Sunday, January 19, 2025

ΣΙΝΟΡΩΣΙΚΗ ΣΥΜΠΟΡΕΥΣΗ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΑ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ

 Προδημοσίευση άρθρου από το τεύχος 150 των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ).

Εισαγωγή

Επί δύο τουλάχιστον αιώνες το γεωπολιτικό σχήμα Δύση-Ρωσία-Κίνα έχει υποστεί διαδοχικές μεταλλάξεις. Με Δυτικούς και Ρώσους, σε μια πρώτη φάση, να συμπράττουν ανταγωνιστικά στην καταλήστευση της εκπνέουσας «Ουράνιας Αυτοκρατορίας». Και με τη Δύση εν συνεχεία να επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας ως αντίβαρο στη σοβιετική απειλή. Ενώ, διαρκούσης της σύντομης, αν και μεστής γεωπολιτικών περιπετειών, αμερικανικής μονοπολικής στιγμής μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η Ουάσιγκτον, ακολουθούμενη ως επί το πολύ από τους συμμάχους και εταίρους της, αντιμετώπισε, τόσο το Πεκίνο, όσο και τη Μόσχα, χωρίς εμφανή στρατηγικό σχεδιασμό – αν όχι και με ικανή δόση ανέμελης υπεροψίας.  Ωστόσο, η εκθετική άνοδος της κινεζικής ισχύος, η δυναμική επιστροφή της Ρωσίας στο παγκόσμιο γεωπολιτικό γίγνεσθαι, και η διαγραφόμενη προσέγγιση Μόσχας και Πεκίνου εις βάρος των δυτικών συμφερόντων θέτουν ήδη τη Δύση προ του ζωτικής σημασίας διλήμματος, είτε να συνεχίσει και πιθανότατα εκ των πραγμάτων να εντείνει την εκρηκτικά επικίνδυνη, ταυτόχρονη μετωπική αντιπαράθεση με τις δύο αυτές  δυνάμεις, είτε να επιδιώξει με ευέλικτους χειρισμούς τη διάσπαση του υπό συγκρότηση κοινού μετώπου τους. 

Συσχετισμοί σκληρής ισχύος

Τη σημασία δε του διλήμματος αυτού  καθιστά εμφανή ακόμη και μια σύντομη  ματιά στον συσχετισμό «σκληρής δύναμης» – τον και κρισιμότερο –  μεταξύ, αφ’ ενός, των τεσσάρων στρατιωτικά ισχυρότερων δυτικών κρατών – ΗΠΑ, Ηνωμένου Βασιλείου, Γερμανίας και Γαλλίας – και, αφ’ ετέρου, της Κίνας και της Ρωσίας. Διότι, ναι μεν ως προς τη μείζονος πράγματι σημασίας παράμετρο που είναι οι στρατιωτικές δαπάνες οι Δυτικοί υπερέχουν κατά πολύ του εν δυνάμει σινο-ρωσικού «άξονος» – αφ’ εαυτού ο αμερικανικός αμυντικός προϋπολογισμός είναι υπερδιπλάσιος του αθροίσματος των αντίστοιχων κινεζικού και ρωσικού –  το ρωσικό όμως πυρηνικό οπλοστάσιο είναι ως προς το μέγεθος πρώτο στις παγκόσμιες κατατάξεις, οριακά υπερβαίνον και το αμερικανικό.[1] Σημειωτέον δε ότι επί προεδρίας Σι το Πεκίνο υλοποιεί φιλόδοξο πρόγραμμα ενίσχυσης του ήδη σημαντικού δικού του πυρηνικού δυναμικού.

Όλως ιδιαίτερο ωστόσο ενδιαφέρον σε σχέση με τους στρατιωτικούς αυτούς συσχετισμούς παρουσιάζει το ότι, τόσο οι Ρώσοι, όσο και οι Κινέζοι – όπως άλλωστε, από δυτικής πλευράς, εκτός των Αμερικανών και οι Βρετανοί και οι Γάλλοι – διαθέτουν «ικανότητα δευτέρου πυρηνικού πλήγματος» (second strike capability), συνεπαγόμενη «αμοιβαία εξασφαλισμένη καταστροφή» (mutually assured destruction). Με επακόλουθο μια συμβατική πολεμική αναμέτρηση με τις δύο αυτές δυνάμεις να ενέχει υψηλό κίνδυνο εκτροπής προς πυρηνικό ολοκαύτωμα. Και συνακόλουθα, ο στοιχειώδης στρατηγικός ρεαλισμός να υπαγορεύει στους  Δυτικούς την αποφυγή στο μέτρο του δυνατού μιας πολεμικής κλιμάκωσης με εκάστη εξ αυτών μεμονωμένως και κατά μείζονα λόγο με αμφότερες ταυτοχρόνως. Κατά πάσαν δε βεβαιότητα, οι ηγεσίες της Ρωσίας και της Κίνας, ασχέτως ευκαιριακών δημόσιων δηλώσεων, τρέφουν αντίστοιχους προβληματισμούς σε σχέση με τις δυτικές πυρηνικές δυνάμεις. [2]

Οι κινεζικές στοχεύσεις

Σε  ό,τι αφορά ειδικότερα στις σχέσεις της Δύσης με το Πεκίνο: Κατά την πιο πρόσφατη αμερικανική «Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας»,  η Κίνα αποτελεί «τον μόνο ανταγωνιστή που έχει, τόσο την πρόθεση να αναδιατάξει τη διεθνή τάξη, όσο, όλο και περισσότερο,  και …τη δύναμη να το κάνει». [3] Και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ιουνίου 2023, την αποκάλεσε μεν «εταίρο»,  χαρακτηρίζοντάς την όμως συγχρόνως «ανταγωνιστή και συστημικό αντίπαλο».[4] Πέραν δε των φραστικών ισορροπιών των επισήμων κειμένων, κατά γενική αναγνώριση η συνεχώς διευρυνόμενη παρουσία του κινεζικού γίγαντα στο παγκόσμιο γίγνεσθαι προσλαμβάνει πλέον ιστορικές διαστάσεις. Τηρουμένων των αναλογιών, δεν θα ήταν ίσως αδόκιμος ο παραλληλισμός με τη σταδιακή παρέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών στα διεθνή πράγματα από τις αρχές του εικοστού αιώνα. Προς αντιμετώπιση δε των κινδύνων για τα αμερικανικά συμφέροντα που συνεπάγεται η δυναμική αυτή ανάδυση του κινεζικού παράγοντος, η Ουάσιγκτον επί προεδρίας Ομπάμα προέβη  σε μια μείζονα αναθεώρηση της πολιτικής της έναντι του Πεκίνου με άξονα την επικέντρωση των αμερικανικών πολιτικών, οικονομικών, και στρατιωτικών πόρων στην ανάσχεση της κινεζικής επιρροής – πρωτίστως στην περιοχή της  Ασίας- Ειρηνικού, αλλά όχι μόνο. Η διατυμπανισθείσα όμως αυτή «Στροφή προς Ασία»» ουδέποτε ολοκληρώθηκε. Ανεκόπη, εν μέρει μεν από τις δυτικές περιπέτειες στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, κυριότατα όμως από την όξυνση των σχέσεων της Δύσης με τη Ρωσία. Με επακόλουθο τη δυσχέρανση της έναντι της ΛΔΚ επιχειρούμενης από τις διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις στρατηγικής αποτροπής. Δοθέντος μάλιστα ότι, όπως επισημαίνεται εν συνεχεία, πλείονες Ευρωπαίοι υιοθετούν έναντι του Πεκίνου στάση  σαφώς ηπιότερη της αμερικανικής.

Οι καταρρέουσες σχέσεις της Δύσης με τη Ρωσία

Άλλωστε, αυτή  τη στιγμή, η προσοχή, τόσο της Ατλαντικής Συμμαχίας, όσο και της Κοινοτικής Ευρώπης, είναι στραμμένη κατά κύριο λόγο προς τη Ρωσία. Την οποία στο κλίμα που διαμόρφωσε το Ουκρανικό, η «Στρατηγική Αντίληψη του ΝΑΤΟ» [NATO Strategic Concept] του Ιουνίου 2022 αποκαλεί «τη σημαντικότερη και πλέον ευθεία απειλή κατά της ασφάλειας των Συμμάχων και της ειρήνης και σταθερότητας στην Ευρω-Ατλαντική περιοχή»· και η κοινοτική «Στρατηγική πυξίδα για την ασφάλεια και την άμυνα του Μαρτίου 2022, «μακροπρόθεσμη και ευθεία απειλή κατά της ευρωπαϊκής ασφάλειας». Ενώ η νατοϊκή «Διακήρυξη Κορυφής της Ουάσιγκτον» του Ιουλίου 2024 προειδοποιεί ότι «η καθολική [all-domain] απειλή που η Ρωσία συνιστά για το ΝΑΤΟ  θα συνεχισθεί και μακροπρόθεσμα.

