Προδημοσίευση άρθρου από το τεύχος 154 των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ).
Υπό την επήρεια ενός ραγδαία μεταβαλλόμενου διεθνούς περιβάλλοντος, όλο και συχνότερα γίνεται λόγος
για έναν, τρόπον τινά, ”μετ’αμερικανικό» κόσμο. Και πράγματι οι συσχετισμοί ισχύος ανά τον πλανήτη αναδιατάσσονται
εις βάρος της πάλαι ποτέ αμερικανικής ηγεμονίας. Μεταξύ άλλων, με την Κίνα να αναδεικνύεται
σε οιονεί ισότιμο οικονομικό ανταγωνιστή των ΗΠΑ και να αναβαθμίζει ταχύρρυθμα
το στρατιωτικό της δυναμικό· με τη Ρωσία να επιχειρεί να ανακτήσει τη
γεωπολιτική της επιρροή αξιοποιώντας τους φυσικούς της πόρους και το πυρηνικό
της οπλοστάσιο· ή και με χώρες του Παγκόσμιου Νότου και κατ’ εξοχήν την Ινδία –
το πολυπληθέστερο πλέον κράτος του κόσμου – να θέτουν την πολύπλευρη ανάπτυξή
τους στην υπηρεσία αυξημένων φιλοδοξιών. Παρά ταύτα, όμως, μια προσεκτικότερη
θεώρηση του παγκόσμιου γίγνεσθαι πείθει ότι η Ουάσιγκτον, απώλεσε μεν την παντοκρατορία,
διατηρεί όμως την πρωτοκαθεδρία, προηγούμενη ως προς όλους τους
συντελεστές ισχύος: οικονομικό, στρατιωτικό, και πολιτισμικό, και ασκώντας ανάλογη
διεθνή επιρροή.[1]
Η «διεθνής τάξη πραγμάτων» που
συγκροτήθηκε υπό τον αιγίδα των Ηνωμένων Πολιτειών μετά τον Β! Παγκόσμιο Πόλεμο
και όλως ιδιαίτερα κατά την μεταψυχροπολεμική «μονοπολική στιγμή» είναι πλέον αναντίστοιχη
με την κατανομή ισχύος ανά την υφήλιο
και αναπόφευκτα εκχωρεί συν τω χρόνω τη θέση της σε έναν νέο κόσμο, πολυπολικό και
εθνοκεντρικό. Με τους ίδιους τους Αμερικανούς να ενεργούν απροκαλύπτως
συναλλακτικά έναντι πάντων, των συμμάχων τους συμπεριλαμβανομένων, με προμετωπίδα
το σύνθημα του προέδρου Τραμπ Make America Great Again (ή MAGA), και γνώμονα την αμερικανική εθνική στρατηγική, όπως εκτίθεται, τόσο στις
Ενδιάμεσες Οδηγίες Εθνικής Αμυντικής Στρατηγικής (Interim National Defense
Strategic Guidance) του Υπουργού Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ – κυκλοφόρησαν
εμπιστευτικώς στα μέσα Μαρτίου – όσο και στην πρόσφατα δημοσιευθείσα Στρατηγική
Εθνικής Ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών.[2] Κεντρικοί άξονες της οποίας είναι ο έλεγχος της
αμερικανικής ηπείρου, η αντιμετώπιση της ανερχόμενης Κίνας, και η φειδωλή,
στοχευμένη χρήση των στρατιωτικών πόρων προς στήριξη των εκάστοτε λοιπών ανά
τον κόσμο αμερικανικών συμφερόντων.
Δύο δε ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες πτυχές της έμπρακτης εφαρμογής της στρατηγικής
αυτής είναι ο ρόλος των ΗΠΑ, αφ’ ενός, ως
αντιβάρου στην κινεζική επιρροή, και αφ’ ετέρου, ως διαμεσολαβητού ύστατης
προσφυγής σε σειρά μειζόνων διεθνών κρίσεων.
