Tuesday, December 26, 2023

H ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΕΠΑΝΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΡΩΣΙΚΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ ΣΤΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΔΡΩΜΕΝΑ

Προδημοσίευση άρθρου από το τεύχος 146 των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ). 

Μεταξύ των γεωπολιτικών προεκτάσεων του Ουκρανικού ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δυναμική ανάδυση ενός αναπαλαιωμένου ρωσικού εθνικισμού, η αντιπαράθεση του οποίου με τη Δύση και όλως ιδιαίτερα με την αμερικανική ηγετική βούληση προκαλεί μείζονες αναταράξεις και ανακατατάξεις στο παγκόσμιο διεθνοπολιτικό σύστημα.

Α’ Ο αγών περί τη ρωσική εθνική ταυτότητα

Ως γνωστόν, η ρωσική εθνική ταυτότητα έχει υπερχιλιετές βάθος και ιστορικά είναι στενά συνυφασμένη με το ισχυρό – κατά κανόνα απολυταρχικό – κράτος και την Ορθοδοξία. Επί κομμουνιστικού καθεστώτος επενδύθηκε με έναν επιφανειακό μαρξιστικό διεθνισμό. Συν τω χρόνω, όμως, οι σοβιετικοί ιθύνοντες ανασυνδέθηκαν με την αυτοκρατορική παράδοση˙ και μάλιστα, υπό την πίεση και των επικοινωνιακών αναγκών κατά τον «Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο», αποκατέστησαν σε σημαντικό βαθμό τη θέση της Εκκλησίας στον δημόσιο ρωσικό βίο.

Το προκύψαν στη μετακομμουνιστική Ρωσική Ομοσπονδία ιδεολογικό κενό επεδίωξαν να καλύψουν δύο αντιθετικές σχολές. Με τη μία να ωθεί προς την αντιγραφή των κοινωνικοπολιτικών προτύπων της νικήτριας του Ψυχρού Πολέμου Δύσης – προς έναν εκσυγχρονιστικό, δηλαδή, μιμητισμό όχι πρωτόγνωρο στην ρωσική ιστορική διαδρομή, αλλά κατά κανόνα ανεπιτυχή. [1] Και με την άλλη να ευαγγελίζεται την επικαιροποιημένη επιστροφή στη ρωσική αυτοκρατορική παράδοση. Ενώ δε αρχικά φάνηκε να επικρατεί ο δυτικόστροφος προσανατολισμός, τόσο ενδογενείς, όσο και, κυρίως ίσως, εξωγενείς παράγοντες έχουν ήδη οδηγήσει προς την ιδεολογική αναπαλαίωση. Αναλυτικότερα:

Ο επί Γέλτσιν «εκδυτικισμός» του ρωσικού κράτους και κοινωνίας ταχέως εκφυλίστηκε σε έναν άκρατο αρπακτικό καπιταλισμό γενεσιουργό εκτεταμένης διαφθοράς, ενώ παράλληλα η κεντρική κρατική εξουσία εξασθένιζε προς όφελος τοπικιστικών βλέψεων και συμφερόντων. Από την άλλη δε, οι δυτικοί ιθύνοντες, όχι μόνο αγνόησαν τις κρούσεις της Μόσχας για την ουσιαστική σύνδεση της νέας Ρωσίας με το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, αλλά και επεξέτειναν τη γεωγραφική εμβέλεια των δύο αυτών οργανισμών σε επίμαχες υπό το πρίσμα των ρωσικών συμφερόντων ασφαλείας περιοχές. 

Και συνεπώς δεν πρέπει να εκπλήσσει το ότι στη ρωσική κοινή γνώμη αναπτύχθηκε ένα αίσθημα έντονης εθνικής ανασφάλειας. Στο οποίο το καθεστώς Πούτιν έδωσε κυβερνητική έκφραση συνεπή με τη ρωσική κρατική παράδοση. Αφ’ ενός, πατάσσοντας τις κεντρόφυγες τάσεις στο εσωτερικό της Ρωσικής Ομοσπονδίας – με ακραία περίπτωση την ισοπέδωση του Γρκόζνι.[2] Και, αφ’ ετέρου, επιδιώκοντας τη διαμόρφωση μιας «προστατευτικής» ζώνης ρωσικής επιρροής στο «εγγύς εξωτερικό» της. 

Β΄ Οι καθοριστικές επιπτώσεις του Ουκρανικού

Την αποφασιστική ωστόσο ώθηση στην εκθετική άνοδο του ρωσικού εθνικισμού έδωσαν η εισβολή στην Ουκρανία και τα επακόλουθά της. Καθώς, ανεξάρτητα από τα πραγματικά κίνητρα του προέδρου Πούτιν – το πιθανότερο είναι ότι διττός άμεσος στόχος του ήταν ο έλεγχος της Ουκρανίας και η αποδυνάμωση του ΝΑΤΟ –  η ισχυρή στήριξη της Δύσης προς το Κίεβο, σε συνδυασμό και με τη διατυμπανιζόμενη από δυτικούς αξιωματούχους επιδίωξη καθεστωτικής αλλαγής στη Μόσχα, πείθει όλο και περισσότερους Ρώσους ότι, πέραν της τύχης των προσαρτημένων, κατά πλειοψηφία ρωσόφωνων ουκρανικών εδαφών – της Κριμαίας και των περιοχών Ντονέτσκ, Λουχάνσκ, Χερσώνα και Ζαπορίζια –, στον διεξαγόμενο πόλεμο διακυβεύεται η επιβίωση της ίδιας της Ρωσίας ως μεγάλης δύναμης. Συνακόλουθα δε, οι απροσδόκητα απογοητευτικές επιδόσεις των ρωσικών δυνάμεων κατά την εναρκτήρια φάση των επιχειρήσεων, μακράν του να κλονίσουν το καθεστώς Πούτιν, λειτούργησαν ως έναυσμα για τη  στρατιωτική του ανασυγκρότηση. Με τη Ρωσία, παρά τις φοβερές απώλειές της, τόσο σε αίμα, όσο και σε υλικό, να είναι αυτή τη στιγμή στρατιωτικώς ισχυρότερη απ’ ό,τι κατά την έναρξη των εχθροπραξιών. Εις πείσμα των δυτικών οικονομικών κυρώσεων. Οι οποίες, ναι μεν δοκιμάζουν σκληρά τη οικονομία της, πλην όμως απέτυχαν να πλήξουν καθοριστικά τη στρατιωτική της ισχύ.[3] Ενώ, σύμφωνα με έναν έμπειρο αναλυτή, «ένας παρατεταμένος πόλεμος  [στην Ουκρανία]                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                        συνεπάγεται την απειλή ενός επικίνδυνου μετασχηματισμού της παγκόσμιας τάξης. Η απώλεια των φθηνών ρωσικών ενεργειακών πόρων πλήττει την γερμανική οικονομία και τροφοδοτεί την άνοδο του ισχυρότερου ακροδεξιού κόμματος της Γερμανίας, Alternative fur Deutschland. Οι δυτικές δε οικονομικές κυρώσεις οδηγούν επίσης σε αύξηση του ρωσικού εμπορίου και της στρατιωτικής συνεργασίας με την Κίνα, το Ιράν και τη Βόρειο Κορέα, οξύνοντας τις γεωστρατηγικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Αμερική».
 [4]

Από την άλλη, όμως, η ρωσική εισβολή αστόχησε και ως προς τους δύο εικαζόμενους κύριους στόχους της: αντί να εξασθενίσει το ΝΑΤΟ, είχε ως επακολούθημα τη συσπείρωση των μελών του – και μάλιστα και τη διεύρυνσή του με την ένταξη της Φινλανδίας και κατά πάσαν πιθανότητα  και της Σουηδίας˙ και, όχι μόνο δεν δορυφοροποίησε την Ουκρανία, αλλά συνέτεινε στην άνδρωση του ουκρανικού εθνικού αισθήματος και στην ανάδειξη του Κιέβου σε υπολογίσιμη πολιτικοστρατιωτική δύναμη, η οποία, όπως όλα δείχνουν, θα διαδραματίζει εφεξής ουσιαστικό ρόλο στα ευρωπαϊκά πράγματα.