Για την κλιμακούμενη δε ένταση μεταξύ Δύσης και Μόσχας η πρώτη δεν είναι άμοιρος ευθυνών. Η αμερικανική, ειδικότερα, στάση έναντι της μετα-σοβιετικής Ρωσίας ασφαλώς δεν διευκόλυνε τη διαμόρφωση μεταξύ τους σχέσεων εμπιστοσύνης και συνεργασίας. Χωρίς βέβαια η διαπίστωση αυτή να δικαιολογεί το παράπαν  την ανεπιφύλακτα καταδικαστέα ρωσική εισβολή στην Ουκρανία – στην απόκρουση της οποίας ορθότατα η Δύση παρέσχε την αποφασιστική συνδρομή της.

Η  τροπή όμως των στρατιωτικών επιχειρήσεων θέτει τώρα τους Δυτικούς προ οξέος διλήμματος περί του πρακτέου. Ουχί δε αμελητέες φωνές και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού έχουν κατ’ ουσίαν ταχθεί κατά του τερματισμού του πολέμου διά της διαπραγματευτικής οδού και υπέρ της συνέχισης και εντατικοποίησης των εχθροπραξιών με στόχο την εξουθένωση της Ρωσίας και τη καθεστωτική αλλαγή.[5] Ο στόχος όμως αυτός, φαινομενικώς τουλάχιστον επιτεύξιμος κάποια στιγμή μετά τις αρχικές ρωσικές στρατιωτικές αποτυχίες, είναι πλέον κατά πάσαν βεβαιότητα ανέφικτος. Οι εμμένοντες δε στην επιδίωξή του αγνοούν, όχι μόνο το ως άνω ήδη επισημανθέν φάσμα της πυρηνικής κλιμάκωσης, αλλά και τους πολυσχιδείς κινδύνους για τη Δύση που εγκυμονεί η παγίωση και περαιτέρω σύσφιγξη των σινο-ρωσικών σχέσεων.

Μια προβληματίζουσα σύμπλευση

Διότι υπό τη δυτική πίεση, η Μόσχα τείνει  όλο και περισσότερο να μετατραπεί, κατά τον χαρακτηρισμό έγκυρης αμερικανικής εφημερίδας, σε «ήσσονα εταίρο» [junior partner]) του Πεκίνου.[6] Θα ήταν δε η εσχάτη πλάνη να υποτιμηθούν οι αρνητικές επιπτώσεις της σινο-ρωσικής αυτής συμπόρευσης στα δυτικά συμφέροντα. Επιπτώσεις που άλλωστε είναι ήδη ορατές. Με ιδιαίτερα ανησυχητική την απόσπαση από τη δυτική επιρροή του λεγόμενου Παγκόσμιου Νότου – ήτοι της πλειοψηφίας της ανθρωπότητας, συμπεριλαμβανομένων μεγάλων περιφερειακών δυνάμεων της Ασίας, Μέσης Ανατολής, Αφρικής, και Λατινικής Αμερικής.

Χαρακτηριστική η περίπτωση των BRICS: Ενός διακυβερνητικού οργανισμού επικριτικού της δυτικής τάξης πραγμάτων, στις τάξεις του οποίου, όπου εκπροσωπείται το 45 τοις εκατό του παγκόσμιου πληθυσμού με αυξητική προοπτική, η μεν Ρωσία, σύμφωνα με δύο σοβαρούς αναλυτές έχει ρόλο «οργισμένης θορυβώδους αιχμής του δόρατος», η Κίνα όμως είναι «η πραγματική κινούσα δύναμη».[7] Ενώ ένα ακόμη ανησυχητικό επακόλουθο της σινο-ρωσικής σύμπλευσης είναι η διαμόρφωση, υπό κινεζική κατ’ ουσίαν αιγίδα, ενός αντι-δυτικού γεωπολιτικού σχήματος περιλαμβάνοντος, ομού με την Κίνα και τη Ρωσία, τη Βόρεια Κορέα και το Ιράν.[8] ΄

Επίλυση του Ουκρανικού ασφαλώς δεν σημαίνει παράδοση στις ορέξεις του Κρεμλίνου. Το ζητούμενο είναι ο τερματισμός του πολέμου μέσω ενός ρεαλιστικού, βιώσιμου συμβιβασμού. Κάτι που σύμφωνα με σοβαρούς παρατηρητές θα είχε ήδη επιτευχθεί, εάν, την κατάλληλη στιγμή, η αμερικανική ηγεσία είχε ασκήσει την καθοριστική επιρροή της επί της ουκρανικής – η πολιτική ατζέντα της οποίας δεν συμπίπτει κατ’ ανάγκην πάντοτε με το ευρύτερο δυτικό συμφέρον. Ωστόσο, ενδέχεται ο πρόεδρος Πούτιν, παρά τις ευνοϊκές για τη ρωσική πλευρά εξελίξεις στο πολεμικό μέτωπο και την περιορισμένη αποτελεσματικότητα των δυτικών κυρώσεων, αλλά συνυπολογίζοντας το υψηλό κόστος  της διαιώνισης του πολέμου για τη χώρα και τον λαό του και ίσως και για το καθεστώς του, να παραμένει ανοικτός σε διαπραγματεύσεις, αν όχι προς την επιθυμητή,  πάντως προς αποδεκτή από δυτικής σκοπιάς κατεύθυνση.[9] Άλλωστε, κατά τα είκοσι τέσσερα χρόνια που, είτε ως πρωθυπουργός, είτε ως πρόεδρος κυβερνά – και παρά τους όποιους τραγικά εσφαλμένους υπολογισμούς και χειρισμούς του, ειδικότερα περί το Ουκρανικό – έχει αποδειχθεί, ως επί το πολύ, «ορθολογικός γεωπολιτικός παίκτης».[10] Και άρα γνωρίζει τους κινδύνους που διατρέχει μια Ρωσία εμπεπλεγμένη συγχρόνως σε οξεία αντιπαράθεση με τη Δύση και σε σχέση εξάρτησης από την Κίνα. Εν πάση όμως περιπτώσει, οι Δυτικοί έχουν κάθε συμφέρον να δοκιμάσουν εμπράκτως τις διαθέσεις και προθέσεις του, καθώς, θεωμένη υπό δυτικό πρίσμα, μια συμφωνία, όχι μόνο θα έθετε τέλος στην πολεμική τραγωδία και θα απομάκρυνε τον συναφή κίνδυνο πυρηνικής κλιμάκωσης, αλλά και ενδεχομένως θα συνέβαλλε στην απεξάρτηση της Μόσχας από τον εναγκαλισμό του Πεκίνου. Εκτός των άλλων, λόγω της υψηλής  πιθανότητας να επακολουθήσει η αναζωπύρωση των διαχρονικών σινο-ρωσικών αντιθέσεων και των συναφών ανησυχιών της ρωσικής κυρίως πλευράς.

Υποβόσκουσες σινο-ρωσικές εντάσεις

Οι οποίες αντιθέσεις και ανησυχίες, παρά τη συγκυριακή προσέγγιση των δύο γιγάντων της Ευρασίας, εξακολουθούν να υφέρπουν. Επί παραδείγματι: Μολονότι προ εικοσαετίας επετεύχθη συμβατική ρύθμιση της μακροχρόνιας σινο-ρωσικής συνοριακής διένεξης, οι Ρώσοι δεν έχουν παύσει να ανησυχούν για ενδεχόμενες κινεζικές βλέψεις εις βάρος της ρωσικής επικράτειας. Πηγή προβληματισμού για τη Μόσχα αποτελεί επίσης η επισκίαση της επιρροής της στην Κεντρική Ασία από την κινεζική «Πρωτοβουλία μιας ζώνης και ενός δρόμου», και στην Αρκτική από την εκεί αύξουσα κινεζική δραστηριοποίηση. Όπως σαφώς ανταγωνιστική σφραγίδα φέρουν και οι δραστηριότητες των δύο εταίρων στην Ανατολική Ασία και τον Ειρηνικό. Ενώ, στον στρατιωτικό τομέα, οι κινεζικοί εξοπλισμοί και ιδίως το φιλόδοξο κινεζικό πυρηνικό πρόγραμμα φυσικό είναι να μην αφήνουν τους Ρώσους αδιάφορους. Και επομένως, σε περίπτωση μερικής έστω εξομάλυνσης των σχέσεων της Ρωσίας με τη Δύση, το πιθανότερο είναι οι υποβόσκουσες αυτές σινο-ρωσικές εντάσεις να διογκωθούν προς όφελος των δυτικών συμφερόντων –  υπό την προϋπόθεση ότι οι Δυτικοί θα προβούν εγκαίρως σε μια επανεξέταση της έναντι της Ρωσίας πολιτικής τους. [11]

