Monday, March 23, 2026

Η ΣΥΝΟΧΗ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΥΠΟ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ

 

Προδημοσίευση άρθρου από το τεύχος 155 των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ). 

Εισαγωγή

ΗΠΑ και Ευρώπη, συμπράττοντας με γνώμονα κοινά διεθνοπολιτικά συμφέροντα και εν ονόματι κοινών πολιτισμικών αξιών, αφού αντιμετώπισαν επιτυχώς την υπαρξιακή σοβιετική απειλή, συνέχισαν να συμπλέουν στα ταραχώδη διεθνή ύδατα της μετα-σοβιετικής εποχής, διαμορφώνοντας από κοινού, με την Ουάσιγκτον σε ρόλο μεγάλου αδελφού, μια δυτικής έμπνευσης και εν πολλοίς υπό δυτικό έλεγχο «νέα τάξη πραγμάτων». Η οποία, όμως, τελεί ήδη υπό εντεινόμενη, ενεργό αμφισβήτηση από αναδυόμενες  στο διεθνές στερέωμα δυνάμεις. Με τις καταβαλλόμενες από δυτικής πλευράς προσπάθειες αντιμετώπισης της μείζονος αυτής διεθνοπολιτικής πρόκλησης να οδηγούν στην επανεξέταση και ενδεχομένως αναθεώρηση των όρων της ίδιας της ευρω-αμερικανικής συμμαχίας.

Η αμφισβήτηση της δυτικής τάξης πραγμάτων

Την πιθανότατα κρισιμότερη, υπό δυτικό πρίσμα, μεταλλαγή στο παγκόσμιο γεωπολιτικό και οικονομικό τοπίο συνιστά η δυναμική άνοδος της Κίνας. Η οποία διαθέτει πλέον τη δεύτερη σε μέγεθος – κατά ονομαστικό ΑΕΠ – οικονομία παγκοσμίως. Και ως προς τη σκληρή ισχύ, μολονότι οι στρατιωτικές της δαπάνες υπολείπονται μεγάλως των αμερικανικών, διαθέτει τον πρώτο σε μόνιμο προσωπικό στρατό και το μεγαλύτερο σε αριθμό πλοίων πολεμικό ναυτικό, καθώς  και ένα ταχέως εκσυγχρονιζόμενο και διευρυνόμενο πυρηνικό και πυραυλικό οπλοστάσιο.

Το εντυπωσιακό δε αυτό οικονομικο-τεχνολογικό και στρατιωτικό δυναμικό εργαλειοποιείται από το Πεκίνο για να αμφισβητήσει την, κατά την αντίληψή του, παγκόσμια δυτική «ηγεμονία», συγκροτώντας ένα εναλλακτικό διεθνές δίκτυο υπό τη δική του επιρροή.[1]

Ο έτερος μείζων αμφισβητίας της δυτικής πρωτοκαθεδρίας, η Ρωσία, παρουσιάζει μια καθοριστικής σημασίας ιδιομορφία. Ενώ δηλαδή, ούτε το δημογραφικό της δυναμικό, ούτε κυρίως, το μέγεθος της οικονομίας της – το ΑΕΠ της Γερμανίας είναι υπερδιπλάσιο του ρωσικού – την κατατάσσει μεταξύ των κορυφαίων δυνάμεων και, υπό την έποψη αυτή θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί περιφερειακή δύναμη, όπως κάποτε την αποκάλεσε απαξιωτικά ο Αμερικανός πρόεδρος Ομπάμα,[2] ως κάτοχος, παρά ταύτα του μεγαλύτερου πυρηνικού οπλοστασίου παγκοσμίως χρήζει ιδιαίτερα προσεκτικού  χειρισμού από τη Δύση.

