Thursday, September 17, 2026

ΤΟ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟ ΟΠΛΟ ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΟΝΙΣΤΡΑ

 Προς ενίσχυση της γεωπολιτικής θέσης τους, οι εκάστοτε σημαντικοί διεθνείς δρώντες, παράλληλα με την αξιοποίηση της στρατιωτικής και οικονομικής μορφής της ισχύος, συχνότατα οπλοποιούν και την ιδεολογική της διάσταση.

Κατά τη μετασοβιετική «αμερικανική μονοπολική στιγμή», οι Ηνωμένες Πολιτείες, επικεφαλής της Δύσης και εν απουσία υπολογίσιμου αντιπάλου, ηγεμόνευσαν εν ονόματι μιας δικής τους κυρίως έμπνευσης και κατασκευής «φιλελεύθερης διεθνούς τάξης». Ήδη όμως, αφ’ ενός, η δυναμική ανάδυση ισχυρών αμφισβητήσεων, σε παγκόσμια, αλλά συν τω χρόνω και σε περιφερειακή κλίμακα, της δυτικής αυτής ηγεμονίας και όλως ιδιαίτερα της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας, και, αφ’ ετέρου, η συνακόλουθη αναζήτηση διεθνοπολιτικού προσανατολισμού στους κόλπους του ίδιου του δυτικού κόσμου, θέτουν επιτακτικά επί τάπητος τον ρόλο της ιδεολογίας ως εργαλείου ισχύος στη γεωπολιτική εξίσωση.

Το μεγαλο-αμερικανικό αφήγημα επί προεδρίας Τραμπ

Στην πιθανότατα νομοτελειακή, αλλά πάντως σχετική, περιστολή της επιρροής της, η Ουάσιγκτον αντιτάσσει έναν απροκάλυπτο εθνοκεντρισμό, ο οποίος, με ιδεολογικό έμβλημα το MAGA (Make America Great Again), επαγγέλλεται μεταξύ άλλων:

       την αυστηρώς συναλλακτική μεθόδευση των διεθνών της σχέσεων, και κατά συνέπεια την υποβάθμιση των πολυμερών συμμαχιών και δεσμεύσεων, αλλά και την απαίτηση οι σύμμαχοι να επωμίζονται αυξημένα οικονομικά και στρατιωτικά βάρη·

       τη χρήση της ένοπλης βίας με κύριο, αν όχι μοναδικό, γνώμονα το εκάστοτε εθνικό αμερικανικό διακύβευμα·

       και τη στήριξη πολιτικών δυνάμεων εκτός των ΗΠΑ, τις οποίες οι Αμερικανοί ιθύνοντες θεωρούν ιδεολογικά συγγενείς τους.[1]

Το στενά εθνοκεντρικό δε αυτό δόγμα σφραγίζει την αμερικανική πολιτική σε όλα τα κύρια γεωπολιτικά μέτωπα. Ειδικότερα:

Στην ίδια την αμερικανική ήπειρο, ο πολύπλευρος έλεγχος της οποίας αποτελεί κορυφαία στρατηγική προτεραιότητα της διακυβέρνησης Τραμπ, προωθείται ένα εκσυγχρονισμένο Δόγμα Μονρόε, με πεδίο εφαρμογής πολύ ευρύτερο από εκείνο του αυθεντικού. Ενδεικτικά, το αποκληθέν, μεταξύ σοβαρού και αστείου, Δόγμα Donroe έχει ήδη τύχει άτεγκτης εφαρμογής έναντι, μεταξύ άλλων, της Βενεζουέλας, του Παναμά, του Μεξικού – και ακόμη και των Καναδών και Δανών νατοϊκών συμμάχων.[2]