Εγκαταλείποντας, κατά πρώτο λόγο, τη χίμαιρα της μετατροπής της Ρωσίας σε ομοίωμα της Δύσης. (Κάποιοι μαθητευόμενοι μάγοι του δυτικού κόσμου δείχνουν να παίζουν εν ου παικτοίς, οδηγώντας εξ αντιδράσεως σε αποτελέσματα εκ διαμέτρου αντίθετα προς τα προσδοκώμενα.) Η στροφή της ρωσικής ηγεσίας, αλλά και κοινωνίας, προς τις αυταρχικές παραδόσεις του ρωσικού κράτους αποτελεί μια εξέλιξη, όχι μόνο βραχυπρόθεσμα αναπόφευκτη ίσως, αλλά και ενδεχομένως μη αναστρέψιμη, στο μέτρο που συμβάλλει στη συνοχή και την εξωτερική ασφάλεια της χώρας· τις οποίες ο υπό δυτική αιγίδα ψευδεπίγραφος εκδημοκρατισμός μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ έθεσε υπό δεινή δοκιμασία. Και συνεπώς ο γεωπολιτικός ρεαλισμός επιβάλλει στους ιθύνοντες του Δυτικού Κόσμου την αναζήτηση ενός modus vivendi με την αυταρχική Ρωσία του Πούτιν και όχι με εκείνη των ονείρων μας. Γενικότερα δε, ΝΑΤΟ και ΕΕ καλούνται να διαχειρισθούν το γεωπολιτικό τρίγωνο Δύση-Ρωσία-Κίνα με ένα συνδυασμό αποφασιστικότητας και ρεαλισμού. Αξιοποιώντας τη δυτική στρατιωτική, οικονομική, και πολιτισμική ισχύ για την επίτευξη αποδεκτών και βιώσιμων ισορροπιών.

Κατά τα λοιπά, οι μεν Κοινοτικοί Ευρωπαίοι φυσικό είναι να επικεντρώσουν την προσοχή και τις προσπάθειές τους στις σχέσεις με τη Μόσχα·  στην καλύτερη – αλλά δυστυχώς όχι και πιθανότερη -  περίπτωση, δίδοντας σάρκα και οστά στην καχεκτική «Κοινή Εξωτερική Πολιτική» τους, έτσι ώστε να ακουσθεί ευκρινέστερα η ευρωπαϊκή φωνή σε θέματα κατ’ εξοχήν ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος. Ενώ εκ των πραγμάτων, η διαμόρφωση των σχέσεων της Δύσης με την Κίνα βαρύνει πρωτίστως τους Αμερικανούς. Διότι, ναι μεν μέχρι τούδε οι επίσημες θέσεις της ΕΕ και των ΗΠΑ έναντι του Πεκίνου κατά βάσιν συμπίπτουν, η στρατιωτική όμως παρουσία των Ευρωπαίων στον απωανατολικό χώρο είναι περιορισμένη, το δε ενδιαφέρον τους για την περιοχή, με κύριες εξαιρέσεις τη Βρετανία και τη Γαλλία, ως επί το πολύ στενά οικονομικό. Και συνακόλουθα οι έμπρακτες ευρωπαϊκές επιλογές έχουν συχνά αποκλίνει από τις στοχεύσεις της Ουάσιγκτον. Η οποία ως κορυφαία προτεραιότητα θέτει την αντιμετώπιση των κινεζικών επεκτατικών βλέψεων μέσω στρατιωτικής, οικονομικής, και ιδεολογικής αποτροπής.[12] Διατηρώντας ωστόσο, μέχρι στιγμής, ανοικτούς διπλωματικούς και στρατιωτικούς διαύλους και συνεχίζοντας επιλεκτικά τις σινοαμερικανικές οικονομικές σχέσεις, προκειμένου να αποφευχθεί η αποσταθεροποίηση της διεθνούς γεωπολιτικής και οικονομικής τάξης – και ίσως μια πολεμική σύρραξη απρόβλεπτων διαστάσεων.

Επίμετρο

Το ως άνω κείμενο αντανακλά την παγκόσμια γεωπολιτική πραγματικότητα και την αμερικανική εξωτερική πολιτική κατά την ύστερη φάση της προεδρίας Μπάιντεν. Μένει να φανεί κατά πόσο και πως, αναλαμβάνοντας το πηδάλιο του κράτους, ο εν αναμονή πρόεδρος Τραμπ, πέραν της προεξοφλούμενης  αλλαγής επικοινωνιακού τόνου και διαπραγματευτικής τακτικής, θα διαφοροποιηθεί από τον προκάτοχό του ως προς τους διεθνείς προσανατολισμούς της – πάντοτε κορυφαίας στην παγκόσμια ιεραρχία στρατιωτικής και οικονομικής ισχύος – Ουάσιγκτον.

Εξυπακούεται, τέλος, αλλά δεν βλάπτει να τονίζεται, ότι η υιοθέτηση από τη Δύση του γεωπολιτικού ρεαλισμού ως γνώμονα στη διαχείριση των σχέσεών της με τις δύο μεγάλες δυνάμεις της Ευρασίας ουδόλως συνεπάγεται την υποβάθμιση των δυτικών κοινωνικοπολιτικών αξιών και θεσμών. Η ειρηνική προβολή των οποίων λειτουργεί, αντιθέτως, ως πολλαπλασιαστής της δυτικής «ηπίας ισχύος». Υπό την  αυστηρή όμως προϋπόθεση ότι δεν επιχειρείται η αποσταθεροποιητική και πάντως καταδικασμένη  εκ των προτέρων επιβολή τους.

 



[1] Οι στρατιωτικοί προϋπολογισμοί ΗΠΑ, Κίνας, Ρωσίας, Ηνωμένου Βασιλείου, Γερμανίας και Γαλλίας για το 2023 ανήλθαν αντιστοίχως σε 916, 296, !09, 74.9, 66.8 και 61.3 δισεκατομμύρια δολάρια. Βλ. https://www.statista.com/statistics/262742/countries-with-the-highest-military-spending/.  Για τα πυρηνικά, https://www.statista.com/chart/8301/the-countries-holding-the-worlds-nuclear-arsenal/,  και Carter Malkasian, America’s Crisis of Deterrence, Foreign Affairs, 20-09-2024.

             

[2] Για μια ευρεία επισκόπηση του πυρηνικού ορίζοντα, βλ. Laurence Norman, Nuclear-War Risks Rise Again, Stoked by Global Conflicts, The Wall Street Journal, 16-10-2024. Για το   ρωσικό πυρηνικό δόγμα, βλ Alexander Gabuev, How Serious a Threat Is Russia’s New Nuclear Doctrine, Carnegie Russia Eurasia Center, 03-10-2024. Για την ενίσχυση του πυρηνικού οπλοστασίου και τη μετεξέλιξη του πυρηνικού δόγματος του Πεκίνου, βλ. How is China Modernizing its Nuclear Forces?, CSIS, China Power, https://chinapower.csis.org/china-nuclear-weapons /  

[5] Χαρακτηριστικό, σε αγγλική μετάφραση, το ακόλουθο άρθρο του Σπίγκελ αμέσως μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα Wagner: Regime Change in Russia must not be a Taboo for the West, https://libmod.de/en/wagner-rebellion-sannikova-fuecks/. Βλ. επίσης, σε ανάλογο πνεύμα σε μετέπειτα φάση των εχθροπραξιών, Anders Åslund, A Unified Western Strategy for Ukraine, Project Syndicate, 15-05-2024. Για μια εμπεριστατωμένη παρουσίαση των άκαρπων αρχικών διαπραγματευτικών προσπαθειών,  βλ. Samuel Charap και Sergey Radchenko, The Talks That Could Have Ended the War in Ukraine, Foreign Affairs, 16-04-2024/

[6] Editorial Board, The U.S. should beware of the Beijing-Moscow axis, Washington Post, 25-03-2023.

[7] Βλ. Alexander Gabuev και Oliver Stuenkel, The Battle for the BRICS. Why the Future of the Bloc Will Shape Global Order, Foreign Affairs, 24-09-2024. Επίσης, Daniel Runde, China is Winning the Global South, The National Interest, 21-08-2024.

[8] Βλ. Christopher S. Chivvis και Jack Keating, Cooperation Between China, Iran, North Korea, and Russia: Current and Potential Future Threats to America, Carnegie Endowment for International Peace, 08-10-2024.

[9] Michael Crowley, U.S. Rejects Putin’s Latest Call for Ukraine Negotiations, The New York Times, 09-02-2024. Για τις προθέσεις του προέδρου Πούτιν και τους δυτικούς προβληματισμούς, βλ. Walter Russell Mead, Putin’s Rising Price for Peace in Ukraine, Wall Street Journal, 21-10-2024.

 

[10] Για μια αυστηρή, ρεαλιστική αξιολόγηση των χειρισμών του Ρώσου προέδρου σε σχέση με την Ουκρανία από γνωστό Αμερικανό αναλυτή, με αρκετή όμως δόση δογματισμού και με συμπεράσματα αποκλίνοντα από εκείνα του παρόντος άρθρου, βλ. Robert Kagan, Are Americans ready to give up on Ukraine?  Washington Post, 15-10-2024. Για μια ανασκόπηση των διαπραγματεύσεων επί του Ουκρανικού από τον Ρώσο υπουργό εξωτερικών, βλ. Kiev's violation of agreements means less territory for Ukraine — Lavrov, TASS, 02-11-2024.