 

Η δυτική, τέλος, επιρροή δοκιμάζεται και στους κόλπους του λεγόμενου Παγκόσμιου Νότου – της πλειοψηφίας της ανθρωπότητας. Όπου ανερχόμενα κράτη – εξέχον παράδειγμα η Ινδία – εκμεταλλεύονται τις εντάσεις μεταξύ Δύσης και Ευρασίας για να διεκδικήσουν «μια θέση στον ήλιο». [3]

Προς αντιμετώπιση των υπαρξιακών αυτών προκλήσεων, στοιχειώδης στρατηγική λογική επιβάλλει στις δυτικές δυνάμεις τη διαμόρφωση ενιαίου μετώπου. Εν τούτοις, τόσο η αναθεώρηση των προτεραιοτήτων της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής επί Τραμπ2, όσο και η πολυδιάσπαση του ευρωπαϊκού χώρου θέτει δυσυπέρβλητα – αλλ’ όχι κατ’ ανάγκην ανυπέρβλητα – εμπόδια στη διατλαντική σύμπραξη.

Επιλογές ΜAGA και ευρωπαϊκός κατακερματισμός

Η ευρωπαϊκή πολιτική των ΗΠΑ γίνεται ευχερέστερα κατανοητή υπό το πρίσμα των δύο πρόσφατων αμερικανικών στρατηγικών «πυξίδων»: της Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας (NSS) του 2025[4] και της Εθνικής Αμυντικής Στρατηγικής (NDS)[5] του 2026. Από τη συνδυαστική ανάγνωση των δύο αυτών βασικών κειμένων προκύπτει ότι κορυφαία αμερικανική διεθνοπολιτική προτεραιότητα είναι ο έλεγχος του Δυτικού Ημισφαιρίου – στον δημόσιο λόγο έχει γίνει αναφορά σε «Φρούριο Αμερική” [Fortress America] και σε αναθεωρημένο Δόγμα Μονρόε –  με αμέσως επόμενο σε σπουδαιότητα αντικειμενικό σκοπό την ανάσχεση των επεκτατικών βλέψεων της «σχεδόν ισοτίμου ανταγωνιστού» [near peer competitor] Κίνας.

Τις ευρωπαϊκές τοποθετήσεις έναντι των αμερικανικών αυτών στοχεύσεων χαρακτηρίζει πρωτίστως στρατηγικός κατακερματισμός. Μολονότι οι Ευρωπαίοι, ως εθνικά κράτη, είναι πολλαπλώς παρόντες στον διεθνή στίβο, εκτός των άλλων και μέσω ορισμένων ευρωκοινοτικών θεσμών, η Ευρώπη ως ενιαίος, συνεκτικός φορέας «λάμπει διά της απουσίας της». Η ως εκ τούτου δε ευρωπαϊκή πολυφωνία τείνει να περιθωριοποιήσει τον ευρωπαϊκό ρόλο στους στρατηγικούς υπολογισμούς της Ουάσιγκτον, δοκιμάζοντας και  τις διατλαντικές σχέσεις γενικότερα, επί ζημία και των δύο πλευρών του  Ατλαντικού.

Μεσανατολικό

Χαρακτηριστικός της ευρω-αμερικανικής αυτής δυσλειτουργικότητας είναι ο τρόπος αντιμετώπισης από ευρωπαϊκής πλευράς, αφ’ ενός, της αμερικανικής ειρηνευτικής πρωτοβουλίας για τη Γάζα, και, αφ’ ετέρου, και κυρίως, της ισραελο-αμερικανικής επίθεσης κατά του Ιράν.

Οι Ευρωπαίοι αρχηγοί κράτους ή κυβέρνησης που προσκλήθηκαν από τον πρόεδρο Τραμπ να συμμετάσχουν στο υπό την προεδρία του «Συμβούλιο  Ειρήνης» ούτε καν επιχείρησαν να συντονίσουν τις απαντήσεις τους, οι οποίες κυμάνθηκαν από την αποδοχή έως την  απόρριψη, με αρκετούς να τηρούν στάση επιφυλακτική.[6] Και όμως, η πρωτοβουλία αυτή αποτέλεσε σημαντική εξέλιξη στον ευρύτερο μεσανατολικό χώρο – κατά την αντίληψη μάλιστα της Ουάσιγκτον έχει παγκόσμια εμβέλεια – [7] και συνεπώς ενδιαφέρει άμεσα  το σύνολο των Ευρωπαίων.