Το πιθανότερο δε είναι ότι, υπό τις δεδομένες συνθήκες, ο πρόεδρος Πούτιν περιορίζει τις βλέψεις του στη διατήρηση του κύριου όγκου των υπό κατάληψη ουκρανικών εδαφών. Και ότι για να το επιτύχει υπολογίζει στην κάμψη της συμπαράστασης των Δυτικών προς το Κίεβο. Καθώς στους κόλπους και των δύο αμερικανικών κομμάτων εξουσίας και αρκετών Ευρωπαίων συμμάχων εκδηλώνονται ήδη ζωηρές επιφυλάξεις ακόμη και ως προς τη  διατήρηση στα σημερινά επίπεδα – πόσω μάλλον ως προς την αύξηση – της παρεχόμενης στους Ουκρανούς στρατιωτικής αρωγής. Με τις αντιδράσεις μάλιστα αυτές να εντείνονται στον βαθμό που η προσοχή της Δύσης απορροφάται από το Παλαιστινιακό.[5]

Κατά τα λοιπά, παράλληλα με την ανάταξη των στρατιωτικών της δυνάμεων, η ρωσική ηγεσία ενισχύει και το εσωτερικό της μέτωπο. Αναβαθμίζοντας τον πολιτικό ρόλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. [6] Και καλλιεργώντας,  μεταξύ άλλων μέσω της παιδείας, μια εξιδανικευμένη εικόνα της ρωσικής ιστορίας, της κομμουνιστικής της φάσης συμπεριλαμβανομένης – σε αντιδιαστολή προς την υποτίθεται κακόβουλη Δύση.[7] Στο κλίμα δε αυτό αποκτούν αύξουσα επικοινωνιακή, αλλά και πολιτική επιρροή ακραία αντιδυτικά στοιχεία – όπως ο γνωστός θεωρητικός του «ευρασιανισμού», ιστορικός και φιλόσοφος Αλεξάντερ Ντούγκιν. Τα οποία λειτουργούν, κυρίως ως προπαγανδιστές, αλλά και ως ιδεολογικοί καθοδηγητές των ασκούντων την εξουσία – σε περιορισμένο πάντως βαθμό, καθώς ο Ρώσος πρόεδρος, παρά τα στρατηγικά του ολισθήματα, ήταν και παραμένει «ορθολογικός γεωπολιτικός παίκτης».[8]

Γ’ Προς αναδιάταξη του παγκόσμιου γεωπολιτικού χάρτη;

Μολονότι, όμως, οι Ρώσοι ιθύνοντες βλέπουν πλέον τις Ηνωμένες Πολιτείες ως τον κύριο – και θανάσιμο – αντίπαλό τους, η Ουάσιγκτον αποφεύγει επιμελώς την άμεση εμπλοκή της στις εχθροπραξίες˙ αντιλαμβανόμενη μεταξύ άλλων τον κίνδυνο μια παγιδευμένη ρωσική ηγεσία να προσφύγει εν απογνώσει στο, ισότιμο του αμερικανικού, πυρηνικό της οπλοστάσιο. Και, όπως όλα πείθουν, επιλέγει να καταβάλει τους Ρώσους με έναν πόλεμο φθοράς διεξαγόμενο μέσω των Ουκρανών. Προς αντιμετώπιση δε της αμερικανικής υπερδύναμης, η Μόσχα αναζητεί όλο και περισσότερο διεθνή ερείσματα, παραβλέποντας – έστω και περιστασιακά – τις όποιες αντιθέσεις. Με τις σχετικές μάλιστα προσπάθειές της να μην περιορίζονται πλέον στον ορίζοντα του Ουκρανικού, αλλά να αποσκοπούν στην αποκαθήλωση των ΗΠΑ από τη δεσπόζουσα διεθνή θέση τους – ήτοι στην ανατροπή των υφιστάμενων συσχετισμών σε παγκόσμια κλίμακα.

Ενδιαφέρουσα δε υπό το πρίσμα αυτό είναι η ρωσική στάση έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ενώ δηλαδή ορισμένες κοινοτικές χώρες, μερικές μάλιστα ιδιαίτερου εκτοπίσματος, παρά τη στήριξη που παρέχουν στο Κίεβο διαφοροποιούνται επί το διαλλακτικότερο από την Ουάσιγκτον ως προς τις σχέσεις της Δύσης με τη Ρωσία, η ρωσική ηγεσία, ναι μεν επιχειρεί να εκμεταλλευθεί τις διαφοροποιήσεις αυτές στον δυτικό χώρο, πλην όμως αποφεύγει να προσδώσει στις επαφές της με τους κοινοτικούς Ευρωπαίους ιδιαίτερο διεθνοπολιτικό βάρος. Η αμφίσημη δε αυτή τακτική της – την οποία κατέστησε εμφανή και η σχεδόν απαξιωτική αντιμετώπιση των διαμεσολαβητικών προσπαθειών του Γάλλου προέδρου από τον Ρώσο ομόλογό του κατά την έναρξη της ρωσικής εισβολής – αντανακλά, πιθανότατα, την λόγω γεωπολιτικών, οικονομικών, αλλά και εσωτερικών πολιτικών σκοπιμοτήτων, ανομολόγητη πλην εδραία εναντίωση της Μόσχας προς αυτό τούτο το ευρωενωσιακό εγχείρημα. 

Το κυριότερο, ωστόσο, γεωπολιτικό συνεπακόλουθο της κλιμακούμενης ρωσο-αμερικανικής αντιπαράθεσης είναι η προϊούσα προσέγγιση της Ρωσίας με την Κίνα. Τούτο δε παρά τις προϋπάρχουσες, αλλά και πάντοτε υποβόσκουσες διαφορές – εδαφικές, οικονομικές και γενικότερα περί την άσκηση επιρροής – μεταξύ των δύο γιγάντων κατά μήκος των εκτεταμένων συνόρων τους και όχι μόνον.[9] Με το Πεκίνο να παρέχει στη Μόσχα διπλωματική, εμπορική και τεχνολογική στήριξη, περιλαμβανομένου στρατιωτικού ενδιαφέροντος υλικού – αλλά και να καθίσταται ο ιθύνων εταίρος του σινο-ρωσικού διπόλου, στο μέτρο που η Ρωσία δοκιμάζεται από την ουκρανική της περιπέτεια.