[11] Himany Pant, Russia-China Relations and a Changing World Order, Indian Council of World Affairs, Μάιος, 2023. This country is trying to stoke Russia-China differences, The Economic Times, 04-09-2024. Callum Fraser, Russia and China: The True Nature of their Cooperation, RUSI, 07-06-2024. Far East territorial dispute tests PRC-Russia ties, Indo-Pacific Defence Forum, 27-03-2024. Russia Relationship?, China  Power, 10-10-2024, https://chinapower.csis.org/china-russia-relationship-weaknesses-mistrust/ 

[12] Σύμφωνα με τη σινολόγο καθηγήτρια του Πανεπιστημίου John Hopkins, Jessica Chen Weiss, «οι εταίροι και σύμμαχοι των ΗΠΑ θα επικροτούσαν τη στροφή» «προς μια σταθερότερη και παραγωγικότερη σχέση». Βλ. The Case Against the China Consensus, Foreign Affairs, 16-09-2024.


Tuesday, November 19, 2024

THE SINO-RUSSIAN TANDEM AND THE WEST

 For at least two centuries, the geopolitical triangle West – Russia – China has been undergoing successive transformations. Initially, the West and Russia engaged in a competitive collaboration to plunder the expiring "Celestial Empire." Subsequently, the West attempted to use the People's Republic of China as a counterweight to the Soviet threat. And, during the brief period of American unipolarity that followed the collapse of the Soviet Union, Washington, largely supported by its allies and partners, dealt with both Beijing and Moscow without any apparent strategic planning—if not with a significant dose of carefree arrogance. However, the exponential rise of Chinese power, the dynamic return of Russia to the global geopolitical arena, and the emerging rapprochement between Moscow and Beijing now compel the West to decide between continuing and likely escalating the simultaneous confrontation with these two powers or pursuing flexible diplomacy to disrupt their developing common front.

Hard Power Dynamics

Even a cursory look at the balance of "hard power" between the four militarily strongest Western countries — USA, UK, Germany, and France—, and, on the other hand, China and Russia makes clear the vital nature of this dilemma. Although the West, in terms of military spending, vastly outstrips the potential Sino-Russian axis (the US defense budget alone is more than double the sum of the corresponding Chinese and Russian), the Russian nuclear arsenal is at the top of global rankings, marginally exceeding the American one. And, under Xi’s presidency, Beijing is rapidly expanding its already significant nuclear forces.

With respect to the nuclear scene, it should be stressed that both Russians and Chinese—just as, on the Western side, the Americans, the British, and the French — possess a "second-strike capability" that raises the specter of "mutually assured destruction." This is to say that a conventional military confrontation with these two powers carries a risk of escalation into a nuclear holocaust. Strategic realism, therefore, dictates that the West avoids, to the extent possible, a military escalation with each of the two separately and, a fortiory, with both simultaneously. And it is likely that the leaders of Russia and China, notwithstanding their opportunistic public statements, harbor similar fears about the Western nuclear posture.

Chinese Objectives

Regarding the state of Western relations with Beijing: The most recent American "National Security Strategy" considers the PRC as “the only competitor with both the intent to reshape the international order and, increasingly, the economic, diplomatic, military, and technological power to do it”. The European Council, in June 2023, while calling China a "partner," named it also "a competitor and a systemic rival." And beyond the official pronouncements, China’s emergence in global affairs is widely recognized as a historic development reminiscent in many ways of the rise of the United States since the early twentieth century.

Addressing the risks to American interests from the expanding Chinese world role, Washington, under President Obama, undertook a major revision of its China policy aimed at containing Beijing—primarily in the Asia-Pacific area but not solely. However, this "Pivot to Asia" was largely impeded, partly by Western adventurism in the broader Middle East but mainly by the downturn in the West’s relations with Russia.

 West-Russia Relations

In the strategic climate shaped by the war in Ukraine, NATO's June 2022 "Strategic Concept" refers to the Russian Federation as "the most significant and direct threat to Allies’ security and to peace and stability in the Euro-Atlantic area". The EU’s "Strategic Compass for Security and Defense" of March 2022 characterizes Russian policies as "a long-term and direct threat for European security." And the Atlantic Alliance’s "Washington Summit Declaration" of July 2024 predicts that "the all-domain threat Russia poses to NATO will persist into the long term".

For the rising tensions in its relations with Moscow, the West is not altogether without blame. But this certainly does not in the least justify the unreservedly condemnable Russian invasion of Ukraine, against which Americans and Europeans rightly provided Kyiv with decisive assistance.

However, the course of the war now calls for tough decisions on the part of the West. Significant voices on both sides of the Atlantic continue to oppose a negotiated end to the conflict and, indeed, are pushing for the intensification of hostilities with a view to defeating Russia and bringing about regime change in Moscow. But this goal, seemingly achievable after the initial Russian military setbacks, is now clearly beyond reach. Those who persist in pursuing it ignore, in addition to the nuclear threat, the toxic geopolitical effects of the Sino-Russian rapprochement.

A Disquieting Alignment

Under Western pressure, Russia is increasingly becoming what a reputable American newspaper refers to as a "junior partner" of China (The U.S. should beware of the Beijing-Moscow axis, The Washington Post, March 25, 2023). Inter alia, Moscow serves as a useful tool in Beijing’s efforts to pull the so-called Global South—essentially most of humanity, including key regional powers in Asia, the Middle East, Africa, and Latin America—away from Western influence. A typical case is that of the BRICS: an intergovernmental organization critical of the Western order and encompassing 45 percent of the world's population, in which according to two analysts, Russia plays the role of the "angry, vocal spearhead," but China is "the real driving force." (Vide Alexander Gabuev and Oliver Stuenkel, The Battle for the BRICS, Foreign Affairs, September 224, 2024.) While yet another unwelcome, from a Western perspective, outgrowth of the Sino-Russian entente is the formation, under essentially Chinese auspices, of an anti-Western geopolitical alignment that comprises, besides China and Russia, North Korea and Iran.

Resolving the Ukrainian crisis certainly does not mean surrendering to the Kremlin's whims. The Western objective should be to end the war through a realistic, viable compromise. Some analysts believe this could have already been achieved if, at a more propitious stage of the hostilities, Washington had exercised its decisive influence over Kyiv – whose political agenda does not always align with the broader Western interests. Nonetheless, despite the positive developments for the Russian side on the battlefield and the limited effectiveness of Western sanctions, President Putin may still be open to meaningful negotiations. After all, over the twenty-four years he has ruled, either as prime minister or president, and notwithstanding his tragically flawed calculations and maneuvers, particularly as to Ukraine, he has mostly proven to be a "rational geopolitical player”; aware no doubt of the risks faced by a Russia entangled simultaneously in acute confrontation with the Western World and in a state of dependency on China. In any case, it is in the West’s interest to test his intentions, given that a successful negotiation would not only put an end to the war and reduce the risk of nuclear escalation but very likely contribute as well to Moscow's disengagement from Beijing's embrace.

Underlying Sino-Russian Tensions

Despite the circumstantial rapprochement of the two Eurasian giants, major conflicts of interest continue to lurk beneath the surface. For example, although a long-standing Sino-Russian border dispute was settled by treaty two decades ago, the Russians have not ceased to worry about potential Chinese territorial aspirations at their expense. Moscow is also concerned about the challenge posed to its influence in Central Asia by China's "Belt and Road Initiative" and in the Arctic by the intense Chinese activity there. And the growing presence of the two associates in East Asia and the Pacific bears a distinctly competitive stamp. While in the military field, Chinese armaments and particularly the ambitious Chinese nuclear program are naturally a source of concern for the Russians.

As a result, even if only a partial normalization of Russia’s relations with the West is achieved, the underlying Sino-Russian tensions will probably come to the fore. But only if the Western powers re-evaluate their policy toward Moscow. Primarily by forgetting the chimera of transforming Russia into a mirror copy of the West. The espousal by the Russian leadership and society of the country’s authoritarian traditions is a development probably inevitable in the short term and potentially a long-term one, as it is widely perceived by the Russian public as a guarantor of the cohesion and security of the Russian Federation; both of which were severely tested under the faux democratization that followed the collapse of the Soviet Union. Geopolitical realism dictates that the West seek a modus vivendi with Putin's authoritarian regime rather than with the Russia of our dreams.

Ideally, in managing relations between the West and the Sino-Russian tandem, Europeans would focus on Russia while Americans on China. Sadly, the problematic state of the European Defense and Security Policy makes such a division of labor practically impossible. Irrespective of the preferences of those in power in Western capitals, Washington is driven by the force of circumstance to play the leading role on both these fronts. It remains, of course, to be seen if it will rise to the occasion.