Εξ ίσου δε ενδεικτική, αλλά με πολύ κρισιμότερες επιπτώσεις, είναι η ευρωπαϊκή στρατηγική πολυδιάσπαση έναντι των στρατιωτικών επιχειρήσεων που η Ουάσιγκτον, από κοινού με το Ισραήλ, ανέλαβε την 28η Φεβρουαρίου κατά του Ιράν. Χαρακτηριστικά: Το Λονδίνο, αφού αρχικά απέκλεισε, εν συνεχεία ενέκρινε, υπό αυστηρούς όμως αμυντικούς όρους, τη χρησιμοποίηση από τους Αμερικανούς ορισμένων βρετανικών στρατιωτικών βάσεων ως ορμητηρίων για πλήγματα κατά του ιρανικού καθεστώτος. Στον αντίποδα, ο Ισπανός πρωθυπουργός δήλωσε ευθέως, «απορρίπτουμε τη μονομερή στρατιωτική ενέργεια των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ, η οποία συνιστά κλιμάκωση και συντείνει σε μια αβεβαιότερη και εχθρικότερη διεθνή τάξη». [8] Υιοθετώντας ενδιάμεση στάση, ο Γάλλος Πρόεδρος προειδοποίησε ότι «η έκρηξη πολέμου μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ και Ιράν συνεπάγεται βαριές συνέπειες για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια». [9] Ενώ ο Γερμανός καγκελάριος εμφανίσθηκε, ανήσυχος μεν για τις ενδεχόμενες επιπτώσεις της πολεμικής κρίσης, επιφυλακτικός όμως ως προς τις προθέσεις της κυβέρνησής του.[10] Ο στρατηγικός δε αυτός κατακερματισμός περιστέλλει δραστικά τη δυνατότητα των Ευρωπαίων να επηρεάσουν τις αποφάσεις της Ουάσιγκτον στον μεσανατολικό χώρο. [11]

Σινο-δυτικές σχέσεις

Στρατηγική  αντιφατικότητα  χαρακτηρίζει επίσης την ευρωπαϊκή στάση έναντι της Κίνας – με ζημιογόνες και εδώ επιπτώσεις στη δυτική συνοχή. Η αόριστη περιγραφή της ΛΔΚ ως «εταίρου, ανταγωνιστού, και συστημικού αντιπάλου» στις κατευθυντήριες οδηγίες των Βρυξελλών μακράν απέχει του να καλύπτει την ανάγκη συντονισμένων ευρωπαϊκών θέσεων. [12] Εν πάση δε περιπτώσει, καθοριστικό κίνητρο των ευρωπαϊκών κρατών στις συναλλαγές τους με το Πεκίνο είναι οι εθνικές τους προτεραιότητες. Με το Ηνωμένο Βασίλειο να συνεχίζει την παραδοσιακή ευθυγράμμισή του με τις ΗΠΑ· τη γαλλική πολιτική να φέρει τη σφραγίδα της διακηρυσσόμενης από τον πρόεδρο Μακρόν «στρατηγικής αυτονομίας»· και το Βερολίνο, προτάσσοντας την αξιοποίηση της κινεζικής αγοράς, να προκρίνει μια μη αντιπαραθετική, συναλλακτική σχέση με την κινεζική ηγεσία.[13] Η διάσταση δε μεταξύ των στρατηγικών ή/και οικονομικών και εμπορικών επιλογών πλειόνων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και των αμερικανικών στοχεύσεων οδηγεί στην υποβάθμιση του ευρωπαϊκού παράγοντα από  την Ουάσιγκτον  και στον απωανατολικό χώρο.

