Sunday, June 21, 2026

Το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Άμυνα

 Εισαγωγή

 

Επί μακρόν, ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκή Άμυνα ήσαν έννοιες σχεδόν ταυτόσημες. Ιδρυθείσα το 1949 ως αμυντικό προπύργιο έναντι της σοβιετικής απειλής[1], η Ατλαντική Συμμαχία απέβη ο βασικός θεσμικός πυλώνας της δυτικής γεωπολιτικής αρχιτεκτονικής. Ενώ, μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, όχι μόνο δεν εξέλιπε – όπως ουκ ολίγοι προέβλεπαν – αλλά, προσαρμοζόμενη στις νέες διεθνείς προκλήσεις, διηύρυνε τόσο τη σύνθεσή της όσο και το επιχειρησιακό της πεδίο.

 

Ως φυσική απόρροια του ενδοσυμμαχικού συσχετισμού ισχύος, αυτονόητη υπήρξε εξαρχής η ηγετική θέση των Ηνωμένων Πολιτειών. Η μοναδική ουσιαστική – αν και έμμεση – αμφισβήτησή της σημειώθηκε επί προεδρίας Σαρλ ντε Γκωλ, εν ονόματι της γαλλικής στρατηγικής αυτονομίας: μιας αντίληψης που υιοθετήθηκε, κυρίως σε διακηρυκτικό επίπεδο, και από αρκετούς εκ των διαδόχων του στρατηγού, με τον πρόεδρο Μακρόν, μάλιστα, να την έχει τοποθετήσει στο επίκεντρο των αμυντικών του σχεδιασμών.

 

Μέχρι προσφάτως, ωστόσο, όχι μόνο η διατήρηση της Ατλαντικής Συμμαχίας, αλλά και η αμερικανική πρωτοκαθεδρία στους κόλπους της, καθώς και η στρατηγική κάλυψη της Ευρώπης από την αμερικανική υπερδύναμη, εθεωρούντο περίπου αδιαμφισβήτητες σταθερές. Οι βεβαιότητες όμως αυτές κλονίζονται πλέον υπό το βάρος των μεταβολών του διεθνούς συστήματος και των συνακόλουθων στρατηγικών επιλογών εκατέρωθεν του Ατλαντικού.

Οι προκλήσεις ενός πολυκεντρικού κόσμου

 

Κατά γενική παραδοχή, η μετάβαση από τη μονοπολική στιγμή της μεταψυχροπολεμικής περιόδου προς μια πολυκεντρική διεθνή τάξη πραγμάτων συνιστά την κορυφαία γεωπολιτική εξέλιξη των τελευταίων δεκαετιών, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να διατηρούν μεν την πρώτη θέση στη διεθνή ιεραρχία ισχύος και επιρροής, αλλά να έχουν απωλέσει την παγκόσμια ηγεμονία.

 

Στην ιστορικής σημασίας γεωπολιτική αυτή ανατροπή καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η άνοδος της Κίνας, η οποία θέτει τους εντυπωσιακούς οικονομικούς και στρατιωτικούς πόρους της – αλλά και τη λιγότερο εντυπωσιακή ήπια ισχύ της – στην υπηρεσία ευρέων διεθνοπολιτικών φιλοδοξιών, συνεπαγόμενων την ενεργό αμφισβήτηση της αμερικανικής επιρροής σε παγκόσμια κλίμακα, αλλά ιδιαίτατα στον Ινδο-Ειρηνικό.

Στο πεδίο της οικονομίας, με κριτήριο το ΑΕΠ σε ονομαστικούς όρους, η Κίνα κατέχει τη δεύτερη θέση παγκοσμίως. [2] Και παράλληλα, μέσω της «Πρωτοβουλίας Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» (Belt and Road Initiative) – αιχμής του δόρατος της εξωτερικής οικονομικής πολιτικής της – αναπτύσσει ένα ευρύ δίκτυο διεθνών σχέσεων, το οποίο, εκτεινόμενο σε περίπου εκατόν πενήντα χώρες και καλύπτον, μεταξύ άλλων, υποδομές, ενέργεια και λιμένες, αποτελεί ένα γεωοικονομικό εργαλείο με προφανή στρατηγική αξία —και στόχευση.[3]

 

Ανάλογες δε επιδόσεις σημειώνει η ΛΔΚ και στο στρατιωτικό πεδίο, τόσο το συμβατικό, όσο και το πυρηνικό.[4] Ενώ σε εκείνο της ήπιας ισχύος, οι προσπάθειες του Πεκίνου να προβάλει διεθνώς ως πολιτικο-πολιτιστικό πρότυπο μια ιδιότυπη σύνθεση μαρξισμού και νέο-κομφουκιανισμού, ναι μεν υπολείπονται κατά πολύ των οικονομικών και στρατιωτικών του επιδόσεων, δεν είναι όμως αμελητέες – ιδίως στον Παγκόσμιο Νότο.