As a final note: It is self-evident, yet worth emphasizing, that the adoption by the West of geopolitical realism as a guideline in managing its relations with the two major powers of Eurasia does not comport the downgrading of Western socio-political values. On the contrary, the peaceful projection of these values acts as a multiplier to the "soft power" of the Western world. On the strict condition that no attempt is made to impose them – especially by military force. 

Saturday, September 21, 2024

Η ΔΥΣΚΟΛΗ, ΑΛΛΑ ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΑ ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΕΥΡΩΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΣΥΜΠΡΑΞΗ

 Προδημοσίευση άρθρου από το τεύχος 149 των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ).

Εισαγωγή

Οι κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις ένθεν και ένθεν του Ατλαντικού, σε συνάρτηση με το ραγδαίως μεταλλασσόμενο παγκόσμιο περιβάλλον τείνουν να καταστήσουν το τρέχον έτος σταθμό στη μακρά ιστορική αλληλεπίδραση Ευρωπαίων και Αμερικανών· καθώς όλα δείχνουν ότι διαρκούντος του 2024 θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό η βούληση και ικανότητα των δύο κύριων συνιστωσών του Δυτικού Κόσμου να συνδιαχειρισθούν αποτελεσματικά τα ζωτικής σημασίας κοινά τους στρατηγικά συμφέροντα.

Από το δόγμα Μονρόε στην πλανητική σύμπραξη

Μετά τον πρώιμο αμυντικό και ευρωφοβικό απομονωτισμό της, όπως εμβληματικά αποτυπώθηκε στο Δόγμα Μονρόε, η Ουάσιγκτον παρενέβη επανειλημμένως στα ευρωπαϊκά πράγματα – κυριότατα κατά τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους και κατά τον Ψυχρό – για να αποτρέψει την ανάδυση στην  Ευρασία μιας υπερδύναμης, και μόνο η ύπαρξη της οποίας θα συνιστούσε από αμερικανικής σκοπιάς θανάσιμη απειλή. Όχι δε μόνο ο στρατηγικός αυτός στόχος επετεύχθη, αλλά και η επακολουθείσασα κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης εγκαινίασε την αποκληθείσα «αμερικανική μονοπολική στιγμή».[1] Η οποία όμως αποδείχθηκε βραχείας διάρκειας. Στον υπό διαμόρφωση δε νέο, «πολυπολικό» κόσμο, οι Ηνωμένες Πολιτείες, μολονότι παραμένουν στην κορυφή της παγκόσμιας ιεραρχίας ισχύος, δεν «άρχουν» πλέον «του πλανήτη». Με επακόλουθο οι απειλές και προκλήσεις κατά της Δύσης να διογκώνονται – και η στενότερη σύμπραξή Ευρωπαίων και Αμερικανών προς αντιμετώπισή τους να προβάλλει ως μάλλον αυτονόητη ανάγκη. Μένει ωστόσο να φανεί κατά πόσον η λογικώς επιβεβλημένη ευρω-αμερικανική αυτή συμπόρευση θα γίνει πράξη.

Έως σχετικώς πρόσφατα, οι Ευρωπαίοι, συμπεριλαμβανομένων των μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης – με εξαίρεση τη διφορούμενη στάση του στρατηγού ντε Γκολ έναντι του ΝΑΤΟ, στην οποία όμως μόνο επιφανειακά έδωσαν συνέχεια οι διάδοχοί του – είχαν ασμένως επαφεθεί σχεδόν εξ ολοκλήρου στην αμερικανική στρατιωτική προστασία.[2] Και οι εκάστοτε αμερικανικές ηγεσίες είχαν εξ ίσου προθύμως ανταποκριθεί στις ευρωπαϊκές αμυντικές ανάγκες. Και μάλιστα, παρά τις μάλλον προσχηματικές εκκλήσεις τους για αύξηση της ευρωπαϊκής αμυντικής συμβολής, δεν απέκρυπταν την αντίθεσή τους στη συγκρότηση μιας στρατιωτικά αυτοδύναμης Ευρώπης.[3]

Ουάσιγκτον και ευρωπαϊκά κέντρα αποφάσεων καλούνται ωστόσο τώρα να επανεξετάσουν τις σχέσεις τους υπό το φως των νέων παγκόσμιων συσχετισμών. Ειδικότερα: Η υπό συγκριτικό πρίσμα περιστολή της αμερικανικής ισχύος και επιρροής δυσχεραίνει εκ των πραγμάτων την – πάντοτε αποφασιστικής σημασίας – αμυντική κάλυψη του ευρωπαϊκού χώρου από τις ΗΠΑ. Ενώ φόβοι – κατά πάσαν πιθανότητα υπερβολικοί – εγείρονται τόσο στην Ευρώπη, όσο και στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες, για το ενδεχόμενο η αμερικανική εγγύηση της ευρωπαϊκής ασφάλειας να αποδυναμωθεί, εάν κατά τις επικείμενες προεδρικές εκλογές επικρατήσει ο κ. Τραμπ. Οπωσδήποτε δε καθίσταται πλέον επιτακτική η από καιρού προβαλλόμενη από τους «ευρωπαϊστές» ανάγκη, η Κοινοτική Ευρώπη να εμπλουτισθεί με μια αξιόπιστη στρατιωτική διάσταση. Όχι βέβαια ανταγωνιστικά, αλλά συμπληρωματικά προς την Ατλαντική Συμμαχία.

Αφού, άλλωστε, το πιθανότερο είναι ότι στο προβλεπτό μέλλον, έστω και στρατιωτικά αναβαθμισμένη, η ΕΕ θα αδυνατεί να καλύψει με επάρκεια την άμυνά της, ερήμην της Ουάσιγκτον. Η οποία, σημειωτέον, όχι μόνο παρέχει στους Ευρωπαίους συμμάχους της το αναγκαίο στρατιωτικό αμυντικό συμπλήρωμα, αλλά και συχνά στο πολιτικό επίπεδο λειτουργεί ως παράγων υπέρβασης των ενδοευρωπαϊκών διαφωνιών. Ως εκ τούτου δε, το μόλις προ πενταετίας αποκληθέν από εξέχοντα Ευρωπαίο ηγέτη «εγκεφαλικά νεκρό» ΝΑΤΟ εξακολουθεί να διαδραματίζει – ή ακριβέστερα ίσως, διαδραματίζει εκ νέου – ρόλο κρίσιμο στον συντονισμό των δυτικών αντιδράσεων και χειρισμών έναντι των κλιμακούμενων και διαφοροποιούμενων απειλών και προκλήσεων κατά της Δύσης.[4] Με χαρακτηριστική εν προκειμένω την καθοριστική συμβολή του στην άμεση συγκρότηση του ενιαίου δυτικού μετώπου κατά της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία.

Στο υπό μετεξέλιξη δε διεθνές αυτό περιβάλλον, οι δυτικές χώρες, πέραν των παγκόσμιας κλίμακας προκλήσεων της εποχής μας – κλιματική αλλαγή, υγεία, κλπ. –  καλούνται να συνδιαχειρισθούν κατά προτεραιότητα:

       τις προσπάθειες του καθεστώτος Πούτιν να θέσει υπό έλεγχο την Ουκρανία, αποβλέποντας πρωτίστως στην εδραίωση της θέσης της Ρωσίας στην παγκόσμια ιεραρχία ισχύος·

       την ανάδυση της Κίνας ως κύριου ανταγωνιστή της  Δύσης και την εντεινόμενη σύμπραξή της με τους Ρώσους σε αντιπαράθεση προς την υποτιθέμενη δυτική ηγεμονική βούληση· και

       τις διεργασίες στους κόλπους του «Παγκόσμιου Νότου» – ήτοι της πλειονότητας της ανθρωπότητας – οι οποίες προβλέπεται να έχουν όλο και σοβαρότερες επιπτώσεις στο διεθνές γίγνεσθαι.

Ρωσία και Ουκρανικό

Η αρχική αδιαπραγμάτευτη δυτική στήριξη προς το Κίεβο κατά της ρωσικής εισβολής  υπόκειται ήδη σε αύξουσες αμφισβητήσεις εκατέρωθεν του Ατλαντικού. Με μέλη του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, όπως η Γερμανία και η Ουγγαρία, να φέρουν βαρέως τις οικονομικές επιπτώσεις της αποκοπής τους από τους ρωσικούς ενεργειακούς πόρους. Και μολονότι ορισμένοι νατοϊκοί σύμμαχοι και κοινοτικοί εταίροι, όμοροι ως επί το πολύ με τη Ρωσική Ομοσπονδία – Πολωνία, βαλτικές χώρες – έχουν ως κύρια προτεραιότητα την αντιμετώπιση της εικαζόμενης ρωσικής εναντίον τους απειλής, οι περισσότεροι ανησυχούν πρωτίστως για τον κίνδυνο το Ουκρανικό να πυροδοτήσει μια πολεμική σύγκρουση της Δύσης με τη Ρωσία.