Κατά τα λοιπά, το   Πεκίνο, αξιοποιώντας το τεχνο-οικονομικό επενδυτικό του δυναμικό και δίνοντας το προβάδισμα στις διχαστικές διμερείς συμφωνίες έναντι των πολυμερών, επωφελείται του στρατηγικού κατακερματισμού της Ευρώπης για να διεισδύσει στα πλέον ευπρόσβλητα μέλη της.

Ουκρανικό και σχέσεις με Ρωσία

Το κύριο όμως πεδίο εκδήλωσης των ενδο-δυτικών διεθνοπολιτικών διαφοροποιήσεων και αντιθέσεων είναι ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι συνυφασμένες με αυτόν σχέσεις της Δύσης με τη Ρωσία.

 Έναντι των μειζόνων αυτών γεωστρατηγικών προκλήσεων Ευρωπαίοι και Αμερικανοί ακολούθησαν αρχικά παράλληλη πορεία: καταδίκασαν απερίφραστα τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία· επέβαλαν στη Μόσχα κυρώσεις· στήριξαν εμμέσως αλλά πολυσχιδώς την αμυντική προσπάθεια του Κιέβου· και ανέδειξαν την ανάγκη ενίσχυσης του ευρωπαϊκού στρατιωτικού δυναμικού. Συν τω χρόνω, όμως, η συμπόρευση αυτή δοκιμάζεται από διαφωνίες στους κόλπους των ευρω-ατλαντικών συμμάχων, μεταξύ άλλων: ως προς τους όρους ενδεχόμενης ειρηνευτικής συμφωνίας· ως προς την ύπαρξη «ρωσικού κινδύνου»· και, κυρίως ίσως, ως προς τη μεθόδευση της επιχειρούμενης ευρωπαϊκής εξοπλιστικής προσπάθειας. Ειδικότερα:

Στο πνεύμα της επίσημης αμερικανικής εθνικής στρατηγικής, ο πρόεδρος Τραμπ  έχει επιδιώξει τον ταχύτερο δυνατόν τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, προκειμένου, αφενός, να δυσχερανθεί η στρατηγική ευθυγράμμιση της Ρωσίας με το Πεκίνο, και, αφετέρου, να καταστεί εφικτή η απόσυρση μέρους των εν Ευρώπη αμερικανικών στρατιωτικών πόρων προς ανάπτυξη σε αποστολές υψηλότερης ή άμεσης προτεραιότητας – στην αμερικανική ήπειρο, στον Ειρηνικό-Ινδικό ή στον ευρύτερο μεσανατολικό χώρο. Ενώ είναι αβέβαιο κατά πόσον ο ειρηνευτικός  του ζήλος επηρεάζεται και από τις φημολογούμενες ελκυστικές οικονομικές προτάσεις της ρωσικής πλευράς.[14] Οπωσδήποτε, όμως, ο Αμερικανός πρόεδρος προωθεί ειρηνευτικές λύσεις αντανακλώσες τον ρωσο-ουκρανικό συσχετισμό ισχύος επί του πεδίου, [15] και άρα καθ’ υπόθεση αποδεκτές από τη ρωσική ηγεσία. Τη συναίνεση, ωστόσο, της οποίας προσπαθεί να αποσπάσει και μέσω της  συνεχιζόμενης άσκησης οικονομικών κυρώσεων και πιέσεων, αν και περισσότερο ευέλικτων και επιλεκτικών.

Η αμερικανική αυτή ειρηνευτική προσπάθεια έχει μέχρι στιγμής προσκρούσει στην αναμενόμενη αντίθεση του Ουκρανού προέδρου, αλλά, όπερ κρισιμότερο για τις ευρωαμερικανικές σχέσεις, και στη στάση πλειόνων Ευρωπαίων ηγετών, οι οποίοι,  επικαλούμενοι τη ρωσική απειλή κατά της Ευρώπης, έχουν ενθαρρύνει τον μαξιμαλισμό του Κιέβου – επισύροντας έτσι τη δυσανασχέτηση της Ουάσιγκτον και την επαναλαμβανόμενη, αν και μάλλον προσχηματική, απειλή του  προέδρου Τραμπ ότι σε περίπτωση αδιεξόδου θα θέσει τέλος στη διαμεσολάβησή του.