Παραλλήλως δε, και εν μέρει σε συνάρτηση με τη σινορωσική αυτή συμπαράταξη, η Μόσχα, αναπτύσσει ένα παγκόσμιας εμβέλειας δίκτυο επαφών. Αξιοποιώντας, μεταξύ άλλων, την ανάδυση στο υπό διαμόρφωση νέο γεωπολιτικό τοπίο πλειόνων σημαντικών περιφερειακών κέντρων ισχύος, τα οποία, παρά τους προβληματισμούς που τους προκαλεί η παραβίαση από τη Ρωσία της ουκρανικής εδαφικής ακεραιότητας και κυριαρχίας, είναι απρόθυμα να συμπράξουν στην επιδιωκόμενη από τους Δυτικούς απομόνωσή της.[10] Με ενδεικτική εν προκειμένω την αντίθεση πλειόνων εκ των περιφερειακών αυτών δυνάμεων, περιλαμβανομένων της Ινδίας, της Βραζιλίας, της Νότιας Αφρικής και της Ινδονησίας, στην και τελικώς ματαιωθείσα δυτική επιδίωξη να συμπεριληφθεί στο ανακοινωθέν της εφετινής συνόδου των G20 καταδίκη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία.[11] Ενώ στην προαγωγή αντιαμερικανικών συσπειρώσεων αποσκοπούν, τόσο η σύσφιγξη των ρωσο-ιρανικών σχέσεων – με αρνητικές, κατά τα άλλα, επιπτώσεις στις ρωσο-ισραηλινές – , [12] όσο και η συμμετοχή της Μόσχας στους BRICS. Ένα διεθνές σχήμα, στους κόλπους του οποίου η Ρωσία δραστηριοποιείται από κοινού με την Κίνα, την Βραζιλία, την Ινδία και τη Νότιο Αφρική – και στο οποίο αναμένεται να ενταχθούν και η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβική Εμιράτα.  

Δ΄ Ρωσοτουρκικές ασκήσεις ισορροπίας

Ιδιαίτερης, τέλος, μνείας αναφορικά με τους ρωσικούς αυτούς διεθνοπολιτικούς προσανατολισμούς χρήζουν οι σχέσεις της Ρωσίας με την Τουρκία. Κύριο χαρακτηριστικό των οποίων είναι ο εκατέρωθεν ωμός ρεαλισμός.[13] Ενώ δηλαδή σημαντικά και εν μέρει διαχρονικά γεωπολιτικά, οικονομικά και ιδεολογικά συμφέροντα των δύο χωρών δεν παύουν να συγκρούονται στην Κεντρική Ασία, στην Υπερκαυκασία, στον Εύξεινο Πόντο, και στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, η κοινή, αν και με διαφορετικό σκεπτικό – ευθέως εχθρικό από ρωσικής πλευράς, στενά συναλλακτικό από τουρκικής – αμφισβήτηση της αμερικανοκρατούμενης τάξης πραγμάτων αποτρέπει μείζονες μεταξύ τους ρήξεις και διευκολύνει συγκλήσεις και συμπράξεις.[14] Στη Συρία, επί παραδείγματι, η Άγκυρα και η Μόσχα, παρά τις αντιθετικές τοποθετήσεις τους έναντι του καθεστώτος Ασάντ, έχουν διαπραγματευθεί διευθετήσεις αποτρέπουσες μεταξύ τους συγκρούσεις – αν όχι πάντοτε και εντάσεις. Μετά δε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η Τουρκία: αρνήθηκε να συμμετάσχει στις δυτικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας˙ ευνόησε εμμέσως τα ρωσικά στρατηγικά συμφέροντα στον Εύξεινο Πόντο, κλείνοντας, δυνάμει των διατάξεων της Συνθήκης του Μοντρέ, τα Στενά˙ και υπερδιπλασίασε τις εμπορικές ανταλλαγές της με τη Μόσχα. Συγχρόνως, όμως, χαρακτήρισε τη ρωσική εισβολή «παράνομη», υπερψηφίζοντας και τη σχετική καταδικαστική απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ˙ ετάχθη υπέρ της ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ˙ [15] και προώθησε τις ρωσο-ουκρανικές εμπορικές σχέσεις, περιλαμβανομένης της πώλησης στους Ουκρανούς τουρκικής παραγωγής στρατιωτικού υλικού. Κατά τα λοιπά δε, σε μια προσπάθεια ενίσχυσης της διεθνούς εικόνας της, έχει μεσολαβήσει για την εξαγωγή ουκρανικού σίτου και προσφέρει τις καλές της υπηρεσίες για την επίτευξη συμφωνίας ειρήνευσης στην Ουκρανία. [16]

Ευκαιριακή, τέλος, ρωσο-τουρκική σύγκλιση σημειώνεται και υπό την ώθηση  του Παλαιστινιακού. Ως προς το οποίο, με σαφώς διαφορετικά εκατέρωθεν διεθνοπολιτικά και ιδεολογικά κίνητρα και σκεπτικό, τόσο οι Ρώσοι, όσο και οι Τούρκοι, υιοθετούν θέσεις επικριτικές του Ισραήλ και ευνοϊκές προς τη Χαμάς. [17] Και ο μεν πρόεδρος Πούτιν επωφελείται της κρίσης για να καταγγείλει τους χειρισμούς και να πλήξει το κύρος της Ουάσιγκτον, επιδιώκοντας έτσι να κερδίσει πόντους και στην ευρύτερη μάχη για τη ρυμούλκηση του «παγκόσμιου νότου». Ο δε Τούρκος πρόεδρος δράττεται της ευκαιρίας για να αυτοπροβληθεί άπαξ έτι ως προστάτης του ισλαμικού κόσμου˙ αποστέλλοντας, μεταξύ άλλων, ανθρωπιστική βοήθεια στην Γκάζα, και εξαγγέλλοντας ειρηνευτικές προτάσεις  ευνοούσες την παλαιστινιακή πλευρά.[18]

Συμπερασματικώς

Η δυναμική ρωσική παρέμβαση στα διεθνή δρώμενα, με αιχμή του δόρατος την εισβολή στην Ουκρανία και τη συνακόλουθη αμφισβήτηση της παγκόσμιας αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας, θέτει τους Δυτικούς προ του κρίσιμου διλήμματος, είτε να αντιμετωπίσουν τη Ρωσία ως μη αναστρέψιμη μείζονα απειλή, είτε να αναζητήσουν έδαφος προσέγγισης και ειρηνικής με αυτήν συνύπαρξης.

Σημειωτέον ότι τη δεύτερη επιλογή ευνοεί και το διαφαινόμενο αδιέξοδο στο ρωσο-ουκρανικό πολεμικό μέτωπο.[19] Με τις εκεί επιχειρήσεις να οδηγούν, σύμφωνα με έγκυρες εκτιμήσεις, στη ντε φάκτο παγίωση της διαμορφούμενης στο πεδίο της μάχης διαχωριστικής γραμμής. Και συνακόλουθα να διευκολύνεται η, με περιορισμένες ενδεχομένως τροποποιήσεις του υφιστάμενου εδαφικού ισοζυγίου, επίτευξη μακροχρόνιας ανακωχής. (Υπό τις επικρατούσες στο Κίεβο και στη Μόσχα αντιλήψεις, η σύναψη συνθήκης ειρήνης στο ορατό μέλλον φαντάζει, αντιθέτως, μάλλον ουτοπική.)[20]

Από την άλλη, ανένδοτος αγώνας κατά της Ρωσίας με αντικειμενικό σκοπό την καθεστωτική αλλαγή και τη γεωπολιτική αποδυνάμωση του ρωσικού παράγοντα συνεπάγεται οφθαλμοφανείς κινδύνους για τα καλώς νοούμενα δυτικά συμφέροντα. Ο κ. Πούτιν έχει προαναγγείλει την υποψηφιότητά του για την προεδρία κατά τις εκλογές της 17ης του προσεχούς Μαρτίου, πάσης δε απόχρωσης σοβαροί διεθνείς παρατηρητές προεξοφλούν την επικράτησή του, με προοπτική να παραμείνει επί μια πρόσθετη εξαετία στο πηδάλιο της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Ενώ, στη λίαν απίθανη περίπτωση βίαιης ανατροπής του, το πιθανότερο θα ήταν η διάδοχος ηγεσία να αποδειχθεί ακόμη πιο αδιάλλακτη. Και συνεπώς οι Δυτικοί έχουν συμφέρον να εξομαλύνουν τις σχέσεις τους με τους σήμερα κρατούντες – και όχι να προσβλέπουν σε ένα αυριανό φαντασιακό ρωσικό καθεστώς δικών τους προδιαγραφών.[21] Η παταγώδης άλλωστε αποτυχία των πειραμάτων επιβολής εκδυτικισμού σε χώρες ασυγκρίτως ασθενέστερες της Ρωσίας οφείλει να φρονηματίσει. 