 

Μια τρίτη, τέλος, κομβικής σημασίας διάσταση του υπό διαμόρφωση διεθνούς περιβάλλοντος είναι η ανάδειξη, ή η επιστροφή, στο προσκήνιο περιφερειακών δυνάμεων με αξιόλογες δυνατότητες και υψηλές φιλοδοξίες. Ενδεικτικώς: Η Ινδία διεκδικεί ρόλο αντίστοιχο προς το δημογραφικό, οικονομικό και στρατηγικό μέγεθός της· η Βραζιλία και η Νότια Αφρική επιδιώκουν ενίσχυση της επιρροής τους στον Παγκόσμιο Νότο· η Ρωσία, παρά τις οικονομικές και δημογραφικές της αδυναμίες, επιχειρεί μέσω της στρατιωτικής της ισχύος και της ενεργειακής της πολιτικής να ανακτήσει θέση μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων· και η Ιαπωνία, ιδίως υπό τη σημερινή πρωθυπουργό της Σαναέ Τακαΐτσι, εγκαταλείποντας σταδιακά τον μεταπολεμικό στρατηγικό αυτοπεριορισμό της, αυξάνει τις αμυντικές της δαπάνες και εντείνει τις περιφερειακές της παρεμβάσεις – κυρίως έναντι του Πεκίνου, και ως προς την Ταϊβάν.[5]

 

Συνολικά, πρόκειται για ιστορικής σημασίας γεωπολιτικές προκλήσεις, επηρεάζουσες άμεσα τη λειτουργία της Ατλαντικής Συμμαχίας – ιδίως όταν οι απόψεις Ευρωπαίων και Αμερικανών για τους τρόπους αντιμετώπισής τους διίστανται.

Η αμερικανική στρατηγική πυξίδα

 

Η πιο πρόσφατη Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας[6] θέτει ως κορυφαία αμερικανική στρατηγική προτεραιότητα τον πλήρη έλεγχο του Δυτικού Ημισφαιρίου – τον οποίο μάλιστα χαρακτηρίζει «Συμπλήρωμα Τραμπ στο Δόγμα Μονρόε» [Trump Corollary to the Monroe Doctrine]. (Άλλοι τον έχουν αποκαλέσει, επί το πλέον ευτράπελο, Donroe Doctrine).[7] Με το στρατηγικό αυτό δόγμα της προεδρίας Τραμπ να έχει τύχει ευρείας εφαρμογής: βίαιης έναντι της Βενεζουέλας ωμής έναντι της Κούβας και του Μεξικού, και απροκάλυπτα πιεστικής έναντι των νατοϊκών συμμάχων Καναδά και Δανίας σε σχέση με το καθεστώς της Γροιλανδίας. Συναφής δε είναι και ο, δια τον φόβον της κινεζικής διείσδυσης, πειθαναγκασμός της βρετανικής κυβέρνησης από τον Αμερικανό πρόεδρο να αναστείλει επ' αόριστον την εκχώρηση στον Μαυρίκιο των Νήσων Τσάγκος, έδρας κοινής αμερικανο-βρετανικής βάσης.[8]

 

Από την ίδια αυτή «στρατηγική πυξίδα», ως αμέσως επόμενη σε σημασία αμερικανική διεθνοπολιτική επιλογή προκύπτει η αποτροπή του κινεζικού επεκτατισμού. Ήδη από τη δεκαετία του 2020 η Κίνα είχε αναγορευθεί από την Ουάσιγκτον σε «οιονεί ισότιμο» ανταγωνιστή. Επί δεύτερης όμως διακυβέρνησης Τραμπ, οι προσπάθειες ανάσχεσής της έχουν επιταθεί κατά τρόπον επηρεάζοντα καθοριστικά ολόκληρο το φάσμα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

Ωστόσο, παρά τις αδιαμφισβήτητες επιδόσεις τους, οι Κινέζοι εξακολουθούν να υστερούν των Αμερικανών ως προς όλες τις κύριες μορφές ισχύος: οικονομική, σκληρή και ήπια.[9] Σε αντιστάθμισμα, όμως, της υστέρησης αυτής, διαθέτουν, πέραν του δημογραφικού τους όγκου, την όχι ευκαταφρόνητη παραδοσιακή τους «στρατηγική υπομονή».[10]

 