Το αποτύπωμα MAGA φέρει και η στάση του Αμερικανού προέδρου έναντι της Ρωσίας. Ενώ πλείονες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, μεταξύ των οποίων και ιθύνουσες, αντιμετωπίζουν τη Μόσχα ως υπαρξιακή απειλή και ενθαρρύνουν τις αντιστάσεις του προέδρου Ζελένσκι, η Ουάσιγκτον επί Τραμπ δίνει το προβάδισμα στη διεμβόλιση του υπό διαμόρφωση σινο-ρωσικού άξονα, και συνακόλουθα στην επίτευξη ειρήνευσης στην Ουκρανία ακόμη και υπό όρους επαχθείς για το Κίεβο και αμφισβητούμενους από τους Ευρωπαίους υποστηρικτές του.[3] Και στο ίδιο αυτό πνεύμα συναλλακτικού ρεαλισμού, πιέζει τους νατοϊκούς συμμάχους να αναλάβουν αυξημένο μερίδιο δαπανών για την άμυνά τους.[4]

Κατά το νατοϊκό δε πρότυπο, και στον Ινδο-Ειρηνικό οι ΗΠΑ συνδέουν τη δημιουργία ενός πλέγματος αποτροπής του κινεζικού επεκτατισμού με την ενεργότερη συμμετοχή των τοπικών συμμάχων και εταίρων τους στα αμυντικά βάρη.[5]

Τη σφραγίδα όμως του «μεγαλο-αμερικανισμού» φέρει ευκρινώς και η επιχειρούμενη από την κυβέρνηση Τραμπ ανασύνταξη της ευρύτερης Μέσης Ανατολής:

Προταθέν από τον Αμερικανό πρόεδρο ως μέσον επίλυσης του προβλήματος της Γάζας, αλλά και ως ειρηνευτικός οργανισμός ευρύτερης διεθνούς εμβέλειας, το – αβέβαιης επί του παρόντος τύχης – «Συμβούλιο Ειρήνης» αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση τραμπικού συναλλακτικού πραγματισμού.[6] Ο τελευταίος δε είναι έκδηλος και στις ωσαύτως άδηλης έκβασης προσπάθειες του προέδρου Τραμπ να επιβάλει τους όρους του στο ιρανικό καθεστώς, συνδυάζοντας – και περιοδικώς εναλλάσσοντας – τη στρατιωτική και οικονομική πίεση με διπλωματικές πρωτοβουλίες και δελεαστικές προοπτικές.[7] Με την αδιάλλακτη πολιτική ηγεσία του Ιράν να μετακυλίει το βάρος των αμερικανικών κυρώσεων στα ασθενέστερα, χειραγωγούμενα κοινωνικά στρώματα[8] και να αντιπαραθέτει στην αμερικανική συντριπτική υπεροπλία, ως κύριο ίσως όπλο – εδώ ο όρος «ήπια ισχύς» μάλλον ηχεί ειρωνικά – τον σιϊτικό φονταμενταλισμό και τις γεωπολιτικές προεκτάσεις του.[9]

Οι αδυναμίες του MAGA

Ακραίοι, όμως, και έως και επικοινωνιακά απαράδεκτοι, χειρισμοί κατά την υλοποίηση του MAGA σπιλώνουν την παγκόσμια εικόνα των ΗΠΑ, ενώ συγχρόνως θέτουν σε κίνδυνο την ενότητα του ευρωατλαντικού κόσμου.

Η ανοίκεια μεταχείριση από την Ουάσιγκτον και προσωπικώς από τον πρόεδρο Τραμπ της Δανίας, με πρόσχημα τον στρατηγικό έλεγχο της Γροιλανδίας, και του Καναδά, με εμπορικά ιδίως κίνητρα – τούτο δε παρά την προθυμία και των δύο συμμαχικών αυτών κρατών να ικανοποιήσουν θεμιτά αμερικανικά συμφέροντα – ασφαλώς δεν έχει συμβάλει στη νατοϊκή σύμπνοια. Όπως διχαστικές είναι και οι επιπτώσεις των ωμών αμερικανικών δασμολογικών πιέσεων επί των συμμάχων αμφοτέρωθεν του Ατλαντικού.[10]