Το κυριότερο όμως επιχείρημα υπέρ της βαθμιαίας προσέγγισης της Δύσης με τη Ρωσική Ομοσπονδία είναι το ήδη επισημανθέν ανωτέρω ορατό ενδεχόμενο η Μόσχα να μετατραπεί συν τω χρόνω σε δορυφόρο του Πεκίνου˙ ήτοι του κύριου – και μόνου, εν δυνάμει, ισοσθενούς – αμφισβητία της «δυτικής τάξης πραγμάτων».[22]  Με την αποτροπή του κινδύνου αυτού να ανταποκρίνεται στο συμφέρον και των ίδιων των Ρώσων.


[1]  Για μια συνοπτική αναφορά στις διαχρονικές προσπάθειες δυτικόστροφου «εκσυγχρονισμού» της Ρωσίας, βλ. James Pearce, Russia's Long Tragic History of Missed Opportunities, The Moscow Times, 18-11-2023.

 

[2] Για το ρωσικό «μειονοτικό» πρόβλημα, βλ. Joshua R. Kroeker, Rising Ethnic Tensions Won’t Tear Russia Apart, The Mocow Times, 20-09-2023.

[3]  Russia ramps up output of some military hardware by more than tenfold-state company, Reuters, 19-09-2023˙ Russia Overcomes Sanctions to Expand Missile Production, New York Times, 13-09-2023˙ και Patricia Cohen, Russia’s Economy Is Increasingly Structured Around Its War in Ukraine, New York Times, 09-10-2023.

[4] George Beebe, Right versus right in Ukraine, Responsible Statecraft, 02-10-2023, https://responsiblestatecraft.org/us-ukraine-war-russia/ Για μια ευρύτερη θεώρηση των ρωσικών αντοχών, βλ. Robert English, Bad history makes for bad policy on Ukraine. To contend with Russia the West needs a deeper understanding of its military past, and world view, Responsible Statecraft, 24-11-2023, https://responsiblestatecraft.org/russia-military-history-ukraine/

[5] Hanna Notte, Putin Is Getting What He Wants, The New York Times, 26-10-2023˙ Ross Douthat, The Israel-Gaza War Means Hard Choices for Ukraine, The New York Times, 14-10-2023˙ και Nikita Smagin, The Gaza War Has Convinced Russia It Was Right All Along, Carnegie Politika, 07-12-2023.

[6] Andrew Osborn, Putin praises Russian Orthodox Church for backing troops in Ukraine, Reuters, 07-01-2023.

[7] Jade McGlynn, Russia’s History Textbook Rewrite Is a Bid to Control the Future, Moscow Times, 01-08- 2023.

[8] Jane Burbank, The Grand Theory Driving Putin to War, New York Times, 22-03-2022˙ και Jaweed Kaleem, A Russian empire ‘from Dublin to Vladivostok’? The roots of Putin’s ultranationalism, Los Angeles Times, 28-03-2022. Βλ. επίσης παλαιότερο άρθρο του προέδρου Πούτιν, ”On the Historical Unity of Russians and Ukrainians“, President of Russia, 12-07-2021, http://en.kremlin.ru/events/president/news/66181

 

[9]Samuel Ramani, Russia and China Don’t See Eye to Eye in the Middle East and Africa, World Politics Review, 03-1-2023. Όπου μεταξύ άλλων διαπιστώνεται ότι «[μ]ολονότι  Ρωσία και Κίνα τάσσονται υπέρ της δημιουργίας μιας πολυπολικής παγκόσμιας τάξης…η πραγματική συνεργασία τους επί του πεδίου υπολείπεται κατά πολύ, ιδίως στην Μέση Ανατολή και την Αφρική», μεταξύ άλλων λόγω «των φόβων της Ρωσίας για το διευρυνόμενο  αποτύπωμα  της Κίνας στην παγκόσμια διπλωματία». World Politics Review, 03-10-2023, https://www.worldpoliticsreview.com/china-russia-relations-africa/?loggedin=1 . Επίσης, Michael Khodarkovsky, Putin Rewrites History to Justify His Dependence on China, Wall Street Journal, 24-11-203˙ Γ. Ε. Σέκερης, Η Αφύπνιση του Κινεζικού Γίγαντα, § Η σινο-ρωσική λυκοφιλία, Εθνικές Επάλξεις, Απρίλιος-Ιούνιος 2023˙ και Robert Wihtol, China and Russia: Best Friends or Wary Partners?, The National Interest, 24-11-2023.

[10] Για μια – καυστική – προσέγγιση της προσπάθειας του προέδρου Πούτιν να «παγκοσμιοποιήσει» τον πόλεμο στην Ουκρανία, όπου όμως επισημαίνεται ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και άλλες χώρες υποστηρίζουσες την Ουκρανία, πρέπει να αποφύγουν ευσεβείς πόθους περί χρονικής παρακμής της Ρωσίας», βλ. Michael Kimmage and Hanna Notte, How Russia Globalized the War in Ukraine, Foreign Affairs, 01-09-2023.

[11] G-20 Softens Language on Ukraine War in Declaration, The Wall Street Journal, 10-09-2023˙ και G20 New Delhi Leaders’ Declaration, https://www.mea.gov.in/Images/CPV/G20-New-Delhi-Leaders-Declaration.pdf

[12]Alan Cullison, Hamas Attack Ends a Delicate Entente Between Russia and Israel, Chaos in Gaza spells relief for Moscow as U.S. focus shifts from Ukraine to supplying Israel, The Wall Street Journal, 15-10-2023.

[13] Για μια αμερικανική προσέγγιση των ρωσο-τουρκικών σχέσεων, βλ. Asli Aydintasbas και Jeremy Shapiro, Erdogan’s Post-Western Turkey, Foreign Affairs, 11-08-2023˙ για μια ρωσική, Pavel V. Shlykov, The State of Strategic Hedging: Turkey’s Foreign Policy and Relations with Russia, RUSSIA IN GLOBAL AFFAIRS, 01-07-2023, No. 3 2023 July/September. https://eng.globalaffairs.ru/articles/the-state-of-strategic-hedging/

[14] Ο P. V. Shlykov – βλ. υποσημ. 13 – αποδίδει μερικώς την εν προκειμένω τουρκική στάση στην «άνευ όρων στήριξη» που ο πρόεδρος Πούτιν παρέσχε στον Τούρκο ομόλογό του έναντι των Γκιουλενιστών, τόσο κατά το αποτυχόν πραξικόπημα του Ιουλίου 2015, όσο και εν συνεχεία.

[15] Russia-Ukraine War. Erdogan Expresses Support for Ukraine’s NATO Bid, The New York Times, 07-07-2023.

[16] Ezgi Akin, Turkey’s Erdogan calls Putin, Zelenskyy, offers mediation in Ukraine dam crisis, Al-Monitor, 07-06-2023.