Η σύνοδος κορυφής Τραμπ–Σι του Μαΐου 2026 αποτύπωσε έναν συνεχιζόμενο, αλλά συγχρόνως ελεγχόμενο σινο-αμερικανικό ανταγωνισμό.[11] Οι δύο ηγέτες συμφώνησαν να αναπτύξουν μια «εποικοδομητική σχέση στρατηγικής σταθερότητας»[12] και ειδικώς στον οικονομικό τομέα, νέους θεσμούς συνεργασίας και μεγάλης κλίμακας εμπορικές ανταλλαγές.[13] Η δομική όμως αντιπαράθεση υποβόσκει αμείωτη, με τον «ελέφαντα στο δωμάτιο», το καθεστώς της Ταϊβάν, να αποτελεί, κατά την έκφραση του Κινέζου προέδρου, «το κυριότερο ζήτημα στις σινο-αμερικανικές σχέσεις», «η κακοδιαχείριση» του οποίου «εγκυμονεί κίνδυνο σύγκρουσης των δύο χωρών». Από την πλευρά του πάντως, ο Αμερικανός πρόεδρος, απρόθυμος «να ρίξει λάδι στη φωτιά», αποφεύγει την επικοινωνιακή ανάδειξη της κομβικής, διαχρονικής αυτής διαφοράς· και στον δημόσιο λόγο του προβάλλει, αντιθέτως, τις θετικές προοπτικές των σινο-αμερικανικών σχέσεων – αναμφίβολα των κρισιμότερων διακρατικών σχέσεων της εποχής μας. Οι οποίες θα μπορούσαν να συνοψισθούν ως ένας ασταθής συνδυασμός ευκαιριακής σύγκλισης και διαρθρωτικής απόκλισης.

 

Δύο γενικότερες επισημάνσεις υποβοηθητικές της κατανόησης των αμερικανικών διεθνοπολιτικών προθέσεων και χειρισμών:

 

Κεκηρυγμένη επιδίωξη της προεδρίας Τραμπ είναι η, σε αντιδιαστολή με τους «αιώνιους πολέμους» του παρελθόντος (σε Αφγανιστάν, Ιράκ, κ.λπ.), στήριξη των ανά τον κόσμο αμερικανικών συμφερόντων με αποφασιστική χρήση της στρατιωτικής ισχύος. Χαρακτηριστική η δήλωση του αρμόδιου υπουργού Πιτ Χέγκσεθ, ότι «το Υπουργείο Πολέμου θα πολεμήσει αποφασιστικά, δεν θα εμπλακεί σε ατέρμονες συγκρούσεις. Θα πολεμήσει για να νικήσει».[14] Άλλωστε η μετονομασία του Υπουργείου Άμυνας σε Υπουργείο Πολέμου αποστέλλει αφ' εαυτής σχετικό μήνυμα.

 

Συναφές επίσης ενδιαφέρον παρουσιάζει η τάση του προέδρου Τραμπ να αγνοεί τους παραδοσιακούς διπλωματικούς ή και δικαιικούς κανόνες – συχνά, είναι αλήθεια, υποκριτικά επικληθέντες από προκατόχους του – και, υιοθετώντας μια ιδιόρρυθμη «συναλλακτική» τακτική, να προσφεύγει σε ωμές πιέσεις ακόμη και έναντι συμμάχων και εταίρων της χώρας του.

Ευρωπαϊκοί προβληματισμοί και «στρατηγική αυτονομία»

 

Οι δομικοί διεθνοπολιτικοί προσανατολισμοί της Ουάσιγκτον, σε συνδυασμό κατά περίπτωση και με τις επικοινωνιακές ιδιορρυθμίες του προέδρου, έχουν κρίσιμες επιπτώσεις στις σχέσεις των ΗΠΑ με τους Ευρωπαίους συμμάχους τους. Ενδεικτική η ενδοσυμμαχική διένεξη περί το Γροιλανδικό: Τα εμπλεκόμενα αμερικανικά στρατηγικά συμφέροντα – κυρίως η αμυντική διασφάλιση της Αρκτικής έναντι Κίνας και Ρωσίας – είναι θεμιτά, και άλλωστε αντιμετωπίζονται με κατανόηση από την άμεσα ενδιαφερόμενη Κοπεγχάγη. Ο μαξιμαλισμός όμως των αμερικανικών θέσεων, αλλά και η ανοίκεια προσωπική συμπεριφορά του προέδρου Τραμπ έναντι της συμμάχου δανικής κυβέρνησης, έχουν διαταράξει τη διατλαντική σύμπνοια.

 

Ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη υπό το πρίσμα των ευρωαμερικανικών σχέσεων είναι και η επίδραση των κεντρικών αμερικανικών στρατηγικών στοχεύσεων στη διαμόρφωση της γραμμής Τραμπ έναντι της Ρωσίας. Με τον Αμερικανό πρόεδρο να επιδιώκει ένα modus vivendi με τη Μόσχα – ουδόλως αποκλείον, σημειωτέον, αμερικανικές ενέργειες αντίθετες προς ρωσικά συμφέροντα –[15] προκειμένου, αφενός, να διεμβολισθεί ο διαγραφόμενος σινο-ρωσικός άξονας και, αφετέρου, ιδιαίτερα ανησυχητικό υπό ευρωπαϊκό πρίσμα, να αποδεσμευθούν στρατιωτικές δυνάμεις από την Ευρώπη προς ανάπτυξη σε περιοχές υψηλότερης ή αμεσότερης προτεραιότητας. Συνακόλουθα δε η Ουάσιγκτον καλεί τις ευρωπαϊκές συμμαχικές κυβερνήσεις – σύμφωνα άλλωστε με πάγια απαίτηση του προέδρου Τραμπ προσωπικώς – να αυξήσουν τους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς τους στο νατοϊκό πλαίσιο και γενικότερα να επωμισθούν πρόσθετα βάρη για την άμυνά τους. Όπως διασαφήνισε ο Αμερικανός ΥΠΕΞ Μάρκο Ρούμπιο κατά τη σύνοδο των υπουργών εξωτερικών του ΝΑΤΟ του περασμένου Μαΐου: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να έχουν παγκόσμιες υποχρεώσεις στις οποίες οφείλουν να ανταποκριθούν σε ό,τι αφορά στην ανάπτυξη των δυνάμεών μας, και οι οποίες καθιστούν αναγκαίο να επανεξετάζουμε συνεχώς το πού τοποθετούμε τα στρατεύματά μας».[16]

 

Στις προτροπές αυτές της Ουάσιγκτον, οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν ήδη σπεύσει να ανταποκριθούν, ευελπιστώντας να περιστείλουν έτσι τις αμερικανικές αποχωρητικές τάσεις, αλλά και προνοώντας συγχρόνως για το χείρον: την άμυνα των χωρών τους χωρίς ή με δραστικά περικομμένη αμερικανική στήριξη. Ενδεικτικά:

 

Η γερμανική κυβέρνηση ανήγγειλε αρχικά τον φιλόδοξο στόχο της ανύψωσης των αμυντικών της δαπανών στο 3,5% του ΑΕΠ έως το 2029, τον οποίο όμως εν συνεχεία έχει ελαφρώς αναθεωρήσει προς τα κάτω.[17] Η Πολωνία υπερέβη ήδη το 4% του ΑΕΠ σε αμυντικές δαπάνες, προηγούμενη κατά τούτο απάντων των λοιπών νατοϊκών συμμάχων.[18] Η Σουηδία, η Φινλανδία και οι τρεις Βαλτικές Δημοκρατίες επιταχύνουν τα εξοπλιστικά τους προγράμματα.[19] Και ακόμη και κράτη εκ παραδόσεως επιφυλακτικά έναντι της στρατιωτικής ισχύος, όπως η Ολλανδία και η Δανία, έχουν δεσμευθεί να ενισχύσουν ουσιαστικά τις αμυντικές τους δυνατότητες.[20]

 

Παρά ταύτα, ορισμένοι Eυρωπαίοι βλέπουν τους αμερικανικούς χειρισμούς κυρίως ως ευκαιρία για την οικοδόμηση ενός αυτοδύναμου ευρωπαϊκού αμυντικού συστήματος, παράλληλου, αν και θεωρητικά συμπληρωματικού, προς την Ατλαντική Συμμαχία. Τον Απρίλιο 2024, ο από μακρού ένθερμος θιασώτης της ευρωπαϊκής «στρατηγικής αυτονομίας» Γάλλος πρόεδρος Μακρόν πρότεινε την ανάληψη μιας ευρέως φάσματος «ευρωπαϊκής αμυντικής πρωτοβουλίας» απτόμενης τόσο του συμβατικού, όσο και του πυρηνικού τομέα.[21] Και στις 2 Μαρτίου 2026, εξήγγειλε ένα δόγμα «προωθημένης αποτροπής» [dissuasion avancée], το οποίο, εκτός του ότι προβλέπει την ενίσχυση του γαλλικού πυρηνικού οπλοστασίου, τονίζει την ανεξαρτησία του τελευταίου αυτού έναντι του ΝΑΤΟ και τον αποτρεπτικό ρόλο του σε ευρωπαϊκή κλίμακα.[22]

 

Οι ευρωπαϊκές όμως αμυντικές πρωτοβουλίες και διαβουλεύσεις προσκρούουν σε δυσυπέρβλητα εμπόδια. Αναπτύσσονται, όχι μόνο κατ' ουσίαν ερήμην του ΝΑΤΟ, παρά τις περί του αντιθέτου εκάστοτε διαβεβαιώσεις των πρωταγωνιστών τους, αλλά κατά το μείζον μέρος τους και εκτός του θεσμικού πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης – άλλωστε η Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας (ΚΠΑΑ) παραμένει ως επί το πολύ εικονική. Εν απουσία δε σταθερού σχήματος διεξάγονται με συχνά κυμαινόμενη και ενίοτε προβληματική σύνθεση.[23]

 