Ενώ ιδιαίτερο εν προκειμένω ενδιαφέρον παρουσιάζει η απόπειρα ηγετικών αμερικανικών κύκλων, του προέδρου προσωπικώς περιλαμβανομένου, να παρέμβουν στην εσωτερική πολιτική ευρωπαϊκών κρατών-μελών της Συμμαχίας προς στήριξη υποτιθέμενων ομοφρόνων τους. Ένα εγχείρημα το οποίο, ενθαρρύνοντας την ενδοστρέφεια και πολυδιάσπαση στους κόλπους του ΝΑΤΟ και των ευρωπαϊκών οργανισμών, πλήττει, μαζί με τη δυτική ομοψυχία, τα θεσμικά ερείσματα της αμερικανικής επιρροής στον ευρωπαϊκό χώρο.[11] Τα επιζήμια δε και από αμερικανικής σκοπιάς συνεπακόλουθα της προσέγγισης αυτής των ευρωπαϊκών πραγμάτων ανέδειξε μεταξύ πολλών άλλων και η εκτροπή του υποτιθέμενου πολιτικού ειδυλλίου Τραμπ-Μελόνι σε τραγελαφική δημόσια αντιπαράθεση.[12]

Η Ευρώπη σε αναζήτηση γεωπολιτικής πυξίδας

Σε αντίθεση με την απροσχημάτιστη προβολή και οπλοποίηση των μεγαλο-αμερικανικών θέσεων από τους Αμερικανούς ιθύνοντες, η Ευρώπη διέρχεται μια κρίση ταυτότητας και ιδεολογικής ενδοστρέφειας, η οποία δυσχεραίνει, τόσο την αξιοποίηση της δυνητικά κορυφαίας ήπιας ισχύος της, όσο και την ευρωατλαντική συνεργασία.

Οι πρωτοβουλίες Ευρωπαίων ηγετών, προεξάρχοντος του Γάλλου προέδρου Μακρόν, υπέρ της «ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας»,[13] ως εκ της φύσεώς τους παραπέμπουσες στο ιστορικό όραμα της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας, παραμένουν στον χώρο της πολιτικής φαντασίας. Η δε Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας (ΚΠΑΑ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρά την όχι αμελητέα θεσμική και επιχειρησιακή της εξέλιξη, πολύ απέχει από την έμπρακτη δικαίωση του φιλόδοξου τίτλου της.[14]

Ασχέτως όμως αποτελεσματικότητάς τους, οι ευρωπαϊκές αυτές δράσεις, όπως και οι ad hoc, εστιασμένες κυρίως στις σχέσεις με τη Ρωσία, ενδοευρωπαϊκές συσπειρώσεις, δημιουργούν συχνά, έστω και εσφαλμένα, την εντύπωση ότι αναπτύσσονται ανταγωνιστικά προς το ΝΑΤΟ.[15] Και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα ώστε να μη δοκιμάζουν την ατλαντική αλληλεγγύη.

Οι ευρωπαϊκοί οραματισμοί και η ατλαντική ιδέα, όχι μόνο δεν είναι ασύμβατοι, αλλά με κατάλληλη προοπτική και μεθόδευση δυνάμει αλληλοσυμπληρώνονται προς μεγίστη ωφέλεια του δυτικού κόσμου συνολικώς. Έστω δε και αν οι Ευρωπαίοι κατορθώσουν να δώσουν σάρκα και οστά στο ομοσπονδιακό τους όραμα, η σύζευξή τους με την υπερατλαντική υπερδύναμη θα παραμείνει επιτακτική ανάγκη.

Η σινο-ρωσική πίεση

Η Ευρώπη βρίσκεται από μακρού στο γεωπολιτικό στόχαστρο του κινεζικού κολοσσού. Ως μέρος της ευρύτερης αντιπαράθεσής του με την Ουάσιγκτον, το Πεκίνο επιδίδεται στον ευρωπαϊκό χώρο σε μία επίμονη οικονομική και επικοινωνιακή διείσδυση καταφανώς αποσκοπούσα στην απόσπασή του από την αμερικανική επιρροή και τελικώς στη διάσπαση της Ατλαντικής Συμμαχίας. Οι κινεζικές δε αυτές στοχεύσεις εξυπηρετούνται εξ αντικειμένου από τη Μόσχα στον βαθμό που οι ρωσικές στρατηγικές επιλογές θέτουν εμπόδια στην ευρωαμερικανική συμπόρευση.[16]