Όλα δε δείχνουν ότι τους φόβους αυτούς συμμερίζεται και η αμερικανική ηγεσία. Η οποία, χωρίς να περιστέλλει την παντοειδή υποστήριξή της προς το Κίεβο – για ευρύτερους γεωπολιτικούς λόγους η αποτροπή της κατά κράτος νίκης της Ρωσίας στην Ουκρανία αποτέλεσε αρχήθεν  σταθερό μέλημά της –  ενθαρρύνει την εξεύρεση ειρηνικής εξόδου από το ουκρανικό αδιέξοδο· και, όπως και άλλες δυτικές κυβερνήσεις, συμμετέχει επιλεκτικά στις διεξαγόμενες, υπό διάφορα σχήματα, φορείς, και σκοπιμότητες, σχετικές διεθνείς διαπραγματεύσεις. Δοθείσης όμως της ισχυρής θέσης των Ρώσων έναντι των Ουκρανών, τόσο επί του πεδίου, όσο και υπό την έποψη του γενικότερου συσχετισμού δυνάμεων, η τελεσφόρηση της όποιας ειρηνευτικής προσπάθειας προϋποθέτει κατά πάσαν βεβαιότητα την οριστική απόσπαση από την Ουκρανία μεγάλου τουλάχιστον μέρους των υπό ρωσική κατοχή ουκρανικών εδαφών.[5] Δηλαδή παραχωρήσεις ασύμβατες με τις φιλοδοξίες, ή ακόμη και με την πολιτική επιβίωση, του κ. Ζελένσκι. Επί του οποίου, άλλωστε, οι Δυτικοί υποστηρικτές του αποφεύγουν να ασκήσουν ιδιαίτερα ισχυρές πιέσεις προς την κατεύθυνση ενός συμβιβασμού – όταν δεν πράττουν το αντίθετο.[6]

Κατά τα λοιπά, το κοινοτικό μεν πολιτικό τοπίο, όπως διαμορφώνεται μετά τις ευρωεκλογές και τις κατά χώρα εθνικές εκλογές, προοιωνίζεται συνέχιση της αδυναμίας των Ευρωπαίων να εξεύρουν για τις σχέσεις τους με τη Μόσχα κοινό παρανομαστή – πέραν βέβαια των συνήθων γενικόλογων κοινοτικών ευχολογίων.[7] Η δε κυβέρνηση Μπάιντεν, η μόνη σε θέση να παρέμβει με ουσιαστική προοπτική υπέρ της ειρήνευσης, συμπαρασύροντας έτσι και τον κύριο όγκο των Ευρωπαίων συμμάχων, έχει ισχυρό κίνητρο, παραμονές εκλογών, να αποφύγει ριζοσπαστικές πρωτοβουλίες επί θέματος περιορισμένου λαϊκού ενδιαφέροντος, η προεκλογική αντιπαράθεση περί το οποίο τείνει χαρακτηριστικά να εστιασθεί στο οικονομικό κόστος της στήριξης του Κιέβου μάλλον, παρά στο γεωπολιτικό διακύβευμα του πολέμου.

 Και συνεπώς, αυτή τη στιγμή, υπό την καθοριστική αίρεση των μετεκλογικών αμερικανικών αποφάσεων, ως  πιθανότερη έκβαση της ουκρανικής τραγωδίας εμφανίζεται η, κατόπιν πρόσθετης, απρόβλεπτης διάρκειας, ανθρωποθυσίας, παγίωση των διαχωριστικών γραμμών επί του πεδίου – μετά ή άνευ συμφωνίας. 

O Σινικός Ελέφαντας

Η Κίνα έχει προσφυώς αποκληθεί «ο ελέφαντας στο δωμάτιο», καθό μέτρο συντελεί, αθόρυβα ως επί το πολύ, αλλά καθοριστικά, στη διαμόρφωση του ευρύτερου διεθνούς τοπίου.[8] Καίτοι δε Ευρωπαίοι και Αμερικανοί κατ’ ανάγκην αναγνωρίζουν την αύξουσα παγκόσμια εμβέλειά της, η διαχείριση των σχέσεών τους με το Πεκίνο δίνει συχνά λαβή σε διαφωνίες – τόσο μεταξύ των δύο ακτών του Ατλαντικού, όσο και στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εκ πρώτης βέβαια όψεως, οι επίσημοι χαρακτηρισμοί της Κίνας από τις ΗΠΑ και την ΕΕ δεν διαφέρουν ουσιωδώς. Κατά την Ουάσιγκτον,  «η ΛΔΚ αντιπροσωπεύει την πλέον σημαντική γεωπολιτική πρόκληση της Αμερικής...τον μόνο ανταγωνιστή έχοντα τόσο την πρόθεση, όσο και, όλο και περισσότερο, την…ικανότητα να αναδιαμορφώσει τη διεθνή τάξη».[9] Και οι  Βρυξέλλες την αποκαλούν «εταίρο, ανταγωνιστή και συστημικό αντίπαλο».[10] Στην πράξη, ωστόσο, η εκατέρωθεν προσέγγιση του Πεκίνου παρουσιάζει σημαντικές διαφορές.

Και ως προς μεν τις οικονομικές σχέσεις, ενώ κεντρικός άξονας της πολιτικής της Ουάσιγκτον, τόσο επί προεδρίας Τραμπ, όσο και επί της παρούσης,  ήταν και παραμένει ο εμπορικός προστατευτισμός και γενικότερα η απεξάρτηση από την κινεζική οικονομία, οι περισσότερες κοινοτικές χώρες επιζητούν αντιθέτως μεγαλύτερη, επ’ αμοιβαιότητι, πρόσβαση στην κινεζική αγορά. [11]

Σε ό,τι δε αφορά στην άμυνα και ασφάλεια, μολονότι και οι δύο πλευρές του Ατλαντικού ανησυχούν για τη συνεχή στρατιωτική ενδυνάμωση της ΛΔΚ και τις περιφερειακές επεκτατικές της βλέψεις, οι Αμερικανοί – όπως είναι φυσικό, λαμβανομένων υπ’ όψιν των παγκόσμιων συσχετισμών σκληρής ισχύος – αποδίδουν ιδιαίτερο βάρος στη στρατιωτική αποτροπή. Και ενισχύουν, μεταξύ άλλων, τη θέση τους στον Ινδικό-Ειρηνικό καλλιεργώντας στενούς δεσμούς με επιτόπιες δυνάμεις. Με χαρακτηριστικές περιπτώσεις τις  διμερείς συμμαχίες τους με την Ιαπωνία και τη Νότιο Κορέα, και πολυμερείς συμπράξεις, όπως, ειδικότερα, η συμφωνία Quad με Αυστραλία, Ιαπωνία, και Ινδία, και η AUKUS με την Αυστραλία και το Ηνωμένο Βασίλειο.[12]

Σημειωτέον ότι, οι μόνοι μεταξύ των κοινοτικών Ευρωπαίων με σημαντική δημογραφική και στρατιωτική παρουσία στον Ινδο-Ειρηνικό είναι οι Γάλλοι. Οι οποίοι, όμως, ενώ τάσσονται υπέρ της εκεί ελευθερίας ναυσιπλοΐας και προς στήριξή της διεξάγουν κοινά γυμνάσια με χώρες της περιοχής και εμφανίζονται πρόθυμοι να συνεργασθούν και με την Ουάσιγκτον εντός και εκτός ΝΑΤΟ, αποφεύγουν να εμπλακούν ευθέως στο αντι-σινικό σύστημα των Αμερικανών· και τηρούν έναντι του Πεκίνου στάση συνδιαλλακτικότερη της αμερικανικής – ανταποκρινόμενη και στις απόψεις της πλειοψηφίας των λοιπών κοινοτικών εταίρων.[13] Υπό τις συνθήκες δε αυτές, η υποστηριχθείσα από την κυβέρνηση Μπάιντεν και άλλους – κατά κύριο λόγο τους Βρετανούς, αλλά όχι μόνον – προέκταση του νατοϊκού πολιτικο-στρατιωτικού δικτύου στην Άπω Ανατολή δεν αποτελεί πραγματοποιήσιμη επιλογή: Το ευρωπαϊκό και το απωανατολικό μέτωπο, μολονότι εκ των πραγμάτων αλληλένδετα, θα παραμείνουν αυτοτελή· με εκτενέστερη και αποτελεσματικότερη την ευρω-αμερικανική σύμπραξη στο πρώτο.