Οι γαλλικές προτάσεις στον πυρηνικό τομέα, ειδικότερα, προβληματίζουν ουκ ολίγες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ως δυνάμενες να οδηγήσουν στην υποβάθμιση της παρεχόμενης μέσω του ΝΑΤΟ αμερικανικής πυρηνικής κάλυψης. (Σχετικές λίαν προσεκτικές νύξεις έχει κάνει και ο Γενικός Γραμματέας της Συμμαχίας κ. Ρούτε.)[24] Κυρίως όμως απετέλεσαν αρχήθεν αντικείμενο σφοδρών επικρίσεων εντός της ίδιας της Γαλλίας, και τούτο παρά τις διαβεβαιώσεις του προέδρου Μακρόν ότι «δεν θα υπάρξει διαμοιρασμός της τελικής απόφασης [για τη χρήση των πυρηνικών όπλων], ούτε του σχεδιασμού της, ούτε της διεξαγωγής της. Σύμφωνα με το Σύνταγμά μας, η απόφαση ανήκει αποκλειστικά στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος είναι υπόλογος στον γαλλικό λαό» - με τις οποίες, κατά τα λοιπά, ο Γάλλος πρόεδρος μηδένισε κατ' ουσίαν την προοπτική συγκρότησης μιας αξιόπιστης κοινής ευρωπαϊκής «πυρηνικής ομπρέλας».[25]

 

Το κυριότερο, ωστόσο, εμπόδιο στην ευόδωση των ευρωπαϊκών αυτών φιλοδοξιών είναι ο πολιτικός κατακερματισμός της Ευρώπης. Εν απουσία ουσιαστικής πολιτικής ενότητας – η «Ομόσπονδη Ευρώπη» δεν είναι βέβαια ορατή στον γεωπολιτικό ορίζοντα – οι Ευρωπαίοι θα αδυνατούν να μεταφράσουν το όποιο στρατιωτικό τους δυναμικό σε αντίστοιχη επιρροή στον διεθνή στίβο. Σε αντίθεση με τα ισχύοντα στο ΝΑΤΟ, όπου η ηγετική αμερικανική παρουσία διασφαλίζει κατά κανόνα τη λήψη, αλλά και την τήρηση, των αποφάσεων. Η δε πυρηνική κάλυψη που η Ουάσιγκτον παρέχει στα ευρωπαϊκά μέλη της Συμμαχίας παραμένει αναντικατάστατη. Με ορατό, υπό τις συνθήκες αυτές, τον κίνδυνο η επιδίωξη της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, παρά τις αγαθές προθέσεις που την εμπνέουν, να λειτουργήσει διασπαστικά, τόσο στο ενδοευρωπαϊκό όσο και στο ατλαντικό πλαίσιο – χωρίς αξιόλογο στρατηγικό αντίκρισμα.[26]

Αναγκαιότητα – και όρια – της Ατλαντικής Συμμαχίας

 

Παρά τις αιτιάσεις του προέδρου Τραμπ για την ανεπαρκή στήριξη των διεθνοπολιτικών επιλογών του από τους νατοϊκούς συμμάχους, η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ δεν συνεπάγεται αφ' εαυτής την ευθυγράμμιση των εθνικών πολιτικών των κρατών-μελών καθ' όλο το γεωπολιτικό φάσμα. Άλλωστε, παλαιότερες προτάσεις διεύρυνσης του πεδίου νατοϊκής ευθύνης έμειναν χωρίς συνέχεια – και ασφαλώς δεν συνάδουν με την παρούσα κατάσταση των ατλαντικών πραγμάτων.

 

Από την άλλη, όμως, ο συντονισμός Ευρωπαίων και Αμερικανών επί διεθνοπολιτικών εξελίξεων κοινού ενδιαφέροντος, πλην τυπικά εκτός νατοϊκής αρμοδιότητας, συμβάλλει όχι μόνο στην αποτελεσματικότερη διαχείριση των εκάστοτε συγκεκριμένων ζητημάτων αλλά και στην εμπέδωση της δυτικής συνοχής. Δύο δε χώροι στους οποίους, υπό το πρίσμα αυτό, η σύγκλιση των νατοϊκών συμμάχων θα ήταν ιδιαιτέρως επιθυμητή ή και αναγκαία είναι ο μεσανατολικός και ο απωανατολικός.

 

Και στη μεν Μέση Ανατολή οι αποκλίσεις μεταξύ Ευρωπαίων και Αμερικανών δυσχεραίνουν την πυροσβεστική παρέμβαση του δυτικού παράγοντα σε φλέγοντα θέματα όπως το Ιρανικό και το Παλαιστινιακό – με τους Ευρωπαίους να μένουν, ως επί το πολύ, στο περιθώριο των εξελίξεων.[27] Ενώ στον Ινδο-Ειρηνικό, η αμερικανική επιδίωξη ανάσχεσης της Κίνας μέσω, μεταξύ άλλων, ισχυρών συμμαχιών, προσκρούει στην επιφυλακτικότητα, ή ακόμη και αντίθεση, σημαντικών ευρωπαϊκών κρατών, είτε κηδόμενων των εκτεταμένων οικονομικών σχέσεών τους με το Πεκίνο, όπως η Γερμανία,[28] είτε επιχειρούντων να χαράξουν έναντι της ΛΔΚ «αυτόνομη» στρατηγική γραμμή – και είναι κατ' εξοχήν η περίπτωση της Γαλλίας.[29]