Στη διττή αυτή εξ Ανατολών πίεση οι Ευρωπαίοι θα αδυνατούσαν να αντεπεξέλθουν ερήμην της Ουάσιγκτον. Ενώ, η ευόδωση των διασπαστικών κινεζικών βλέψεων θα συνιστούσε και για την αμερικανική πλευρά καίρια γεωπολιτική ήττα, συνεπαγόμενη, πέραν ενός υψηλού στρατιωτικού και οικονομικού κόστους, την αδυναμία των Αμερικανών να επωφελούνται της πάντοτε ισχυρής ανά την υφήλιο ευρωπαϊκής πολιτισμικής επιρροής.

Εξ ου η επιτακτική ανάγκη, όχι μόνο να διασφαλισθεί η στρατιωτική σύμπραξη και να αναπτυχθούν υγιείς οικονομικοί δεσμοί μεταξύ των δύο ακτών του Ατλαντικού, αλλά και να αναδειχθεί το πολιτισμικό υπόβαθρο του ευρωατλαντισμού, ως κρισιμότερη ίσως προϋπόθεση για την εδραίωση του δυτικού γεωπολιτικού οικοδομήματος.

Η ιδεολογική μόχλευση της κινεζικής ανόδου

Κατά τα άλλα, η ανάδυση της Κίνας ως κύριου ανταγωνιστή των ΗΠΑ με μη αποκρυπτόμενες φιλοδοξίες να αναδιαμορφώσει προς όφελός της τους παγκόσμιους συσχετισμούς – πιθανώς η σημαντικότερη γεωπολιτική ανατροπή των τελευταίων δεκαετιών – παρέχει ένα ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο παράδειγμα άσκησης πολυδιάστατης εθνικής ισχύος, καθώς, προς επίτευξη των στόχων του, το Πεκίνο συνδυάζει την προσφυγή σε στρατιωτικά, οικονομικά, και διπλωματικά μέσα με τη μόχλευση ενός καθαυτό σινικού πολιτισμικού δόγματος: του «Σοσιαλισμού με Κινεζικά Χαρακτηριστικά για μια Νέα Εποχή».

Επίσημη κρατική ιδεολογία της ΛΔΚ δυνάμει πανηγυρικής απόφασης του 19ου Εθνικού Συνεδρίου του ΚΚΚ,[17] το αφήγημα αυτό θέτει ως κεντρικούς άξονες της κινεζικής διεθνούς πολιτικής την πολυπολικότητα, τον σεβασμό της εθνικής κυριαρχίας, τη μη παρέμβαση και την αμοιβαίως επωφελή συνεργασία.[18] Σύμφωνα δε με τον Ουάνγκ Γιγουέι, κινέζο πανεπιστημιακό και αντιπρόεδρο της αφιερωμένης στη Σκέψη του προέδρου Σι Τζινπίνγκ Ακαδημίας, οι κατευθυντήριες αυτές αρχές, συγκεράζοντας, στο πλαίσιο μιας αντίληψης της Κίνας ως «κράτους-πολιτισμού», τις φιλοσοφικές και θρησκευτικές παραδόσεις της χώρας — κομφουκισμό, ταοϊσμό και βουδισμό — με έναν κινεζικής υφής σοσιαλισμό, ριζικά αποδεσμευμένο από το σοβιετικό πρότυπο, συγκροτούν αφ’ εαυτών μία πρόταση διεθνούς τάξης εναλλακτικής προς τη δυτικοκεντρική.[19]

Θεωρούμενες ωστόσο υπό ευρύτερο γεωπολιτικό πρίσμα, οι ιδεολογικές επιλογές της κινεζικής ηγεσίας κατατείνουν πρωτίστως, αφ’ ενός, στην ομογενοποίηση της κινεζικής επικράτειας με την καταπολέμηση εθνοτικών και θρησκευτικών διασπαστικών δυνάμεων – Θιβέτ, Ουιγούροι, Εσωτερική Μογγολία, Ταϊβάν, Χόνγκ Κονγκ – και, αφ’ ετέρου, και ακόμη κρισιμότερο από δυτική σκοπιά, στη συρρίκνωση του ευρωατλαντικού πεδίου επιρροής.