[17] Βλ. Ruslan Suleymanov, War in the Middle East Is Boosting Russia-Turkey Ties, Carnegie Politika, https://carnegieendowment.org/politika/91020

[18] Για μια συνολική παρουσίαση της τουρκικής τοποθέτησης επί του Παλαιστινιακού, βλ. Sinem Adar, Turkey’s Response to the War in Gaza, War On The Rocks, 01-11-2023, https://warontherocks.com/2023/11/turkeys-response-to-the-war-in-gaza/?__s=rdza7s3yrl4uorldpcvr

[19] Ukraine War Slips Toward Violent Stalemate. Ukrainian and Russian offensives are struggling for a major breakthrough against strong defensive lines, Wall Street Journal, 12-11-2023. Επίσης, Ukraine’s commander-in-chief on the breakthrough he needs to beat Russia: General Valery Zaluzhny admits the war is at a stalemate, The Economist, 01-22-2023.

[20] Για μια διορατική αποτίμηση του ουκρανικού αδιεξόδου και των δυτικών επιλογών, βλ. Anatol Lieven, Biden's role in Ukraine peace is clear now, Responsible Statecraft, 29-11-2023.

[21] Για την αντιμετώπιση από τη ρωσική λαϊκή βάση του πουτινικού καθεστώτος και του πολέμου στην Ουκρανία, βλ. Denis Volkov και Andrei Kolesnikov, Alternate Reality: How Russian Society Learned to Stop Worrying About the War, Carnegie Endowment for International Peace, 28-11-2023.

 

[22] Μολονότι η πιο πρόσφατη έκδοση της αμερικανικής «Εθνικής Στρατηγικής Ασφάλειας», η του 2022, χαρακτηρίζει τη ΛΔΚ ως «τη σημαντικότερη γεωπολιτική πρόκληση που αντιμετωπίζει η  Αμερική»,  η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να διατηρεί έναντι του Πεκίνου σημαντικότατο και πιθανώς καθοριστικό προβάδισμα ως προς την συνολική εθνική ισχύ. Βλ. Stephen G. Brooks και William C. Wohlforth, The Myth of Multipolarity. American Power’s Staying Power, Foreign Affairs, Μάιος-Ιούνιος 2023.

Friday, September 8, 2023

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΕΞΑΡΤΗΣΗΣ

 

Προδημοσίευση άρθρου από το τεύχος 145 των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ).

Εισαγωγή

Από το ευρωπαϊκό όραμα του Ρομπέρ Σουμάν [1] και την Ευρώπη των Εθνών του ντε Γκολ έως την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης και τη θεσμοθέτηση της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας, η ευρωπαϊκή ενοποίηση έχει καταγράψει πρόοδο πράγματι εντυπωσιακή. Προσέκρουσε όμως και εξακολουθεί να προσκρούει σε αντιστάσεις θέτουσες δυσυπέρβλητα εμπόδια στην ολοκλήρωσή της. Οι αλλεπάλληλες δε κρίσεις που δοκιμάζουν το υπό διαμόρφωση πολυπολικό παγκόσμιο σύστημα, με αποκορύφωμα τον πόλεμο στην Ουκρανία και την όξυνση των σινο-αμερικανικών σχέσεων, έχουν καταστήσει εμφανείς, τόσο τις οργανικές αδυναμίες της ΕΕ υπό την παρούσα συγκρότηση και λειτουργία της, όσο και τη – συνακόλουθη – αύξουσα εξάρτησή της από την αμερικανική υπερδύναμη. Αναδεικνύοντας συνάμα την αμφιταλάντευση των Κοινοτικών Ευρωπαίων μεταξύ της οικοδόμησης ενός αυτοδύναμου μέλλοντος, στενότατα βέβαια πάντοτε συνυφασμένου με τον μεγάλο υπερατλαντικό τους σύμμαχο εντός και εκτός ΝΑΤΟ, και της επανάπαυσης στον βολικό ρόλο του στρατηγικού πελάτου των ΗΠΑ. Μολονότι δε πιθανότερη έκβαση της κοινοτικής αυτής αμφιρρέπειας είναι η συνέχιση της στρατηγικής  υποτέλειας, ούτε η κατανομή ισχύος ανά τον πλανήτη, ούτε τα παγκόσμια δρώμενα καθιστούν την τελευταία αυτή μονόδρομο.

Α' Οι συντελεστές της ευρωενωσιακής ισχύος

Και σε ό,τι αφορά, ειδικότερα, στην «ήπια ισχύ», η Ευρωπαϊκή Ένωση κατέχει μια δύσκολα αμφισβητήσιμη θέση στην κορυφή της διεθνούς ιεραρχίας. Με τους κοινοτικούς εταίρους, σε εθνικό μεν επίπεδο να πρωτοστατούν στους κρίσιμους τομείς του σεβασμού του κράτους δικαίου, της λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών γενικότερα, της κοινωνικής πρόνοιας και της παιδείας, συλλογικώς δε να καταβάλλουν αξιοσημείωτες προσπάθειες για την αντιμετώπιση μεγάλων πλανητικών προκλήσεων της εποχής μας, όπως το περιβαλλοντικό, η ακραία φτώχεια, το προσφυγικό και το μεταναστευτικό. Αλλά με τις  επιδόσεις αυτές να μην είναι μεταφράσιμες σε κοινοτική διεθνοπολιτική επιρροή, παρά μόνο στον βαθμό που εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ενεργείας, σε συνάρτηση με τους λοιπούς  συντελεστές ισχύος: τον οικονομικό και τον στρατιωτικό.

Ως προς τους οποίους άλλωστε η ΕΕ ως ενιαίο σύνολο είναι γενικώς συγκρίσιμη με τις άλλες παγκόσμιες δυνάμεις. Καθώς η κοινοτική οικονομία είναι περίπου ισομεγέθης με την αμερικανική και την κινεζική, το δε μέσο κοινοτικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ, υπολείπεται μεν του αμερικανικού, υπερβαίνει όμως κατά πολύ το κινεζικό. [2] Ενώ και στον τομέα της σκληρής ισχύος, το συνολικό δυναμικό της κοινοτικής Ευρώπης, μολονότι σαφώς υποδεέστερο του αμερικανικού – τόσο του συμβατικού, όσο και, κυρίως, του πυρηνικού – δεν υστερεί εκείνου των λοιπών μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων˙ με τη μείζονα φυσικά εξαίρεση του ρωσικού πυρηνικού οπλοστασίου, το οποίο προφανώς ανήκει, μαζί με το αμερικανικό, σε χωριστή κατηγορία. [3]

Και είναι μεν γεγονός ότι το Μπρέξιτ απέσπασε από την ΕΕ το στρατιωτικά ισχυρότερο μέλος της, δοθέντος όμως ότι το Λονδίνο υπήρξε ανέκαθεν επιφυλακτικό και ως επί το πολύ ευθέως αρνητικό έναντι της συγκρότησης μιας αυτόνομης ευρωπαϊκής αμυντικής διάστασης, η βρετανική αποχώριση μάλλον διευκολύνει παρά δυσχεραίνει την προώθηση της ΚΕΠΠΑ. [4]