Η Σύνοδος Κορυφής της Άγκυρας: προς «ΝΑΤΟ 3.0»;

 

Κατά τη σύνταξη του παρόντος, διάχυτη στη Δύση είναι η προσδοκία ότι η νατοϊκή Σύνοδος Κορυφής της 7ης – 8ης Ιουλίου θα συμβάλει στη στρατηγική επαναπροσέγγιση των δύο ακτών του Ατλαντικού, σηματοδοτώντας την τρίτη παραλλαγή της Ατλαντικής Συμμαχίας, μετά την αρχική ψυχροπολεμική και τη μετα-σοβιετική – το «NATO 3.0», όπως το αποκάλεσε ο Αμερικανός υφυπουργός πολέμου αρμόδιος για θέματα πολιτικής Έλμπριτζ Κόλμπι.[30] Με το φραστικό αυτό εφεύρημα να παραπέμπει σε μια ανακατανομή των αμυντικών βαρών μεταξύ ΗΠΑ και Ευρωπαίων συμμάχων, δυνάμει της οποίας, η μεν ευρωπαϊκή πλευρά «ενστερνίζεται την κύρια ευθύνη για την άμυνά της», η δε αμερικανική «συνεχίζει την παροχή εκτεταμένης πυρηνικής αποτροπής» και «πιο περιορισμένα και στοχευμένα…τις συμβάλλουσες στην άμυνα του ΝΑΤΟ συμβατικές ικανότητες». Το πιθανότερο δε είναι ότι οι νατοϊκοί ηγέτες θα επωφεληθούν της επικείμενης συνάντησής τους στην Άγκυρα για να θέσουν επί τάπητος το σύνολο των προκλήσεων που δοκιμάζουν τη συμμαχική σύμπνοια: Το ύψος και τους τρόπους διάθεσης των αμυντικών δαπανών των κρατών-μελών, ασφαλώς, αλλά και την εναρμόνιση της στρατηγικής τους, ή πάντως την αποφυγή αντιπαραθέσεων επί μείζονος σημασίας διεθνών κρίσεων, όπως το Ουκρανικό και το Ιρανικό.

 

Οι οιωνοί, εν προκειμένω, είναι καλοί. Η αμερικανική κυβέρνηση, παρά τις όποιες επικοινωνιακές ακρότητες του προέδρου, έχει πλήρη συνείδηση της αξίας της Συμμαχίας για τα αμερικανικά συμφέροντα.[31] Και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι, των πλέον ένθερμων θιασωτών της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας συμπεριλαμβανομένων, αποφεύγουν επιμελώς να ωθήσουν τις εκάστοτε διαφωνίες ή δυσαρέσκειες στα άκρα. Υπό τις συνθήκες δε αυτές, το ΝΑΤΟ θα παραμείνει κατά πάσαν βεβαιότητα ο κεντρικός πυλώνας της ευρωπαϊκής άμυνας.

 

Κατά τα λοιπά, η Δύση δεν είναι απλώς ένα αμυντικό σχήμα. Αποτελεί επίσης – παρά τις έκδηλες αδυναμίες της – χώρο πολιτικής συνεργασίας, θεσμικής σταθερότητας και δοκιμασμένων διεθνοπολιτικών αξιών, η διατήρηση του οποίου είναι καθοριστικής σημασίας για τις τύχες της διεθνούς κοινότητας.


Υποσημειώσεις

[1] Βλ. το πλήρες κείμενο της Συνθήκης της Ουάσιγκτον (4 Απριλίου 1949) στον επίσημο ιστότοπο του ΝΑΤΟ: https://www.nato.int/cps/en/natohq/official_texts_17120.htm.

[2] Βλ. World Bank, «GDP (current US$) – China», World Development Indicators (στοιχεία έτους 2024), https://data.worldbank.org/indicator/NY.GDP.MKTP.CD?locations=CN (πρόσβαση: Ιούνιος 2026).

[3] Σύμφωνα με στοιχεία του Green Finance & Development Center του Πανεπιστημίου Fudan, έως τον Ιούλιο 2025 περίπου 150 χώρες είχαν υπογράψει Μνημόνια Κατανόησης με την Κίνα στο πλαίσιο της BRI, με τη συνολική κινεζική εμπλοκή να έχει υπερβεί το 1,39 τρισ. δολάρια από το 2013. Βλ. Green FDC, «China Belt and Road Initiative (BRI) Investment Report 2025», Ιούλιος 2025, https://greenfdc.org/china-belt-and-road-initiative-bri-investment-report-2025/.