Πηγή τέλος ιδιαίτερης ανησυχίας για τους Δυτικούς και αντικείμενο διαβουλεύσεών τους αποτελεί η κινεζική  ανάμιξη στο Ουκρανικό. Μολονότι όμως η προσοχή των αρμοδίων Αμερικανών και Ευρωπαίων εστιάζεται κυρίως στην παρεχόμενη από το Πεκίνο – επί του παρόντος, αρκετά προσεκτική, σημειωτέον – στήριξη προς τους Ρώσους, μεγαλύτερη πιθανότατα απειλή μεσοπρόθεσμα για τη δυτική ασφάλεια, και χρήζουσα ως εκ τούτου εμπεριστατωμένης διασυμμαχικής προσοχής, είναι η υπό την πίεση του πολέμου προϊούσα πρόσδεση της Μόσχας στο άρμα της ανερχόμενης Κίνας – και τούτο παρά την αμοιβαία καχυποψία και τις πάντοτε υποβόσκουσες εντάσεις και συγκρούσεις συμφερόντων των δύο γιγάντων. Με την εντεινόμενη αυτή σινο-ρωσική σύμπραξη να συνηγορεί υπέρ της αναζήτησης από τη Δύση ενός modus vivendi με τη Ρωσία – ανέφικτου κατά πάσαν βεβαιότητα εφόσον συνεχίζονται οι εχθροπραξίες στην Ουκρανία.

Ο Παγκόσμιος Νότος.

Ο όρος Παγκόσμιος Νότος αποτελεί μια βολική γενικολογία καλύπτουσα το πλειοψηφικό εκείνο τμήμα της ανθρωπότητας, το οποίο, ως επί το πολύ κοινωνικο-οικονομικά υπανάπτυκτο, διαβιούσε στο περιθώριο τρόπον τινά της ιστορίας, υφιστάμενο πολύ συχνά την παντοειδή εκμετάλλευση των εκάστοτε ισχυρών του πλανήτη. Αλλά το οποίο, μετά τον Β! Παγκόσμιο Πόλεμο και κυρίως μετά τον Ψυχρό και την αμερικανική  μονοπολική στιγμή, διεκδικεί θέση υπό τον ήλιο αντίστοιχη προς τη σημασία του. Κατά τα λοιπά δε, συμπεριλαμβάνει πλείονα, άνισου μεγέθους και βαρύτητας και λίαν ανομοιογενών επιδιώξεων κράτη – παράδειγμα η Ινδία, το Ιράν και η Νότιος Αφρική – τα οποία όμως έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα τη σύναψη ευέλικτων συναλλακτικών σχέσεων, συνήθως χωρίς ιδεολογικό πρόσημο, προκειμένου να εξασφαλίσουν εθνικά οφέλη και, κατά κανόνα, να διασφαλίσουν και την προσωπική θέση των ηγετών τους. Προς  επίτευξη δε των στόχων τους αξιοποιούν συστηματικά τον ανταγωνισμό της Δύσης με τον υπό συγκρότηση σινο-ρωσικό άξονα, εκμεταλλευόμενα  ειδικότερα, τόσο τις προσπάθειες του Πεκίνου και της Μόσχας να τα θέσουν υπό την οικονομική, πολιτική ή/και στρατιωτική τους επιρροή, όσο και τις δυτικές αποτρεπτικές αντενέργειες.  [14]

Σημειωτέον ότι, σε διακηρυκτικό επίπεδο, Αμερικανοί και Ευρωπαίοι προσεγγίζουν τον Παγκόσμιο Νότο προτάσσοντας και οι μεν και οι δε το ιδεολόγημα της «παγκόσμιας φιλελεύθερης τάξης», της δημοκρατίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων.[15] Δηλαδή, ένα ηθικώς άμεμπτο δόγμα, το οποίο, μολονότι η παρελθούσα πράξη τους – των μεν στην αμερικανική ήπειρο, των δε στις πρώην αποικίες τους, και όχι μόνο – το παραβίαζε κατ’ εξακολούθηση, επικοινωνιακά αξιοποιούμενο προσφέρεται πάντοτε ως πηγή «ήπιας ισχύος». Πλην όμως το οποίο είναι ασύμβατο με την εσωτερική πολιτική πραγματικότητα του συνόλου σχεδόν των χωρών του Παγκόσμιου Νότου – και γενικότερα βέβαια των εκτός δυτικής πολιτισμικής παράδοσης.

Στο μέτρο δε που, ανεξαρτήτως κινήτρων, το ιδεολόγημα αυτό  χρησιμοποιήθηκε από τους Δυτικούς ως εργαλείο άσκησης εξωτερικής πολιτικής πέραν του διακηρυκτικού σταδίου, αποδείχθηκε από επικίνδυνο έως και καταστροφικό. Με τις ολέθριες συνέπειες των «καθεστωτικών αλλαγών», τις οποίες εν ονόματί του η Ουάσιγκτον σε αγαστή σύμπνοια με τους Ευρωπαίους συμμάχους της επέβαλε ή προσπάθησε να επιβάλει στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, να αποτελούν παράδειγμα προς αποφυγήν.

Ειδικής τέλος μνείας στο πλαίσιο των σχέσεων των Δυτικών με τον Παγκόσμιο Νότο χρήζει το Παλαιστινιακό· και όλως ιδιαίτερα οι διδακτικές ομοιότητες και διαφορές του με το Ουκρανικό. Καθώς αμφότερα εγκυμονούν τον κίνδυνο πυροδότησης μιας πολύ ευρύτερης σύρραξης· ο δε χειρισμός τους  από τις δυτικές δυνάμεις – τις μόνες ικανές και στις δύο περιπτώσεις να ωθήσουν αποτελεσματικά προς ειρήνευση – δυσχεραίνεται από τους προσωπικούς πολιτικούς υπολογισμούς των αντίστοιχων επιτόπιων κυβερνώντων.

Με τις δύο διεθνείς όμως αυτές κρίσεις να διαφέρουν ως προς το ότι, η μεν ουκρανική, όπως ήδη επισημάνθηκε, δεν εγείρει, πέραν των οικονομικών της επιπτώσεων, παρά περιορισμένο ενδιαφέρον στη δυτική κοινή γνώμη, ενώ τα διαδραματιζόμενα στη Γάζα έχουν προκαλέσει τον έντονο, υπέρ ή κατά του Ισραήλ, ιδεολογικό φανατισμό μεγάλου μέρους των δυτικών ψηφοφόρων και πολιτικών. Ιδιαίτατα στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου, παραμονές μάλιστα εκλογών, ο επιβαλλόμενος συνδυασμός στιβαρής και συνάμα σώφρονος διαχείρισης του Παλαιστινιακού – ο πρόεδρος Μπάιντεν και η υποψήφια για τη διαδοχή  του Κάμαλα Χάρις έχουν τοποθετηθεί δημοσία υπέρ της λύσης «των δύο κρατών» – αποδεικνύεται δυσεπίτευκτος, αν όχι ανέφικτος. Κάτι που βέβαια εξυπηρετεί και τους καραδοκούντες γεωπολιτικούς αντιπάλους της Δύσης.

Επίμετρο

Υπό τις συνθήκες αυτές, το διεθνές ενδιαφέρον εστιάζεται στις δυνητικές επιπτώσεις επί των ευρωαμερικανικών σχέσεων, από τη μια των προβληματικών πολιτικών διεργασιών στον κοινοτικό χώρο, και από την άλλη και κυρίως της ετυμηγορίας των Αμερικανών ψηφοφόρων κατά τις προεδρικές εκλογές του προσεχούς Νοεμβρίου.

Και σε ό,τι αφορά στις τελευταίες αυτές – ως προς την έκβασή  των οποίων οι  οποιεσδήποτε προβλέψεις κατά τη σύνταξη του παρόντος είναι άκρως επισφαλείς – η μεν Κυρία Χάρις έχει κατ’ αρχήν δεσμευθεί να συνεχίσει ως πρόεδρος την εξισορροπητική γραμμή Μπάιντεν·[16] χωρίς ωστόσο οι κατά καιρούς τοποθετήσεις της να αποκλείουν επί μέρους προσαρμογές, όπως π.χ. η επίδειξη αυξημένης ευαισθησίας έναντι των αιτημάτων των Παλαιστινίων.[17] Ο δε αντίπαλός της κ. Τραμπ εμμένει στις αντιλήψεις του περί πρωτοκαθεδρίας του αμερικανικού εθνικού συμφέροντος και ανταποδοτικής διπλωματίας· και έχει, μεταξύ άλλων, αντιταχθεί στην αύξηση της παρεχόμενης από τις ΗΠΑ βοήθειας στους Ουκρανούς, και διαβεβαιώσει, επικαλούμενος το διεθνές κύρος του, ότι, εάν εκλεγεί, θα τερματίσει τον πόλεμο «εντός εικοσιτετραώρου».[18] Προκαλώντας σε ορισμένους, Ευρωπαίους ιδίως, ανησυχίες για το ενδεχόμενο η επιστροφή του στον Λευκό Οίκο να σημάνει τη στροφή της Ουάσιγκτον προς επιθετικό απομονωτισμό.[19] Υπό το φως ωστόσο της παρελθούσης αμερικανικής εκλογικής και κυβερνητικής πρακτικής, οι προεκλογικές διακηρύξεις αμφοτέρων των υποψηφίων για την προεδρία μάλλον πρέπει να αντιμετωπίζονται με ικανή δόση επιφυλακτικότητας.