Η Ρωσία φέρει βαρύτατες ευθύνες για την κρίση στην Ουκρανία και ασφαλώς ακέραιες για τις τρέχουσες εχθροπραξίες, αλλά, παρά τη διάχυτη κινδυνολογία στον δυτικό, ιδίως στον ευρωπαϊκό, δημόσιο λόγο, δεν συνιστά υπαρξιακή απειλή κατά της Ευρώπης.[16] Εσφαλμένοι ωστόσο δυτικοί χειρισμοί ενδέχεται πράγματι να την καταστήσουν μείζονα παράγοντα περιφερειακής αστάθειας.[17]

Ευρωπαϊκή στρατηγική αυτοδυναμία και ΚΠΑΑ  

Στενά συνδεδεμένες με την αντιπαράθεση αυτή περί το Ουκρανικό και ακόμη κρισιμότερες για τη διατλαντική συνοχή είναι οι αποκλίνουσες ενδο-συμμαχικές τοποθετήσεις έναντι του ευρωπαϊκού επανεξοπλισμού. Η αναγκαιότητα μεν του οποίου αναγνωρίζεται ευρέως στους συμμαχικούς κόλπους – η ανάληψη από τους Ευρωπαίους συμμάχους μεγαλύτερου μεριδίου της συλλογικής άμυνας στο νατοϊκό πλαίσιο είναι πάγιο αίτημα του Αμερικανού προέδρου – οι απόψεις όμως, τόσο για τα κίνητρα, όσο και για τον τρόπο της πραγμάτωσής του διίστανται. Με ορισμένους Ευρωπαίους ηγέτες να τον αντιλαμβάνονται ως προπαρασκευή για μια οιονεί αναπόφευκτη στρατιωτική σύγκρουση με τη Μόσχα, αλλά και ως υποκατάστατο της αμερικανικής συμβολής στην άμυνα της Ευρώπης.

Ιδιαίτερο εν προκειμένω ενδιαφέρον παρουσιάζει η – διαχρονική – αντίληψη του Γάλλου προέδρου για την «ευρωπαϊκή στρατηγική αυτοδυναμία», στο μέτρο που υποδηλώνει διάθεση, αν όχι πρόθεση, αποσύνδεσης της ευρωπαϊκής άμυνας από την Ουάσιγκτον. Χαρακτηριστικά, σε πρόσφατη συνέντευξή του με ευρωπαϊκές εφημερίδες, ο πρόεδρος Μακρόν υποστήριξε  ότι η κυβέρνηση Τραμπ είναι «ευθέως αντι-ευρωπαϊκή» και επιζητεί «τον διαμελισμό της ΕΕ», αλλά και ότι «αντιμετωπίζουμε ένα κινεζικό τσουνάμι στο εμπορικό μέτωπο και συνεχή αστάθεια από αμερικανικής πλευράς, με τις δύο αυτές κρίσεις να αποτελούν ένα βαρύ πλήγμα – μια τομή [rupture] …για τους Ευρωπαίους» εξισώνοντας, τρόπον τινά, ως προς την απειλή κατά της Ευρώπης, την εν δυνάμει αντίπαλο Κίνα με τη νατοϊκή σύμμαχο Αμερική. [18]