Οι μεγάλες περιφερειακές δυνάμεις

Στο υπό διαμόρφωση γεωπολιτικό τοπίο, μερίδιο επιζητούν και μικρότερης, αλλά πάντως μεγάλης εμβέλειας δυνάμεις, όπως κατ’ εξοχήν η Ρωσική Ομοσπονδία και η Δημοκρατία της Ινδίας, εργαλειοποιώντας και αυτές το πλήρες φάσμα ισχύος.

Αν και δημογραφικά και οικονομικά μεσαίου μεγέθους, η Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν επιδιώκει θέση μεταξύ των παγκόσμιων δυνάμεων, προτάσσοντας, μαζί με το συγκρίσιμο με το αμερικανικό πυρηνικό της οπλοστάσιο, ένα μεγαλο-ρωσικό ιδεολόγημα, που ο Ρώσος πρόεδρος είχε ήδη προ πενταετίας δημοσιοποιήσει,[20] και το οποίο έκτοτε προβάλλεται συστηματικά σε όλες τις εκφάνσεις του δημόσιου βίου, και δη, τόσο εντατικότερα, όσο η ουκρανική περιπέτεια δοκιμάζει τις αντοχές, εκθέτει τις αδυναμίες, και υποσκάπτει τη διεθνή θέση του ρωσικού κράτους.

Ειδικότερα: Κατά τον πρόεδρο Πούτιν και τους προπαγανδιστές που τον απηχούν και, συχνότατα, ιδεοληπτικά τον υπερακοντίζουν, η Ρωσία έχει ως ιστορική αποστολή να ηγείται του «ρωσικού κόσμου» – πρωτίστως των Ρώσων, των Ουκρανών και των Λευκορώσων – και, συνεπώς, αποτελεί διακριτό πολιτισμικό και γεωπολιτικό πόλο, καλούμενο να ανακτήσει την προνομιακή σφαίρα επιρροής που του αποστέρησε η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης.

Επί διακυβέρνησης Ναρέντρα Μόντι, η Ινδία επιχειρεί και αυτή να αναβαθμίσει τη θέση της στο διεθνές στερέωμα, αξιοποιώντας το ισχυρό δημογραφικό, οικονομικό, τεχνολογικό, και στρατιωτικό της δυναμικό, αλλά, όλως ιδιαίτερα, επενδύοντας στην ιδεολογική διάσταση – και ιδιαιτερότητα – της εξωτερικής πολιτικής της. Εν ονόματι πάντοτε της παραδοσιακής της στρατηγικής αυτονομίας, αντί της επί Ψυχρού Πολέμου παθητικότερης «αδέσμευτης πολιτικής» υιοθετεί τη μαχητική «πολύ-ευθυγράμμιση» (multi-alignment): Προσεγγίζει την Ουάσιγκτον, γενικότερα τη Δύση, αλλά και το Ισραήλ,[21] με προέχον, αλλά όχι μόνο μέλημα την εξισορρόπηση της ανερχόμενης Κίνας. Αναβαθμίζει τις εμπορικές της σχέσεις με τη Μόσχα, έστω και με τους περιορισμούς που επιβάλλουν οι αμερικανικές αντιδράσεις.[22] Και συγχρόνως διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο στον Παγκόσμιο Νότο, όπου οι πάλαι ποτέ «τριτοκοσμικοί» – ο όρος έχει εγκαταλειφθεί ως υποτιμητικός – δεν περιορίζονται πλέον στην παθητική αποδοχή των αποφάσεων των «μεγάλων», αλλά επιζητούν ενεργό συμμετοχή στη διαχείριση των διεθνών πραγμάτων.[23]

Η προϊούσα ωστόσο ανάδειξη από τον πρωθυπουργό Μόντι του Ινδουισμού σε ιδεολογικό υπόβαθρο της κρατικής εξουσίας[24] έχει εκθέσει την άσκηση της ήπιας ισχύος της χώρας σε δυσεπίλυτες αντιφάσεις – εγγενείς άλλωστε στα κρατικοδίαιτα ιδεολογήματα γενικότερα. Ενώ δηλαδή συμβάλλει στην εντός και εκτός συνόρων πολιτική συσπείρωση των Ινδουιστών, επιτείνει συγχρόνως τις θρησκευτικές διαιρέσεις, και καταλύει εμπράκτως τη συνταγματική κατοχύρωση του ινδικού κράτους ως κοσμικού και θρησκευτικά πλουραλιστικού, αμαυρώνοντας έτσι και τη διεθνή εικόνα του.

