διακηρύσσουν το εκ των πραγμάτων ανέφικτο.

Στο πλαίσιο δε των ουσιαστικών ευρωτουρκικών συνομιλιών και διαπραγματεύσεων, οι μεν κοινοτικοί Ευρωπαίοι αποδίδουν υψηλή προτεραιότητα στον έλεγχο του εκπορευόμενου από την τουρκική επικράτεια ρεύματος παρανόμων προσφύγων, αλλά και στην περιστολή της τουρκικής επιθετικότητας κατά των δύο μελών της Ελλάδας και Κύπρου,  ενώ η Άγκυρα στοχεύει πρωτίστως: στην προαγωγή των ήδη εκτεταμένων οικονομικών της δεσμών με την ΕΕ – τον κατά πολύ σημαντικότερο εμπορικό εταίρο και την κύρια πηγή επενδύσεων της Τουρκίας˙ στην ενίσχυση και διεθνοπολιτική μόχλευση των Τούρκων μεταναστών στον κοινοτικό χώρο, όπως άλλωστε και του εκεί μουσουλμανικού στοιχείου γενικότερα˙ και στη συμμετοχή της στις διεργασίες περί το ενεργειακό στην Ανατολική Μεσόγειο – δεδομένης μάλιστα της φιλοδοξίας της να αποβεί μείζων ενεργειακός κόμβος.

Όπως δε και σε άλλα μέτωπα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, έτσι και στο ευρωπαϊκό οι σεισμοί λειτούργησαν εκτονωτικά. Με την αρωγή που προσφέρουν στην Άγκυρα, τόσο οι Βρυξέλλες διά του Μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας,  όσο και τα επί μέρους κράτη-μέλη σε εθνική βάση να έχει συμβάλει στη μερική αποφόρτιση των ευρωτουρκικών σχέσεων.[10] Ωστόσο το πιθανότερο είναι ότι, και ως προς τις σχέσεις αυτές, το «σεισμικό παράθυρο ευκαιρίας» έχει ημερομηνία λήξης.

Εναλλακτική οδό προς τη στενότερη διασύνδεση της Τουρκίας με την Κοινοτική Ευρώπη θα μπορούσε, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, να παράσχει η πρόταση Μακρόν για τη συγκρότηση μιας «Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας» (ΕΠΚ), μέσω της οποίας η ΕΕ θα έχει τη δυνατότητα να συνάπτει, με ευρωπαϊκά κράτη στερούμενα προοπτικής άμεσης ένταξης στους κόλπους της, ένα είδος «ειδικής σχέσης»˙[11] δοθέντος μάλιστα ότι ο πρόεδρος Ερντογάν, παρά την για λόγους γοήτρου και ασφαλώς και διαπραγματευτικούς  εμμονή του  στην πλήρη  κοινοτική ένταξη της Τουρκίας, δεν παρέλειψε να δώσει το παρών στην πρώτη εκδήλωση του υπό εκκόλαψη νέου σχήματος. Εάν όμως η Άγκυρα εμμείνει στις απειλές κατά της Αθήνας και  της Λευκωσίας – τις οποίες σημειωτέον ο Τούρκος πρόεδρος επανέλαβε και από το εναρκτήριο βήμα της ΕΠΚ – η  παρουσία της σε έναν οργανισμό του οποίου τα μέλη οφείλουν καταστατικώς να σέβονται «τις κοινές ευρωπαϊκές αξίες» αναπόφευκτα θα δυσχερανθεί. [12]

Δ’ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΕΣ ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΒΛΕΨΕΙΣ

Στενά συνυφασμένη με τις σχέσεις της Τουρκίας, τόσο με τη Δύση, όσο και με τις δύο μεγάλες ευρασιατικές δυνάμεις, είναι η φιλοδοξία του προέδρου Ερντογάν να καταστήσει τη χώρα του ημιαυτόνομο περιφερειακό γεωστρατηγικό παίκτη στον ευρύτερο μεσανατολικό χώρο, ενισχύοντας ταυτόχρονα εμπορικώς, επενδυτικώς και ενεργειακώς τη δοκιμαζόμενη οικονομία της.[13] Ενδεικτικά δε του ψυχρού ρεαλισμού που ο Τούρκος πρόεδρος θέτει στην υπηρεσία των στόχων αυτών είναι: ο απροσχημάτιστος τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει τη Σαουδική Αραβία – την ηγεσία της οποίας μόλις προ τετραετίας προσωπικώς κατακεραύνωνε ως υπεύθυνη για τη δολοφονία σε τουρκικό έδαφος του αντιφρονούντος Κασόγκι˙ [14] οι εν πολλοίς επιτυχείς προσπάθειές του να αποκαταστήσει τις, με δική του κατ’ ουσίαν πρωτοβουλία, διαρραγείσες το 2009/2010 ισραηλο-τουρκικές σχέσεις˙ [15] τα προσεκτικά ανοίγματα που επιχειρεί προς το πάντοτε ανταγωνιστικό και επιφυλακτικό αιγυπτιακό καθεστώς˙[16] και ακόμη και τη διαφαινόμενη προσέγγιση της σουνιτικής Τουρκίας με το ανταγωνιστικό της σιιτικό Ιράν – επ’ ευκαιρία κυρίως των ζυμώσεων περί το συριακό. [17]

ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ

Με τους ως άνω τουρκικούς διεθνοπολιτικούς προσανατολισμούς συναρτώνται και τα υπό ευρεία έννοια ελληνοτουρκικά. Και ναι μεν, στο κλίμα που διαμόρφωσαν η άμεση και πηγαία ελληνική συμπαράσταση στον πληγέντα από τους σεισμούς Τούρκο γείτονα και οι τουρκικές εκδηλώσεις συμπάθειας μετά το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη, οι ιδιαίτερα τεταμένες μέχρι πρότινος ελληνοτουρκικές σχέσεις έχουν επικοινωνιακά εκτονωθεί, οι βασικές όμως θέσεις της Άγκυρας έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου παραμένουν αμετακίνητες. Ως προς τα ουσιώδη δε, τις συμμερίζεται και η συνασπισμένη τουρκική αντιπολίτευση – ο υποψήφιος μάλιστα της οποίας για την προεδρία είναι γνωστός για τις εν προκειμένω σκληρές δημόσιες τοποθετήσεις του. [18]

Επιτακτική επομένως είναι η ανάγκη, όπως η ελληνική ηγεσία επωφεληθεί της, πιθανότατα βραχυχρόνιας, ανάπαυλας που της παρέχει η συγκυρία, για να χαράξει έναντι της Τουρκίας μια ολοκληρωμένη και ρεαλιστική στρατηγική. Διότι, όπως καταδεικνύει η όλη πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων και του Κυπριακού, ούτε οι σπασμωδικές, ανακλαστικές αντιδράσεις, ούτε η συστηματική αδράνεια – η πολιτική του «ώριμου φρούτου» – υπηρετούν το ελληνικό εθνικό συμφέρον.[19]


[1] Για την προ της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία τουρκική εξωτερική πολιτική, βλ. εκτός άλλων, Γ. Ε. Σέκερης, Η Τουρκία σε αναζήτηση γεωπολιτικού ρόλου, Εθνικές Επάλξεις, τεύχος 138 Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου 2021.

[2] Turkey plays a tough balancing act as it strengthens ties with Russia, NPR, 10-12-2022˙ Iliya Kusa, Russia’s Turkey Foreign Policy Objectives, Wilson Center, 07-09-2022˙ και Surge in Turkish exports to Russia raises western fears of closer ties, Financial Times, 16-08-2022.

[3] Türkiye, Russia will resume joint patrols in North Syria: Akar, Hürriyet Daily News, 04-01-2023.

[4] Βλ. Genevieve Donnellon-May, Turkey’s Growing Influence in Central Asia, The Diplomat, 13-10-2022.

[5] Βλ. The United States and Türkiye: A Key NATO Ally and Critical Regional Partner, U.S. DEPARTMENT of STATE, 19-02-2023. Για μια αναλυτική παρουσίαση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής υπό το πρίσμα των αμερικανικών συμφερόντων, βλ. Turkey’s New Foreign Policy: Ankara’s Ambitions, Regional Responses, and Implications for the United States, Foreign Policy Research Institute (FPRI), 01-02-2023.