Η «Κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας» (ΚΠΑΑ) αποτελεί από μακρού, και  ευλόγως, κεκηρυγμένη ευρωκοινοτική επιδίωξη. Μέχρι στιγμής, όμως, είναι γράμμα νεκρό. Ειδικότερα, σε αντιδιαστολή με τις επί μέρους, ευκαιριακές ευρωπαϊκές  ομαδοποιήσεις, η χάραξη ενιαίας ευρωπαϊκής στρατηγικής, ήτοι η βασικότερη προϋπόθεση για την επιτυχή αξιοποίηση των εν δυνάμει σημαντικότατων ευρωπαϊκών στρατιωτικών πόρων, [19] αποδεικνύεται ανέφικτη – σε αντίθεση, σημειωτέον, με τα ισχύοντα στην Ατλαντική Συμμαχία, όπου η αμερικανική ηγετική συμμετοχή συμβάλλει καθοριστικά στην εξασφάλιση της αναγκαίας ομοφωνίας.

Αλλά και υπό τις ευνοϊκότερες συνθήκες, η ΚΑΠΑΑ αποκλείεται, σύμφωνα με σοβαρές εκτιμήσεις, [20] να λάβει σάρκα και οστά σε χρόνο επιτρέποντα την έγκαιρη αξιοποίησή της έναντι της Μόσχας. Εν πάση δε περιπτώσει, η αμυντική σύζευξη των ευρωπαϊκών κρατών με την αμερικανική υπερδύναμη, ιδιαίτατα μέσω ΝΑΤΟ, θα παραμείνει επ’ αόριστον ζωτικής σημασίας – και για τις δύο, άλλωστε, πλευρές του Ατλαντικού.

Η αναντικατάστατη αμερικανική στρατηγική κάλυψη

Για την ευρωπαϊκή   πλευρά, η στρατηγική κάλυψη που παρέχουν οι ΗΠΑ έναντι του πυρηνικού κολοσσού που είναι η Ρωσία, αλλά και του σημαντικού και συνεχώς αναβαθμιζόμενου κινεζικού πυρηνικού οπλοστασίου, είναι απλώς αναντικατάστατη. Οι σκέψεις περί δημιουργίας ενός κοινού ευρωπαϊκού πυρηνικού αποτρεπτικού βρίσκονται σε εντελώς προκαταρκτικό στάδιο, με άκρως αβέβαιη προοπτική· και πάντως το εγχείρημα αντιμετωπίζεται ως συμπληρωματικό της αμερικανικής στρατηγικής εγγύησης. Κατά τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ και πρώην Ολλανδό πρωθυπουργό Μαρκ Ρούτε, «ουδείς στην Ευρώπη υποστηρίζει» την «αντικατάσταση της πυρηνικής ομπρέλας των Ηνωμένων Πολιτειών».[21]

Θα ήταν δε αυτοκαταστροφικό για τους Ευρωπαίους, εάν η ιδιόρρυθμη, συχνά υπεροπτική και ενίοτε απαξιωτική μεταχείρισή τους από τον πρόεδρο Τραμπ, με κραυγαλέα περίπτωση την αντιπαράθεση περί το Γροιλανδικό, ή ο  οχληρός ιδεολογικός ζήλος ορισμένων εκπροσώπων της Ουάσιγκτον σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, [22] τους απέκρυπτε τη θέα των ζωτικών στρατηγικών τους συμφερόντων ή τους απέτρεπε από την εξυπηρέτησή τους.

Η ευρω-ατλαντική όμως συνοχή είναι πολλαπλώς συμφέρουσα και στους Αμερικανούς. Όχι μόνο διευκολύνει τους χειρισμούς έναντι της Μόσχας και λειτουργεί ως ανάχωμα στον επεκτατισμό του Πεκίνου στην Ευρασία, αλλά συμβάλλει – ή ακριβέστερα, καταλλήλως αξιοποιούμενη, μπορεί να συμβάλει – και στην τόνωση της δυτικής παρουσίας στον Παγκόσμιο Νότο, όπου η Ευρώπη εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά ερείσματα· και συγχρόνως, όχι ευκαταφρόνητο ιδίως υπό τις κρατούσες διεθνοπολιτικές συνθήκες, συντείνει στην τόνωση της «ήπιας ισχύος» του Δυτικού Κόσμου.