Β’ Η προβληματική ΚΕΠΠΑ και οι γαλλικές προτάσεις

Διότι το αποφασιστικό εμπόδιο στην αναγκαία ευρωπαϊκή στρατηγική ενηλικίωση δεν είναι οι, ως επί το πολύ αντιμετωπίσιμες, υστερήσεις των εταίρων στους διάφορους συντελεστές ισχύος, αλλά η αδυναμία της ΕΕ να αξιοποιήσει επαρκώς τους συντελεστές αυτούς – τόσο τον πολιτισμικό και τον οικονομικό, όσο ιδίως τον στρατιωτικό – για να χαράξει ως ενιαίος φορέας μια αυτόνομη πορεία στον διεθνή χώρο. Και θεωρητικώς μεν, την αδυναμία αυτή καλείται να θεραπεύσει η ήδη από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ δρομολογηθείσα Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ). Ο απολογισμός της οποίας όμως, όπως επισημαίνεται και εν συνεχεία, μακράν απέχει του να ικανοποιεί τους προσβλέποντες σε μια Κοινοτική Ευρώπη με παγκόσμια παρουσία αντίστοιχη προς το συνολικό της εκτόπισμα. [5]

Ασφαλώς δε δεν είναι αβάσιμη η εκτίμηση ότι οι απογοητευτικές επιδόσεις της ΚΕΠΠΑ συνδέονται με τον διέποντα τη λήψη των αποφάσεων κανόνα της ομοφωνίας.[6] Προς   περιορισμό άλλωστε των αρνητικών επιπτώσεων του οποίου έχουν καταβληθεί, και εξακολουθούν να καταβάλλονται φιλότιμες προσπάθειες – κυρίως υπό τη μορφή διαδικαστικών ρυθμίσεων, όπως η «ειδική πλειοψηφία», η «εποικοδομητική αποχή»  και οι «συνασπισμοί των προθύμων».[7] Χωρίς ωστόσο ιδιαίτερη επιτυχία. Ενώ η επικέντρωση του ενδιαφέροντος στη διαδικαστική αυτή πτυχή αποσπά συχνά την προσοχή από την τουλάχιστον εξ ίσου σημαντική διαπίστωση, ότι η ικανοποιητική απόδοση οποιουδήποτε συστήματος λήψης αποφάσεων προϋποθέτει την κοινή αντίληψη των εταίρων για τα υπό διακύβευση συλλογικά συμφέροντα.

Στο μέτρο όμως που η ΕΕ εμπλουτίζεται με νέα μέλη, η συναντίληψη αυτή αποδεικνύεται δυσεπίτευκτη και συχνά ανέφικτη. Η πολύ πραγματική δε αντίφαση μεταξύ κοινοτικής διεύρυνσης και εμβάθυνσης, έδωσε λαβή στην ιδέα της Ευρώπης «των πολλαπλών ταχυτήτων». Ενδεικτική προεικόνιση της οποίας παρέχει αυτή τη στιγμή η Ευρωζώνη: ένα σχήμα περιλαμβάνον κοινοτικούς εταίρους – αυτή τη στιγμή 20  εκ των 27 – με επαρκή συνείδηση κοινών οικονομικών συμφερόντων ώστε να διευκολύνεται μεγάλως η λήψη αποφάσεων. Ενώ δύο άλλοι κοινοτικοί θεσμοί – η «Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία» (Permanent Structured Cooperation [PESCO]), προβλεπόμενη ήδη από τη  Συνθήκη της Λισαβόνας και ενεργοποιηθείσα το 2017, και η υιοθετηθείσα το ίδιο εκείνο έτος «Στρατηγική Πυξίδα» (Strategic Compass) – στοχεύουν, με περιορισμένη όμως μέχρι στιγμής επιτυχία, στην ενθάρρυνση των επί μέρους συμπράξεων κρατών μελών και στο πλαίσιο της ίδιας της ΚΕΠΠΑ. [8]

Τη θεώρηση δε αυτή της Κοινοτικής Ευρώπης  ο πρόεδρος Μακρόν επιχειρεί από τινος χρόνου να επικαιροποιήσει και συστηματοποιήσει, προτείνοντας: αφ’ ενός, την αναβάθμιση της πρακτικής των προωθημένων συμπράξεων – υποστηρίζει ότι «[σ]τους κόλπους  αυτής της Ένωσης, όσοι θέλουν να προχωρήσουν μακρύτερα και ταχύτερα πρέπει να το κάνουν ανεμπόδιστα»˙ [9]και, αφ’ ετέρου, χαλαρότερες, αλλά ευρέος φάσματος διαβουλεύσεις – επί θεμάτων όπως η ενέργεια, η διασύνδεση, η ασφάλεια και η στρατηγική – μεταξύ των κοινοτικών εταίρων και εκτός ΕΕ ευρωπαϊκών κρατών «που συμμερίζονται τις κοινές θεμελιώδεις αξίες μας», στο πλαίσιο μιας «Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας» [ΕΠΚ].[10]

Εν σχέσει προς την οποία ΕΠΚ, ο Γάλλος πρόεδρος επιμένει ότι «δεν υποκαθιστά την» –  πάντοτε αναγκαία, καθώς διαβεβαιώνει – «κοινοτική διεύρυνση». Όλα ωστόσο δείχνουν ότι ο νέος θεσμός θα λειτουργήσει κατά κύριο λόγο ως χώρος επικοινωνίας και συνεργασίας, όχι μόνο με κράτη μη επιθυμούντα να ενταχθούν στην ΕΕ, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ελβετία, αλλά και με αρκετά άλλα, με τα οποία οι εν εξελίξει ή προβλεπόμενες ενταξιακές διαβουλεύσεις προμηνύονται παρατεταμένες – περίπτωση των Δυτικών Βαλκανίων –  ή και αδιέξοδες – όπως προκειμένου για την Τουρκία και ενδεχομένως και την Ουκρανία.

Ενώ σε ό,τι ειδικότερα αφορά στην ιδιαίτερου ελληνικού ενδιαφέροντος τουρκική ενταξιακή υποψηφιότητα, το πιθανότερο είναι ότι ο πρόεδρος Ερντογάν, δεν επιθυμεί μεν την ενσωμάτωση της χώρας του σε έναν διεθνή οργανισμό συνεπαγόμενο σημαντικούς περιορισμούς στην  άσκηση της πολιτικής του, εσωτερικής και εξωτερικής, εμμένει όμως στη διεξαγωγή της σχετικής διαπραγμάτευσης, τόσο για λόγους εθνικού και ισλαμικού γοήτρου, όσο και αποβλέποντας σε εκτός ενταξιακού πλαισίου οφέλη. Και με ανάλογο, ασφαλώς, αυτό σκεπτικό συμμετέχει και στην ελάχιστα, κατά τα άλλα, δεσμευτική ΕΠΚ. Εξ ου και η μηδενική απόδοση της τουρκικής ενταξιακής διαπραγματευτικής διαδικασίας ως μέσου πίεσης επί της Άγκυρας για τα ελληνοτουρκικά και το κυπριακό.

Κατά τα λοιπά, το υπό διαμόρφωση παγκόσμιο γεωπολιτικό και γεωοικονομικό περιβάλλον θέτει την ΚΕΠΠΑ υπό αυξημένη δοκιμασία.