[6] Βλ. Chairman Menendez Delivers Floor Speech Condemning Erdogan’s Threat to Attack Athens with Ballistic Missiles, Foreign Relations Committee, 19-12-2022. Για μια ισόρροπη παρουσίαση των τουρκο-αμερικανικών σχέσεων από την αρμόδια υπηρεσία του Κογκρέσου, επισημαίνουσα και τις τουρκικές απειλές κατά της Ελλάδας, βλ. Turkey (Türkiye): Background and U.S. Relations In Brief, Congressional Research Service, 15-02-2023.

[7] Για μια ευρύτερη θεώρηση του Συριακού υπό τουρκικό πρίσμα βλ. Will Erdogan and Assad soon meet to bury the hatchet? Al-Monitor, 06-01-2023. Επίσης, Asli Aydintasbas και Julien Barnes-Dacey, A New Path for Syria’s Kurds, War on the Rocks, 18-01-2023.

[8] Βλ. Turkey’s President Approves Finland’s NATO Membership Bid. Alliance’s enlargement still awaits Hungary’s approval, and Sweden’s petition is left behind for now, WSJ, 17-03-2023. Για την τουρκο-αμερικανική αντιπαράθεση γενικότερα, Sinan Ciddi, Will Erdogan Embrace the West? msn.com, 26-02-2023.

[9] Βλ. Michael Crowley, On Blinken Visit, Quake Relief Soothes U.S.-Turkey Tensions, ΝΥΤ, 20-02-2023.

[10] Βλ. EU ready to cover significant part of Türkiye’s quake cost, Hurriyet Daily News, 22-02-2023

[11] Βλ. Γ. Ε. Σέκερης, Εμβάθυνση, Διεύρυνση και Λήψη Αποφάσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, Εθνικές Επάλξεις, τεύχος 141, Ιουλίου-Σεπτεμβρίου 2022.

[12] Βλ. Erdogan at European Political Community summit: ‘From now on, we have nothing to discuss with Greece’, in.gr, 06-10-2022,.

[13] Για μια παρουσίαση της περιφερειακής πολιτικής του προέδρου Ερντογάν  υπό αντιπολιτευτικό πρίσμα, βλ. Burak Bekdil, Erdoğan's Regional Charm Offensive, Middle East Quarterly, Fall 2022.

[14] Βλ. Γιατί «αγαπήθηκαν» ξαφνικά Τουρκία και Σαουδική Αραβία. Δύο άσπονδοι εχθροί που τώρα δηλώνουν «φίλοι», Huffpost Greece— Associated Press, 29-04-2022.

[15] Βλ. After 4-year gap, Turkey appoints new ambassador to Israel amid rapprochement, The Times of Israel, 12-11-2022. Και για μια αναλυτική παρουσίαση του θέματος και τις ενδεχόμενες επιπτώσεις στις σχέσεις του Ισραήλ με την Ελλάδα και την Κύπρο βλ. Steven A. Cook, How Israel and Turkey Benefit From Restoring Relations, Council on Foreign Relations, 23-08-2022. Επίσης, George N. Tzogopoulos, What’s Next for Israel and Greece? BESA Center Perspectives Paper No. 2,180, 13-02- 2023.

[16] Για μια συνοπτική παρουσίαση των τουρκο-αιγυπτιακών σχέσεων, βλ.  Giuseppe Dentice, Egypt-Turkey relations: an assessment, Aspenia, 25-10-2022,

[17] Βλ. Turkey, Iran to step up cooperation on Ankara-Damascus thaw, Al-Monitor, 17-01-2023.

[18] Βλ. Η τουρκική αντιπολίτευση σε γραμμή… Ερντογάν, Τα Νέα, 01-02-2023, και Νίκος Μελέτης, Η πιθανή νίκη Κιλιτσντάρογλου και οι σχέσεις της Τουρκίας με Δύση και Ελλάδα, Liberal, 09 -03-2023.

[19] Βλ. σχετικώς, Γ. Ε. Σέκερης, Περί Εθνικής Στρατηγικής, Εθνικές Επάλξεις, Τεύχος 135.