[4] Βλ. U.S. Department of War, Military and Security Developments Involving the People's Republic of China 2025 (ετήσια έκθεση προς το Κογκρέσο), Δεκέμβριος 2025, https://media.defense.gov/2025/Dec/23/2003849070/-1/-1/1/ANNUAL-REPORT-TO-CONGRESS-MILITARY-AND-SECURITY-DEVELOPMENTS-INVOLVING-THE-PEOPLES-REPUBLIC-OF-CHINA-2025.PDF· επίσης Arms Control Association, «Pentagon Says Chinese Nuclear Arsenal Still Growing», Arms Control Today, Ιανουάριος 2025, https://www.armscontrol.org/act/2025-01/news/pentagon-says-chinese-nuclear-arsenal-still-growing· και H. Kristensen et al., «Chinese Nuclear Weapons, 2025», Bulletin of the Atomic Scientists, Μάρτιος 2025, https://thebulletin.org/premium/2025-03/chinese-nuclear-weapons-2025/.

[5] Για τη σημαντική αυτή ιαπωνική μεταστροφή και τη ρητή σύνδεση της Ταϊβάν με τα «υπαρξιακά συμφέροντα» της Ιαπωνίας, βλ. Al Jazeera, «Japan gov't greenlights record $58bn defence budget», 26 Δεκεμβρίου 2025, https://www.aljazeera.com/news/2025/12/26/japan-govt-greenlights-record-58bn-defence-budget-amid-regional-tension.

[6] The White House, National Security Strategy, Δεκέμβριος 2025, https://www.whitehouse.gov/wp-content/uploads/2025/12/2025-National-Security-Strategy.pdf.

[7] Βλ. The Arctic Institute, «Trump & Greenland: Is There Logic in the Chaos?», https://www.thearcticinstitute.org/trump-greenland-logic-chaos/.

[8] Βλ. CNN, «UK forced to halt Chagos Islands deal after Trump criticism», 11 Απριλίου 2026, https://www.cnn.com/2026/04/11/uk/uk-pause-chagos-islands-deal-intl.

[9] Ενδιαφέρον παρουσιάζει η συνοπτική σύγκριση της συνολικής ισχύος των δύο χωρών στον διαδραστικό πίνακα του έγκυρου Lowy Institute, Asia Power Index, https://power.lowyinstitute.org/data/power/.

[10] Βλ. The New York Times, 15 Μαΐου 2026, https://www.nytimes.com/2026/05/15/world/asia/xi-trump-superpower-thucydides-stability.html.

[11] Βλ. Franklin Templeton Institute, «Under the Macroscope: Trump–Xi Summit – A Tactical Relief Rally, Not a Strategic Reset», 2026, https://www.franklintempleton.co.uk/articles/2026/institute/under-the-macroscope-trump-xi-summit-a-tactical-relief-rally-not-a-strategic-reset.

[12] Βλ. Xinhua, «Xi-Trump meeting charts course for constructive strategic stability in China-U.S. ties», 17 Μαΐου 2026, https://english.news.cn/20260517/d50300c5f44b418eaf63dc9a0494e856/c.html.

[13] Βλ. CNBC, 14 Μαΐου 2026, https://www.cnbc.com/2026/05/14/trump-xi-summit-beijing-takeaway-taiwan-trade-iran-war-strategic-relations-.html.

[14] Βλ. Al Jazeera, «Trump symbolically changes Department of Defense to "Department of War"», 5 Σεπτεμβρίου 2025, https://www.aljazeera.com/news/2025/9/5/trump-symbolically-changes-department-of-defense-to-department-of-war.

[15] Όπως η αμερικανική γεωοικονομική διείσδυση στην Υπερκαυκασία μέσω της «Διαδρομής Τραμπ για Διεθνή Ειρήνη και Ευημερία» (TRIPP)· βλ. Geopolitical Monitor, «Power TRIPP: The Trump Route and the Logic of Transactional Diplomacy», https://www.geopoliticalmonitor.com/power-tripp-the-trump-route-and-the-logic-of-transactional-diplomacy/· επίσης The Washington Post, «Armenia takes sides in Trump–Putin power contest, drawing Russia's fury», 7 Ιουνίου 2026, https://www.washingtonpost.com/world/2026/06/07/armenia-takes-sides-trump-putin-power-contest-drawing-russia-fury/.

[16] Βλ. The New York Times, 22 Μαΐου 2026, https://www.nytimes.com/2026/05/22/world/europe/poland-troops-trump.html.

[17] Για την αρχική εξαγγελία, βλ. Bloomberg, «Germany Aims for NATO Goal With €162 Billion Budget by 2029», 28 Ιουλίου 2025, https://www.bloomberg.com/news/articles/2025-07-28/germany-set-to-double-defense-spending-to-162-billion-by-2029· για τη μετέπειτα αναθεώρηση, Reuters, «Germany will not reach defence spending target of 3.5% in 2029», 19 Νοεμβρίου 2025 (δηλώσεις του υπουργού Άμυνας Μπ. Πιστόριους περί αναθεωρημένου στόχου 3,05% του ΑΕΠ για το 2029)· αναδημοσίευση: https://www.thestar.com.my/news/world/2025/11/20/germany-will-not-reach-defence-spending-target-of-35-in-2029.