Γ’ Οι προκλήσεις της νέας εποχής

Σύμφωνα με την κοινοτική Στρατηγική Πυξίδα, η ΕΕ περιβάλλεται από έναν «πολυπολικό» κόσμο, διεπόμενο από την «πολιτική ισχύος» (power politics) και συνεπαγόμενο μείζονες γεωπολιτικές και γεωοικονομικές προκλήσεις. Κυρίαρχες μεταξύ των οποίων είναι η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και οι φιλοδοξίες της ανερχόμενης Κίνας. Αλλά και με τις εξελίξεις από τα Δυτικά Βαλκάνια και την Υπερκαυκασία έως την Ανατολική Μεσόγειο, την ευρύτερη Μέση Ανατολή, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική και «διεθνικές απειλές» (transnational threats), όπως η διασπορά των Όπλων Μαζικής Καταστροφής (ΟΜΚ), η τρομοκρατία και η κλιματική αλλαγή, να επηρεάζουν σε ποικίλλοντα βαθμό τα ευρωπαϊκά συμφέροντα. Η αποτελεσματική υπεράσπιση των οποίων καθιστά αναγκαία την από κοινού δράση των κοινοτικών χωρών, και συγχρόνως τη σύσφιγξη των δεσμών της ΕΕ με «εταίρους και ομόφρονες χώρες στον ΟΗΕ, στο ΝΑΤΟ, και στους G7»˙ μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ «παραμένουν ο σθεναρότερος και σημαντικότερος στρατηγικός της εταίρος και μια παγκόσμια δύναμη συμβάλλουσα στην ειρήνη, ασφάλεια, σταθερότητα και δημοκρατία στην ήπειρό μας». Οι εύλογες ωστόσο – και αρκετά φλύαρες, μπορεί να προστεθεί – επισημάνσεις και προτροπές αυτές, όπως άλλωστε και η ευεξήγητα υπεραισιόδοξη συναφής ρητορεία του υπηρεσιακού κοινοτικού ιερατείου, αποδεικνύονται μέχρι στιγμής περισσότερο ευχολόγιο παρά πολιτική πράξη.

Εν πρώτοις, η ΕΕ, παρά τις περί του αντιθέτου επίσημες εθνικές και κοινοτικές διαβεβαιώσεις, εμφανίζεται διηρημένη ως προς τη διαχείριση της κορυφαίας αυτή τη στιγμή προτεραιότητάς της: των σχέσεων με τη Ρωσία. Καθώς οι απόψεις παλαιότερων κυρίως εταίρων, όπως κατ’ εξοχήν η Γαλλία, διαχρονικά υπερμάχων μιας λύσης του Ουκρανικού μέσω διαπραγματεύσεων και της αναζήτησης ενός modus vivendi με τη Μόσχα, τείνουν συχνά να διαφοροποιηθούν από εκείνες ως επί το πολύ νεότερων και πλησιέστερων προς τα ρωσικά σύνορα κρατών-μελών, όπως η Πολωνία – οπαδών  στην πραγματικότητα ενός πολέμου της Δύσης κατά της Ρωσίας με απώτερο στόχο και την καθεστωτική αλλαγή.[11] Ως εκ τούτου δε οι κρίσιμες σχετικές αποφάσεις λαμβάνονται στο ΝΑΤΟ, και κατ’ ουσίαν στην Ουάσιγκτον, με απλώς επικουρική κοινοτική συμμετοχή. [12]

Αδυναμία όμως χάραξης μιας ουσιαστικής κοινής ευρωενωσιακής γραμμής σημειώνεται και ως προς τις σχέσεις με το Πεκίνο  η θεαματική άνοδος του οποίου αποτελεί ενδεχομένως τη μείζονα πρόκληση της νέας εποχής. Διότι, πέραν του μάλλον αόριστου, αν όχι αντιφατικού χαρακτηρισμού της Κίνας από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ως «εταίρου, ανταγωνιστού και συστημικού αντιπάλου»,[13] ορισμένες μεν κοινοτικές πρωτεύουσες τείνουν ευήκοον ους στις προσπάθειες των Αμερικανών να συγκροτήσουν ένα αντισινικό μέτωπο – με κάποια υπερβολή, έχει γίνει λόγος για «Ασιατικό ΝΑΤΟ» – ενώ άλλες δίνουν το προβάδισμα σε αποκλίνοντα από τις αμερικανικές επιλογές εθνικά τους συμφέροντα, είτε κυρίως γεωστρατηγικά, είτε κυρίως οικονομικά – περιπτώσεις Γαλλίας και Γερμανίας αντιστοίχως.  [14]

Συνεπεία δε της προβληματικής λειτουργίας της ΚΕΠΠΑ, η ενεργός παρουσία της ΕΕ αποδεικνύεται αναντίστοιχη προς το μέγεθος των ευρωπαϊκών διακυβευμάτων και σε πλείστες άλλες εστίες αναταραχής: στη γεωπολιτική, επί παραδείγματι, πυριτιδαποθήκη των Ανατολικών Βαλκανίων, όπου τον κομβικό ρόλο συνεχίζει να επωμίζεται το ΝΑΤΟ˙ και στο Σουδάν και την Τυνησία – ζώνες αστάθειας με άμεσες επιπτώσεις, μεταξύ άλλων, στην επίμαχη ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική.

Συμπερασματικώς

Η Κοινοτική Ευρώπη έχει συμφέρον να διατηρήσει, και ανάλογα με τις ανακύπτουσες προκλήσεις και απειλές να συσφίγξει τους δεσμούς της με τις ΗΠΑ, εντός και εκτός ΝΑΤΟ. Αμερικανούς και Ευρωπαίους εξακολουθούν να συνδέουν κοινές αρχές, τόσο για τη διεξαγωγή των διακρατικών σχέσεων, όσο και για την εσωτερική συγκρότηση των κρατών και κοινωνιών τους. Αρχές οι οποίες, μολονότι πολύ συχνά θυσιάζονται από τις εκάστοτε δυτικές κυβερνήσεις στον βωμό των διεθνοπολιτικών τους σκοπιμοτήτων, δεν παύουν να αποτελούν το θεμέλιο του πολιτικού πολιτισμού της Δύσης.  Αρκεί δε η ανάμνηση των ολέθριων ολοκληρωτισμών του εικοστού αιώνα – τόσο του χιτλερικού, όσο και του σοβιετικού – για να κατανικηθεί ο πειρασμός της αυτάρεσκης απαξίωσής τους.

Ανερχόμενες, όμως, ή επανερχόμενες στο διεθνές προσκήνιο μεγάλες δυνάμεις, κυριότατα δε η Κίνα και η Ρωσία, επωφελούνται του τέλους της «αμερικανικής μονοπολικής στιγμής» –  του γεγονότος ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, κατά την εύστοχη επισήμανση του διάσημου πολωνοαμερικανού διεθνολόγου Ζμπίγκνιου Μπρζεζίνσκι, «παραμένουν μεν η πολιτικά, οικονομικά, και στρατιωτικά ισχυρότερη οντότητα στον κόσμο, πλην όμως δεν είναι πλέον η παγκόσμια αυτοκρατορική δύναμη» –  για να θέσουν τη δυτικής έμπνευσης, και εν πολλοίς διαχείρισης, υφιστάμενη τάξη πραγμάτων υπό αύξουσα αμφισβήτηση.[15] Επικράτηση δε των αυταρχικών αυτών γιγάντων στον αγώνα για την πλανητική κυριαρχία θα ήταν καταστροφική για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τόσο σε στρατηγικό και οικονομικό επίπεδο, όσο και σε πολιτισμικό.

Μολονότι όμως επιβεβλημένη, η σύμπραξη των κοινοτικών Ευρωπαίων με την υπερατλαντική υπερδύναμη δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην τη στρατηγική τους υποτέλεια. Η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία παραμένει, αντιθέτως, επιτακτικό ζητούμενο, προκειμένου η ΕΕ, αφ’ ενός, να είναι σε θέση να συνδιαμορφώνει τη δυτική στρατηγική, και, αφ’ ετέρου, να αποφεύγει την εμπλοκή της σε αντίθετες προς τα καλώς νοούμενα συλλογικά ευρωπαϊκά συμφέροντα αμερικανικές επιλογές – όπως, επί παραδείγματι, η απόσυρση της Ουάσιγκτον από το «Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης» για τα πυρηνικά του Ιράν και από τη συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή.