Ενώ σε σχέση με τα ευρωενωσιακά πράγματα, ιδιαίτερα προβληματίζει η ταυτόχρονη πολιτική εξασθένιση και των δύο συνιστωσών του «γαλλογερμανικού άξονα»: του Γάλλου προέδρου μετά τις αλλεπάλληλες, ασαφούς πολιτικού στίγματος εκλογικές αναμετρήσεις, και του Γερμανού καγκελαρίου συνεπεία των προστριβών στους κόλπους του πολυκομματικού κυβερνητικού σχήματος του οποίου προΐσταται, καθώς και της ανοδικής πορείας αντισυστημικών δυνάμεων στον πολιτικό χάρτη της χώρας.[20] Με επακόλουθο η διαχειριστική ευχέρεια και των δύο ηγετών να περιορίζεται – πολύ λιγότερο, είναι αλήθεια, στη γαλλική περίπτωση, χάρις στις αυξημένες προεδρικές αρμοδιότητες, ιδιαίτατα στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής και της άμυνας, που διασφαλίζει στον πρόεδρο το σύνταγμα ντε Γκολ· και να δυσχεραίνεται  ως εκ τούτου η διαμόρφωση μιας κοινής ευρωπαϊκής στρατηγικής.

Η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τον ισότιμο και αποτελεσματικό χειρισμό των κοινών συμφερόντων, προκλήσεων και κινδύνων από τους Κοινοτικούς Ευρωπαίους  και  τους Αμερικανούς. Εν απουσία δε της οποίας, η αναγκαία στρατηγική αυτονομία της ΕΕ καθίσταται ανέφικτη, και η στρατηγική της εξάρτηση από τις ΗΠΑ –  σε αντιδιαστολή με την επιβαλλόμενη  συμμαχική συνεργασία – μονόδρομος.


[1] Χαρακτηριστικό το άρθρο του Charles Krauthammer, The Unipolar Moment, Foreign Affairs, Vol. 70, No. 1, America and the World 1990/91, σ. 23-33. Published By: Council on Foreign Relations.

 

 

 

[2] Camille Grand, Defending Europe with less America, European Council on Foreign Relations, 03-07-2024.

[3] The Case for EU Defense, Center for American Progress, 01-06-2021, https://www.americanprogress.org/article/case-eu-defense/ .

[4] Emmanuel Macron warns Europe: NATO is becoming brain-dead, The Economist, 07-11-2019.

[5] Κατά τη σύνταξη του παρόντος, αρκετοί επενδύουν ελπίδες αναστήλωσης των τυχών των ουκρανικών όπλων στην εν εξελίξει ουκρανική εισβολή στο Κούρσκ. Πιθανότατα όμως πλησιέστερα προς την πραγματικότητα βρίσκεται η απομυθοποιητική ανάλυση του επί μακρόν κυβερνητικού στελέχους Αμερικανού George Beebe, The hazards of Ukraine's incursion into Russia, Responsible Statecraft, 20-08-2024.

[6] Για μια συνηγορία από σοβαρή βρετανική πηγή υπέρ της «σκληρής» γραμμής στο Ουκρανικό, βλ. James Nixey, Pushing Ukraine to negotiate now would be disastrous, Chatham House, 03-12-2023.

[7] Χαρακτηριστικές και οι ουκρανικές ακροβασίες του πρόεδρου Μακρόν. Βλ. War in Ukraine: Emmanuel Macron's metamorphosis from dove to hawk, Le Monde, 14-03-2024.

[8] Βλ. επί παραδείγματι, Stuart Lau, China is the elephant in the room at the G-7, Foreign Policy, 06-10-2021.

[11] David Rennie, China unites America and Europe in alarm. But they don’t agree on the solution, The Economist, 06-06-2024. Οι σχέσεις με την Κίνα και ιδιαίτερα η οικονομική πτυχή τους, αποτελούν αντικείμενο διαβουλεύσεων Ευρωπαίων και Αμερικανών και στους κόλπους της G7 (της   Ομάδας των Επτά, στην οποία, εκτός από τις ΗΠΑ και την ΕΕ, συμμετέχουν και η Γαλλία η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιαπωνία, η Ιταλία και ο Καναδάς).

[12] Βλ. Για το σινο-αμερικανικό ισοζύγιο ισχύος στον Ινδο-Ειρηνικό, βλ. Derek Grossman, America's Indo-Pacific Alliances Are Astonishingly Strong, RAND, 08-12-2023· Mackenzie Eaglen, China Has Built the Strongest Military in the Indo-Pacific, Real Clear Defense, 22-08-2024·  και Lynn Kuok, America Is Losing Southeast Asia. Why U.S. Allies in the Region Are Turning Toward China, Foreign Affairs, 03-09-2024. Ειδικότερα για την αντιμετώπιση από την Ουάσιγκτον του κινεζικού πυρηνικού οπλοστασίου, βλ.  David Sanger, Biden Approved Secret Nuclear Strategy Refocusing on Chinese Threat, New York Times, 20-08-2024.

[13] Για τη γαλλική στρατηγική στον Ινδο-Ειρηνικό, βλ. Nicolas Mazzucchi, The French Strategy for the Indo-Pacific and the issue of European cooperation, The Hague Centre for Strategic Studies, Απρίλιος 2023.

[14] Χαρακτηριστική είναι η συνεργασία της  αντικομμουνιστικής κυβέρνησης της Αργεντινής με την Κίνα. Βλ.  Argentina’s Milei Finds It Hard to Decouple From China. President keeps close economic ties with Beijing to help restore growth while cozying up to the U.S., Wall Street Journal, 18-08-2024. Σύμφωνα με την πρώην υπουργό εξωτερικών των ΗΠΑ Κοντολίζα Ράις, Η Κίνα «είναι εν πολλοίς αγνωστική ως προς την εσωτερική σύνθεση άλλων κρατών. Υπερασπίζεται σθεναρά την πρωτοκαθεδρία και υπεροχή του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος, αλλά δεν επιμένει να πράξουν οι άλλοι το ανάλογο.» Βλ. Condoleezza Rice, The Perils of Isolationism, Foreign Affairs, τεύχος Σεπτεμβρίου/Οκτωβρίου 2024. Για μια ευρύτερη, διεισδυτική ανάλυση της σινο-αμερικανικής αντιπαράθεσης στον Παγκόσμιο Νότο, βλ. Daniel Runde, China is Winning the Global South, The National Interest, 21-08-2024.

[15] Για τις αμερικανικές θέσεις, βλ. Democracy Policy Under Biden: Confronting a Changed World, Carnegie Endowment for International Peace,  https://carnegieendowment.org/research/2024/02/democracy-policy-under-biden-confronting-a-changed-world?lang=en.  Για τις ευρωενωσιακές, Joint Communication to the European Parliament and the Council, EU Action Plan on Human Rights and Democracy, 2020-2024, European Commission, 25-03-2020, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX%3A52020JC0005.

 

 

 

 

[16] Βλ. Foreign Policy Priorities, Kamala Harris’s Positions, Council on Foreign Relations, https://www.cfr.org/election2024/candidate-tracker/kamala-harris. Επίσης, David E. Sanger, On Gaza, Democrats’ Most Divisive Issue, Harris Embraces Biden’s Balancing Act, NYT, 23-08-2024.

[17] Κατά μία ενδιαφέρουσα, αλλά τολμηρή αν όχι  παρακινδυνευμένη πρόβλεψη, μια προεδρία Χάρις θα μπορούσε να επηρεασθεί προς «ταπεινότερη» (ρεαλιστικότερη/ανεκτικότερη) κατεύθυνση από τις απόψεις δύο βασικών συμβούλων της σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Βλ. Michael Hirsh, Preparing for a Less Arrogant America, A close reading of two books by authors who advise Kamala Harris reveals a vision for a humbler approach to foreign policy, Foreign Policy, 20-08-2024.

 

 [18]Βλ. Foreign Policy Priorities. Donald Trump’s Positions, Council on Foreign Relations, https://www.cfr.org/election2024/candidate-tracker/donald-trump·  και, Trump describes how he could solve Russia-Ukraine conflict in 24 hours, Fox News, 16-07-2023.

[19] Για τους ευρωπαϊκούς φόβους σε σχέση με τη μετεκλογική αμερικανική εξωτερική πολιτική και την ενδεικνυόμενη ευρωπαϊκή στάση βλ.: Giovanna De Maio και Célia Belin, Europe’s America Problem, Foreign Affairs, 23-08-2024· Liana Fix και Michael Kimmage, Trump’s Threat to Europe, Foreign Affairs, 22-03-2024· και Phillips P. O’Brien και Edward Stringer, Planning for a Post-American NATO, Foreign Affairs, 06-09-2024. Όπως ο αναγνώστης θα διαπιστώσει, σε πλείονα σημεία οι σημαντικές αυτές αναλύσεις αποκλίνουν ουσιωδώς από τις εκτιμήσεις του παρόντος άρθρου.

[20] Βλ. AfD’s success in German elections piles pressure on a fragmented EU, The Guardian, 03-09-2024.