Το Ουκρανικό
Οι διαμεσολαβητικές παρεμβάσεις του Αμερικανού προέδρου συνδέονται ευθέως
με αμερικανικά γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, συνδυάζουν δε την πειθώ
με τον εξαναγκασμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της πειθαναγκαστικής αυτής χειραγώγησης
παρέχει ο πόλεμος στην Ουκρανία. Τον τερματισμό του οποίου ο πρόεδρος Τραμπ συνδέει,
όπως όλα δείχνουν, με την επίτευξη πλειόνων αμερικανικών στόχων, με προέχοντες:
τη μερική έστω απεξάρτηση της Μόσχας από το Πεκίνο΄ την αποτροπή επέκτασης της
σύγκρουσης στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο και συνακόλουθα τη δυνατότητα απόσυρσης
εκείθεν αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων προς χρήση σε μέτωπα υψηλότερης
προτεραιότητας΄ και, πρόσθετο προσδοκώμενο κέρδος, τη σύναψη επωφελών οικονομικών,
ιδίως ενεργειακών, συμφωνιών, τόσο με τους Ουκρανούς, όσο και με τους Ρώσους.
Προς προώθηση δε της ειρηνευτικής του πρωτοβουλίας, ο Αμερικανός πρόεδρος πιέζει
ταυτοχρόνως και τους δύο αντιπάλους: Έναντι των Ρώσων επισείει οικονομικές κυρώσεις,
ενώ συγχρόνως ανοίγει ως δέλεαρ την προοπτική προσοδοφόρων οικονομικών σχέσεων.
Έναντι των Ουκρανών χρησιμοποιεί ως μοχλό πίεσης την αναντικατάστατη οικονομική
και οπλική στήριξη που τους παρέχει η Ουάσιγκτον. Και έναντι αμφοτέρων των εμπολέμων, αλλά και των
Ευρωπαίων υποστηρικτών του Κιέβου, προσφεύγει στην απειλή της αποστασιοποίησής
του από την ουκρανική διαμάχη. Κάτι που δεν τους αφήνει αδιάφορους. Ευλόγως
άλλωστε.
Δεδομένης της ρωσικής στρατιωτικής υπεροχής και της προσήλωσης του προέδρου
Πούτιν στην επίτευξη των βασικών του στόχων, εν ανάγκη και δια των όπλων,[3]
τυχόν ναυάγιο της αμερικανικής ειρηνευτικής πρωτοβουλίας θα συνεπαγόταν, για
μεν τους Ουκρανούς τον κίνδυνο της ολοσχερούς κατάρρευσης, για δε τους
προσκείμενους στο Κίεβο Ευρωπαίους το δίλημμα: είτε να εμπλακούν σε πόλεμο με
τη Ρωσία μη διαθέτοντας, ούτε τα αναγκαία
στρατιωτικά μέσα, ούτε την επιβαλλόμενη ενιαία στρατηγική, και το κυριότερο, χωρίς
την αμερικανική συμμετοχή΄είτε – το και πιθανότερο – να αυτοκαταδικασθούν σε
μια προβληματική συνύπαρξη με έναν αναζωπυρούμενο από τη δυναμική της
ουκρανικής κρίσης μεγαλορωσικό
εθνικισμό. Και ως εκ τούτου και οι μεν και οι δε προσβλέπουν στη σωτήρια διαπραγματευτική
παρέμβαση της Ουάσιγκτον – ει δυνατόν, βέβαια, υπό τους δικούς των όρους.
Ο πρόεδρος Πούτιν από την πλευρά του, παρά την ισχυρή θέση των ρωσικών δυνάμεων
επί του πεδίου, φυσικό είναι να ανησυχεί για τον κίνδυνο κλιμάκωσης των δυτικών
κυρώσεων κατά της δοκιμαζόμενης ρωσικής οικονομίας, αλλά και να σταθμίζει τις διαθέσεις
της ρωσικής κοινής γνώμης. Η οποία, κατά πάσαν πιθανότητα, θα αντετίθετο μεν σε
λύση ευθέως αναντίστοιχη με τις βαρύτατες ρωσικές πολεμικές απώλειες, πλην όμως,
εάν έκρινε τους ειρηνευτικούς όρους έστω και σχετικά ικανοποιητικούς, θα δυσανασχετούσε
για τη συνέχιση των πολεμικών θυσιών.
Ενώ τον Ρώσο πρόεδρο αναμφίβολα προβληματίζουν επιπροσθέτως οι αρνητικές επιπτώσεις
μιας ρήξης με τον Πρόεδρο Τραμπ στη ρωσο-αμερικανική συμφωνία για τον έλεγχο των
στρατηγικών όπλων, καθώς και στο ευρύ, πλην ευπαθές δίκτυο των εμπορικών,
τεχνολογικών, και διπλωματικών σχέσεων της Ρωσίας ανά τον κόσμο, αλλά και η λόγω μιας τέτοιας τροπής των πραγμάτων στενότερη
εξάρτησή του από το Πεκίνο.