[18] Βλ. NATO, «Defence Expenditure of NATO Countries (2014–2025)», 28 Αυγούστου 2025, https://nato.int/content/dam/nato/webready/documents/finance/def-exp-2025-en.pdf, όπου η Πολωνία εκτιμάται στο 4,48% του ΑΕΠ για το 2025 – το υψηλότερο ποσοστό στη Συμμαχία.

[19] Βλ. IISS, The Military Balance 2025, Routledge, Φεβρουάριος 2025, https://www.iiss.org/publications/the-military-balance/· επίσης NATO, «Defence Expenditure of NATO Countries (2014–2025)», ό.π. (υποσημ. 18).

[20] Βλ. NATO, «Defence Expenditure of NATO Countries (2014–2025)», ό.π. (υποσημ. 18)· ειδικά για τη Δανία, τις ανακοινώσεις του δανικού Υπουργείου Άμυνας για το «Ταμείο Επιτάχυνσης» (Acceleration Fund) των αμυντικών δαπανών, https://www.fmn.dk/en/.

[21] Βλ. το πλήρες κείμενο της ομιλίας Μακρόν στη Σορβόννη (25 Απριλίου 2024), https://www.elysee.fr/en/emmanuel-macron/2024/04/24/europe-speech· επίσης OSWCentre for Eastern Studies, «President Macron proposes a European defence initiative», 29 Απριλίου 2024, https://www.osw.waw.pl/en/publikacje/analyses/2024-04-29/president-macron-proposes-a-european-defence-initiative.

[22] Βλ. το πλήρες (αγγλικό) κείμενο της ομιλίας του προέδρου Μακρόν για τη γαλλική πυρηνική αποτροπή, Île Longue, 2 Μαρτίου 2026, Présidence de la République, https://www.elysee.fr/front/pdf/elysee-module-26067-en.pdf.

[23] Βλ. European Parliament, «Report on the implementation of the common security and defence policy – annual report 2025» (A10-0265/2025), https://www.europarl.europa.eu/doceo/document/A-10-2025-0265_EN.html.

[24] Βλ. Reuters, «NATO's Rutte backs Macron's nuclear revamp, says US umbrella is "ultimate guarantee"», 5 Μαρτίου 2026, https://www.reuters.com/world/europe/natos-rutte-backs-macrons-nuclear-revamp-says-us-umbrella-is-ultimate-guarantee-2026-03-05/.

[25] Ομιλία της 2ας Μαρτίου 2026· βλ. ανωτέρω, υποσημ. 22.

[26] Για μια σοβαρή προσέγγιση του όλου θέματος, βλ. Transatlantic Task Force, «Europe, NATO, and the Limits of Strategic Autonomy», Beyond the Horizon ISSG, 6 Φεβρουαρίου 2026, https://behorizon.org/europe-nato-and-the-limits-of-independence/.

[27] Βλ. Global Financial Market Review, «Europe paralysed as Middle East war exposes strategic weakness», https://www.gfmreview.com/breaking/europe-paralysed-as-middle-east-war-exposes-strategic-weakness.

[28] Βλ. Destatis (Γερμανική Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία), «China is Germany's most important trading partner again in 2025», Δελτίο Τύπου αρ. 056, Φεβρουάριος 2026, https://www.destatis.de/EN/Press/2026/02/PE26_056_51.html.

[29] Βλ. Institute for Greater Europe, «The Implications of the French, German and Dutch Indo-Pacific Strategies for the EU's Asia Policy», https://institutegreatereurope.com/publications/research-pieces/the-implications-of-the-french-german-and-dutch-indo-pacific-strategies-for-the-eus-asia-policy/· και Atlantic Council, «France's policy on China: Strategic autonomy and "less naïveté"», https://www.atlanticcouncil.org/in-depth-research-reports/report/frances-policy-on-china-strategic-autonomy-and-less-naivete/.

[30] Βλ. την ομιλία του στη Σύνοδο Υπουργών Άμυνας του ΝΑΤΟ: U.S. Department of War, «Remarks by Under Secretary of War for Policy Elbridge Colby at the NATO Defense Ministerial», https://www.war.gov/News/Speeches/Speech/Article/4404801/remarks-by-under-secretary-of-war-for-policy-elbridge-colby-at-the-nato-defense/.

[31] Για μια σοβαρή σχετική εκτίμηση, βλ. Washington Examiner, «Trump isn't abandoning NATO – rebalancing troops», https://www.washingtonexaminer.com/in_focus/4578445/trump-isnt-abandoning-nato-rebalancing-troops/.