Ασύμμετρες φιλοδοξίες

Προσθετέον ότι η εργαλειοποίηση της ιδεολογίας για την προβολή ισχύος εκτός συνόρων, με ταυτόχρονη εδραίωση της εσωτερικής διακυβέρνησης, χαρακτηρίζει και μικρότερες δυνάμεις με υψηλές – ενίοτε υπέρμετρες – διεθνοπολιτικές βλέψεις.

Επί παραδείγματι: η Τουρκία υπό τον Ερντογάν έχει εγκαταλείψει την κεμαλική παράδοση της αυστηρής κοσμικότητας υπέρ ενός αφηγήματος, γνωστού και ως «νεοοθωμανισμός», το οποίο, συνδυάζοντας ισλαμισμό, τουρκικό εθνικισμό και οθωμανική νοσταλγία, συμβάλλει στην εμπέδωση της κυβερνητικής εξουσίας του Τούρκου προέδρου και συγχρόνως προσφέρεται ως μοχλός ενεργού παρέμβασης της Άγκυρας στον ευρύτερο ισλαμικό και τουρκικό χώρο, αλλά και ανάληψης εκ μέρους της ρόλου, κυρίως διαμεσολαβητικού, στην κεντρική παγκόσμια γεωπολιτική σκηνή. Όχι βέβαια χωρίς γεωπολιτικές περιπλοκές και αποτυχίες συμφυείς με τις μεγαλεπήβολες και εν μέρει ασύμμετρες αυτές φιλοδοξίες.[25]

Αντί επιλόγου

Την υπό αμερικανική αιγίδα δυτική γεωπολιτική ηγεμονία έχει διαδεχθεί ένας εντεινόμενος εθνοκεντρικός ανταγωνισμός, υπό την πίεση του οποίου, πέραν των λοιπών μορφών ισχύος, επιστρατεύεται και η ιδεολογία.

Αντιμέτωπος με τη νέα αυτή διεθνή πραγματικότητα, ο Δυτικός κόσμος διέρχεται κρίση ταυτότητας, με πλέον ανησυχητικό σύμπτωμα την επιθετική ιδεολογικοποίηση των εκάστοτε διαφωνιών, τόσο μεταξύ των δύο ακτών του Ατλαντικού, όσο και στους κόλπους της ίδιας της Ευρώπης.

Η Δύση καλείται να υπερβεί τις φυσικές, ίσως μάλιστα και αναπόφευκτες, εσωτερικές της διαφοροποιήσεις και να θέσει στην υπηρεσία των ζωτικών συμφερόντων των λαών της την πάντοτε επιβλητική συνολική ισχύ της – και κυριότατα την ήπια μορφή της· η οποία απορρέει από μια μοναδική πολιτισμική παρακαταθήκη θεμελιωμένη στον σεβασμό της ατομικής ελευθερίας, στο κράτος δικαίου, στη λαϊκή κυριαρχία μέσω αντιπροσωπευτικών θεσμών και στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως οικουμενικής, όχι απλώς εθνικής, αξίας.



[9]https://www.congress.gov/crs-product/R47321· https://berkleycenter.georgetown.edu/publications/iran-s-shia-diplomacy-religious-identity-and-foreign-policy-in-the-islamic-republic (ο τοπικός σύνδεσμος αρχείου του πρωτοτύπου αντικαταστάθηκε με τη δημόσια διαθέσιμη διεύθυνση της ίδιας μελέτης του E. Wastnidge)

[20]Vladimir Putin, «On the Historical Unity of Russians and Ukrainians», http://en.kremlin.ru/events/president/news/66181

No comments:

Post a Comment