Σημαντικές, τέλος, παράμετροι των ευρωαμερικανικών σχέσεων είναι, τόσο η μεθόδευση των διαχρονικών διατλαντικών εμπορικών διαφορών, όσο και η διάθεση των αμυντικών κονδυλίων κατά τρόπο επωφελή για τις βιομηχανίες και των δύο πλευρών. Ενώ είναι γενικότερα προφανές ότι η ευόδωση του ευρωαμερικανικού στρατηγικού διαλόγου θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό και από τους χειρισμούς της αμερικανικής ηγεσίας – της παρούσης, αλλά και της μελλούσης να προκύψει από τις προεδρικές εκλογές του 2004.

Τούτων πάντως λεχθέντων, απαιτείται ισχυρή δόση αισιοδοξίας για να προσδοκάται η στρατηγική ενηλικίωση της Ευρώπης στο ορατό μέλλον.

 



[2]  Για το μέγεθος του ΑΕΠ της ΕΕ, των ΗΠΑ, και της Κίνας, βλ. IMF, https://www.imf.org/external/datamapper/PPPSH@WEO/EU/CHN/USA˙ για το κατά κεφαλήν εισόδημά τους, The World Bank, https://data.worldbank.org/indicator/NY.GDP.PCAP.CD   

[3] Ενδεικτικές εν προκειμένω οι στρατιωτικές δαπάνες. Οι ευρωενωσιακές συνολικώς υπερέβησαν το 2022 τα 200 δις ευρώ. Βλ. Εuropean Defence Agency, 08-12-2022, https://eda.europa.eu/news-and-events/news/2022/12/08/european-defence-spending-surpasses-200-billion-for-first-time-driven-by-record-defence-investments-in-2021. Οι αμερικανικές, κινεζικές, και ρωσικές υπολογίζονται σε $777.7 δις, $252 δις, και  $61.7 δις, αντιστοίχως. Βλ. https://executivegov.com/articles/u-s-defense-budget-2022-how-much-does-the-united-states-spend-on-its-defense-budget/  .

[4] Χαρακτηριστική η Γαλλο-βρετανική Διακήρυξη του Σαιν Μαλό της 4ης Δεκεμβρίου 1998: ένα άνευρο κείμενο που απλώς επιβεβαίωνε την ευρωπαϊκή εξάρτηση από ΗΠΑ/ΝΑΤΟ.

[5] Βλ. μεταξύ άλλων, Assessing Current CSDP Structures and Processes and Formulating Recommendations, ΕNGAGE, Working Paper Series No. 22, April 2023. https://static1.squarespace.com/static/604251cac817d1235cbfe98d/t/64711b224df6704dcb7e5331/1685134119041/ENGAGE+Working+Paper+22_Assessing+Current+CSDP+Structures+and+Processes+and+Formulating+Recommendations.pdf

[6] Για επισήμανση της καίριας αυτής αδυναμίας, βλ. The EU Common Foreign and Security Policy, Institutional Challenges,  Stiftung Wissenschaft und Politik, https://www.swp-berlin.org/en/topics/dossiers/the-eu-common-foreign-and-security-policy/institutional-challenges

[7] Βλ. Σπύρος Μπλαβούκος & Γιώργος Παγουλάτος, Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο του Πούτιν: Η ΕΕ στη νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας, ELIAMEP, Policy Paper #95/2022.

 

[8] Για το κείμενο της Στρατηγικής Πυξίδας ειδικότερα, βλ. https://www.eeas.europa.eu/sites/default/files/documents/strategic_compass_en3_web.pdf

[9] Βλ. ιστορική ομιλία του Γάλλου προέδρου στη Σορβόννη: Initiative pour l'Europe - Discours d'Emmanuel Macron pour une Europe souveraine, unie, démocratique, Élysée, 26-09-2017, https://www.elysee.fr/emmanuel-macron/2017/09/26/initiative-pour-l-europe-discours-d-emmanuel-macron-pour-une-europe-souveraine-unie-democratique. Το ενδιαφέρον του προέδρου Μακρόν για τις περιορισμένης συμμετοχής συμπράξεις συνδέεται κατά πάσαν πιθανότητα και με τις φιλοδοξίες του Παρισιού να διαδραματίζει ηγετικό ρόλο, ιδίως σε περιοχές παραδοσιακής επιρροής του, όπως το Σαχέλ. Ανάλογα δε κίνητρα πιθανότατα εξηγούν και τη διαφαινόμενη τοποθέτηση υπέρ των συμπράξεων αυτών της Ιταλίδας πρωθυπουργού κυρίας Μελόνι. Βλ. Leonardo Palma, Italy’s New Look, War On The Rocks, 17-08-2023. https://warontherocks.com/2023/08/italys-new-look/?__s=rdza7s3yrl4uorldpcvr .

[10] Βλ. Closing speech by the President of the Republic at the Globsec Summit in Bratislava, 31-05-2023, https://www.elysee.fr/front/pdf/elysee-module-21303-en.pdf.

[11] Βλ. Roger Cohen, Macron Calls for Intensified Support for Ukraine but Eyes Peace Talks, New York Times, 17-02-2023. Κατά τη σύνταξη του παρόντος, οι εξελίξεις στο ουκρανικό μέτωπο μάλλον δικαιώνουν τους υποστηρικτές της ειρήνευσης με αμοιβαίους συμβιβασμούς. Βλ. μεταξύ άλλων: U.S. intelligence says Ukraine will fail to meet offensive’s key goal, Washington Post, 17-08-2023, και  Marcus Walker, Why Russia’s War in Ukraine Could Run for Years, The Wall Street Journal, 20-08-2023.

[12]   Προ τετραετίας, ο πρόεδρος Μακρόν είχε δηλώσει ότι η Ρωσία είναι «βαθιά ευρωπαϊκή, και πιστεύουμε ότι η Ευρώπη αυτή επεκτείνεται από τη Λισσαβόνα στο Βλαδιβοστόκ».Βλ. Déclaration de M. Emmanuel Macron, Président de la République, sur les relations franco-russes et la situation internationale, à Brégançon le 19 août 2019. Ωστόσο ο Γάλλος πρόεδρος είναι αρκετά ρεαλιστής ώστε, ιδίως μετά τον, κατά κάποιο τρόπο, διαπραγματευτικό εμπαιγμό του από τον πρόεδρο Πούτιν κατά την πρώτη φάση της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, να αναγνωρίζει, τόσο την ανάγκη στήριξης του Κιέβου – σε πρόσφατη συνέντευξή του στο περιοδικό Le Point υπήρξε σαφής: «Μπορούμε να αφήσουμε την Ουκρανία να χάσει και τη Ρωσία να κερδίσει; Η απάντηση είναι όχι» –, όσο και τον καίριο ρόλο του ΝΑΤΟ στον χειρισμό του Ουκρανικού. Βλ. David Cadier and Martin Quencez, France’s Policy Shift on Ukraine’s NATO Membership, WAR ON THE ROCKS, 10-08-2023. https://warontherocks.com/2023/08/frances-policy-shift-on-ukraines-nato- embership/?__s=rdza7s3yrl4uorldpcvr .

 

[14] Βλ. ενδιαφέρουσα ανάλυση του Mohammed Soliman, The Folly of Merging the Indo-Pacific and Europe, Foreign Policy and Research Institute, 24-08-2023. https://www.fpri.org/article/2023/08/the-folly-of-merging-the-indo-pacific-and-europe/

[15] Βλ. Josh Hammer, The End of the Unipolar Moment, The American Spectator, 10-03-2022˙ και Zbigniew Brzezinski, Toward a Global Realignment, The American Interest, 17-04-2016.