Κατά τη σύνταξη του παρόντος, η τελική έκβαση των πολυεπίπεδων διαβουλεύσεων – ουκρανο-ευρωπαϊκών,
ενδο-ευρωπαϊκών, ουκρανο-αμερικανικών, ρωσο-αμερικανικών – στις οποίες έδωσε
λαβή το πρόσφατα προταθέν από τον πρόεδρο Τραμπ σχέδιο ειρήνευσης,[4]
παραμένει αβέβαιη. O ρόλος όμως του Αμερικανού προέδρου ως ιδιόρρυθμου μεν, αλλά κομβικού
διεθνούς διαμεσολαβητή επιβεβαιώνεται.
Το Παλαιστινιακό
Μια επί πλέον επιβεβαίωση του
«πυροσβεστικού» αυτού, κατά κάποιο τρόπο, διεθνούς ρόλου της Ουάσιγκτον παρέχουν
οι προσπάθειες ελέγχου των συγκρούσεων στη Γάζα μετά την τρομοκρατική επίθεση
της Χαμάς κατά του Ισραήλ. Με τις ΗΠΑ να αποδεικνύονται η μόνη δύναμη ικανή να
προωθήσει τις διαδικασίες ειρήνευσης΄αλλά και να ανταποκρίνονται στη σχετική
πρόκληση, στοχεύοντας στην αποτροπή μιας κλιμάκωσης της βίας ικανής να
διαταράξει την περιφερειακή σταθερότητα και συνακόλουθα να πλήξει τις σχέσεις των
με τα μετριοπαθή καθεστώτα της περιοχής, και ενδεχομένως να καταστήσει
αναπόφευκτη μια αμερικανική στρατιωτική επέμβαση παρεκβαίνουσα από τις αμερικανικές
στρατηγικές προτεραιότητες.
Σημειωτέον ότι, αντιμέτωποι με την ανθρωπιστική τραγωδία και συνάμα μείζονα
διεθνοπολιτική κρίση της Γάζας, οι Ευρωπαίοι απέτυχαν να χαράξουν κοινή γραμμή, και άρα να παρέμβουν αποτελεσματικά.
Και ότι οι περιφερειακές δυνάμεις του μεσανατολικού χώρου, μολονότι πολλαπλώς χρήσιμες,
αδυνατούν να λειτουργήσουν ως κύριος διαμεσολαβητής, στερούμενες, τόσο επαρκούς
επιρροής, όσο και της αναγκαίας μεταξύ τους εμπιστοσύνης.
Υπό τις συνθήκες δε αυτές, το
«Σχέδιο Ειρήνης για τη Γάζα» του Προέδρου Τραμπ [5]
αποτέλεσε τη μόνη σοβαρή ειρηνευτική πρόταση. Η οποία, χάρις και στο
αμερικανικό κύρος, έγινε αποδεκτή, πέραν των άμεσα εμπλεκόμενων Ισραηλινών και
Παλαιστινίων, και από ετερόκλητες πρωτεύουσες με αποκλίνοντα, ως επί το πολύ,
συμφέροντα, όπως η Άγκυρα, η Μόσχα και το Πεκίνο, αλλά και υιοθετήθηκε από το
Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Ενώ αξίζει επίσης να σημειωθεί, ότι και στην περίπτωση του Παλαιστινιακού ο
Αμερικανός πρόεδρος προσέφυγε στη προσφιλή του εξαναγκαστική διπλωματία. Προκειμένου
να εξασφαλίσει την ισραηλινή συγκατάθεση σε επίμαχες διατάξεις του Σχεδίου του,
και παρά τη φιλο-ισραηλινή στάση μεγάλου
μέρους του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, άσκησε επί του Πρωθυπουργού Νετανιάχου ισχυρή,
μεταξύ άλλων και δημόσια, πίεση΄ ενώ συγχρόνως διεμήνυε στη Χαμάς πως τυχόν άρνησή
της να συμπράξει εποικοδομητικά θα επέσυρε βαρύτατες συνέπειες.[6]
Η Κίνα
Η τύχη, όμως, της αμερικανικής
πρωτοκαθεδρίας συναρτάται κατά κύριο λόγο με την πορεία και έκβαση της σινο-αμερικανικής
γιγαντομαχίας.
Tουλάχιστον αφότου η κυβέρνηση Ομπάμα προέβη
στη «στροφή προς την Ασία» (pivot to Asia), η ανερχόμενη Κίνα αντιμετωπίζεται στην Ουάσιγκτον
ως ο πρωταρχικός οικονομικός και στρατιωτικός αμφισβητίας της παγκόσμιας ηγετικής
θέσης των Ηνωμένων Πολιτειών. Η εκτίμηση δε αυτή
επιβεβαιώνεται και επί προεδρίας Τραμπ,
μολονότι η σχετική αναφορά στη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας που φέρει
την υπογραφή του είναι αρκετά συγκρατημένη, προφανώς υπό την επήρεια των εν εξελίξει σινο-αμερικανικών εμπορικών
διαπραγματεύσεων και των συναφών οικονομικών στοχεύσεων του Αμερικανού προέδρου.
[7]
Βέβαια, το σινο-αμερικανικό ισοζύγιο ισχύος κλίνει καταφανώς υπέρ των
Αμερικανών - ιδιαίτερα στον αποφασιστικής σημασίας υπό το πρίσμα της αντιπαράθεσης
αυτής στρατιωτικό τομέα. Με τις ΗΠΑ να υπερέχουν σαφώς ως προς τις συμβατικές
δυνάμεις και καθοριστικά ως προς τις πυρηνικές. [8]
Υπό το κράτος δε του αρνητικού αυτού συσχετισμού,
το Πεκίνο αποφεύγει επιμελώς τη μετωπική σύγκρουση με την αμερικανική
υπερδύναμη. Ενώ κατά τα άλλα επικεντρώνει τις βλέψεις του στον Ινδο-Ειρηνικό
και ιδιαίτερα στη Νότια Σινική Θάλασσα, όπου ενισχύει κατά προτεραιότητα την αεροναυτική
παρουσία του. Επιδιώκοντας, όπως όλα δείχνουν να θέσει υπό τον έλεγχό του μια
περιοχή που θεωρεί ζώνη εθνικής του επιρροής, αλλά και να δημιουργήσει τις στρατιωτικές
προϋποθέσεις για την εν καιρώ προσάρτηση της Ταϊβάν.
Η Ουάσιγκτον αφ’ ετέρου, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής αποσκοπούσης
στην ανάσχεση του κινεζικού επεκτατισμού, συνδυάζει την ισχυρή στρατιωτική
παρουσία της στον απωανατολικό χώρο με την επιλεκτική καλλιέργεια περιφερειακών συμμαχιών και συμπράξεων. Συσφίγγει,
μεταξύ άλλων, τις συμμαχικές της σχέσεις με την Ιαπωνία – η πρωθυπουργός της οποίας
κυρία Σαναέ Τακαΐτσι εμφανίζεται ιδιαίτερα σκληρή έναντι του Πεκίνου [9]–,
τη Νότια Κορέα, και την Αυστραλία. Και διεξάγει κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με
ευρωπαϊκές δυνάμεις στρατηγικά παρούσες στον Ινδο-Ειρηνικό, όπως κυρίως η
Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Ωστόσο, πλείονες ευρω-ενωσιακές δυνάμεις παρά την ευθυγράμμιση της
επίσημης, κοινής υποτίθεται, στρατηγικής της ΕΕ για τον Ινδο-Ειρηνικό [10]
με τους κύριους αμερικανικούς στόχους – προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη διασφάλιση
της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, την απόκρουση μονομερών αλλαγών του status quo, και την
προστασία κρίσιμων αλυσίδων εφοδιασμού –, σε εθνικό επίπεδο αποκλίνουν από τη
γραμμή της Ουάσιγκτον έναντι της Κίνας επί το διαλλακτικότερο. [11]
Με τον Πρόεδρο Μακρόν μάλιστα να επιζητεί τη συνδρομή του Πεκίνου για τον
τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία[12]
– τούτο δε αφού, κατά μάλλον πειστικές, αν και διαψευσθείσες από γαλλικής
πλευράς, δημοσιογραφικές πληροφορίες, εξέφρασε ιδιωτικώς σε Ευρωπαίους ηγέτες τον
φόβο ότι οι Αμερικανοί ενδέχεται «να προδώσουν την Ουκρανία».[13]
Ενώ, ως προς το εκρηκτικό ζήτημα του καθεστώτος της Ταϊβάν, η κυβέρνηση
Τραμπ, χωρίς να εγκαταλείπει την «πολιτική της μιας Κίνας» που εγκαινίασε το σινο-αμερικανικό
ανακοινωθέν του 1972, συνεχίζει τη «στρατηγική ασάφεια» των προκατόχων της. Αποσιωπά
τη στάση που θα τηρήσει σε περίπτωση κινεζικής εισβολής, αφήνοντας ανοικτό το
ενδεχόμενο αμερικανικής στρατιωτικής αντίδρασης, ενώ προσφέρει στην Ταϊπέι πολύπλευρη
στήριξη, περιλαμβανομένης της παροχής στρατιωτικού υλικού. [14]
Εν κατακλείδι
[1] Επί τη βάσει των πιο πρόσφατων διαθέσιμων
στοιχείων, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιστοιχούν
στο 25–27% περίπου του παγκόσμιου ονομαστικού ΑΕΠ, γεγονός που τις
καθιστά τη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο με σημαντική διαφορά. Οι
στρατιωτικές δαπάνες των ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν περίπου το 38–40% των συνολικών
παγκόσμιων στρατιωτικών δαπανών, ποσοστό που υπερβαίνει το άθροισμα των δαπανών
των αμέσως επόμενων μεγάλων δυνάμεων. Bλ. SIPRI (2024), Military Expenditure
Database, και IMF (2024), World Economic Outlook Database.
[2] Secret Pentagon
memo on China, homeland has Heritage fingerprints, Washington Post, 29-03-2025΄και https://w
ww.whitehouse.gov/wp-content/uploads/2025/12/2025-National-Security-Strategy.pdf
[3] Putin vows Russia will seize Donbas region by any means, as
Ukrainians prepare for more peace talks with US, CNN, 04-12-2025
[4] Trump's full 28-point Ukraine-Russia peace plan, Axios,
20-11-2025, https://www.axios.com/2025/11/20/trump-ukraine-peace-plan-28-points-russia
[5] Here Is the Full Text of the Gaza Plan Released by the White
House, The New York Times, 29-11-2025.https://www.nytimes.com/2025/09/29/world/middleeast/gaza-israel-cease-fire-plan-text.html
[6] Trump Threatens ‘All Hell Will Break Out Against Hamas’ If They
Don’t Accept Gaza Deal by New Deadline, Time, 03-10-2025
[7] Trump’s National-Security Strategy Softens Language on China,
Wall Street Journal, 06-12-2025΄και China debate delayed
Trump security strategy, Politico, 02-12-2025
[8] Για μια συνοπτική, συνολική παρουσίαση του
σινο-αμερικανικού συσχετισμού ισχύος, βλ. Γ. Ε. Σέκερης, Ο πλανήτης στον
Αστερισμό της Σινο-Αμερικανικής Αντιπαράθεσης, Εθνικές Επάλξεις, τεύχος
152, Απριλίου-Ιουνίου 2025.
[9] The real reason behind China’s fury
toward Japan’s Takaichi, CNN, 21-11-2025
[10] Κοινή ανακοίνωση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και
το Συμβούλιο σχετικά με τη στρατηγική της ΕΕ για τη συνεργασία στον
Ινδοειρηνικό (2021), https://data.consilium.europa.eu/doc/document/ST-11930-2021-INIT/el/pdf΄
και EU Strategy for Cooperation in the Indo-Pacific: Council approves
conclusions, European Council, 20-10-2025,
https://www.consilium.europa.eu/en/press/press-releases/2025/10/20/eu-strategy-for-cooperation-in-the-indo-pacific-council-approves-conclusions/
[11] Europe at a crossroads with China trade,
Asia Times, 20-11-2025
[12] Macron pivots from Trump to Xi seeking an end to Russia-Ukraine
War, Washington Examiner, 04-12-2025
[13] Vertrauliche Telefonkonferenz mit europäischen
Spitzenpolitikern, Spiegel Politik, 04-12-2025.
[14] China’s Xi Jinping raises future of
Taiwan in call with Donald Trump, The Guardian, 25-11-2025