Εν κατακλείδι

Η σύμπραξη ΗΠΑ και Ευρώπης προς αντιμετώπιση των κοινών προκλήσεων ενός ρευστού παγκόσμιου περιβάλλοντος δοκιμάζεται από τις εκατέρωθεν πολιτικο-ιδεολογικές διεργασίες και συχνά και από τις προσωπικές φιλοδοξίες των ηγετών. Παραμένει, ωστόσο, επιτακτική ανάγκη. Παρά δε τις ευρείες αποκλίσεις τους, οι τοποθετήσεις των δυτικών εκπροσώπων στην εφετινή σύνοδο της σημαίνουσας Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου κατέτειναν, αμέσως ή εμμέσως, στην επαναβεβαίωση του διατλαντικού νατοϊκού συμβολαίου. Με τον Αμερικανό υπουργό εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, σε μια εμφανή προσπάθεια καθησυχασμού των Ευρωπαίων συμμάχων ως προς τις προθέσεις της Ουάσιγκτον, να διαβεβαιώνει ότι «θέλουμε ισχυρή Ευρώπη» και να επαγγέλλεται μια «νέα συμμαχία».[23] Ενώ ακόμη και ο εκ των πλέον επιφυλακτικών έναντι του ΝΑΤΟ Γάλλος  πρόεδρος, αναπτύσσοντας κατά τα λοιπά τις γνωστές απόψεις του για το ευρωπαϊκό μέλλον, αισθάνθηκε την ανάγκη να τονίσει «ότι μια ισχυρότερη Ευρώπη θα είναι καλύτερος φίλος για τους συμμάχους της, ιδιαίτερα για τις Ηνωμένες Πολιτείες.[24]


[1] https://www.aljazeera.com/news/2026/1/26/what-role-is-china-playing-in-global-geopolitical-transformations

[2] https://www.reuters.com/article/world/obama-in-dig-at-putin-calls-russia-regional-power-idUSBREA2O19J/

[3] https://www.globaltimes.cn/page/202603/1356117.shtml

[4] https://www.whitehouse.gov/wp-content/uploads/2025/12/2025-National-Security-Strategy.pdf

[5] https://media.defense.gov/2026/Jan/23/2003864773/-1/-1/0/2026-NATIONAL-DEFENSE-STRATEGY.PDF

[6] https://www.euractiv.com/news/country-by-country-where-eu-countries-stand-on-trumps-board-of-peace/

[7] https://apnews.com/article/board-of-peace-explainer-trump-gaza-meeting-32c489a86937f91d6649df4f48f1dcdc

[8] https://www.euronews.com/my-europe/2026/02/28/spain-slams-us-and-israeli-strikes-on-iran-reflecting-shift-in-foreign-policy?utm_source=chatgpt.com

[9] https://www.breitbart.com/europe/2026/02/28/frances-macron-calls-for-urgent-un-security-council-meeting-over-iran-socialist-spanish-pm-rejects-u-s-strikes/

[10] https://www.radioemscherlippe.de/artikel/merz-weist-auf-risiken-der-angriffe-auf-den-iran-hin-25872

[11]Κατά τη σύνταξη του παρόντος, συντονιστικό έλλειμμα και αντίστοιχα μειωμένη αποτελεσματικότητα χαρακτηρίζουν και τις επεμβάσεις των ευρωπαϊκών κρατών για την προστασία στρατιωτικών τους βάσεων κατά ιρανικών επιθέσεων,  https://www.nytimes.com/2026/03/15/world/europe/europe-iran-military.html

[12]https://www.eeas.europa.eu/eeas/eu-china-relations-factsheet_en#:~:text=The%20EU%20sees%20China%20as%20a%20partner,and%20export%20controls%20on%20critical%20raw%20materials.

[13] https://www.dw.com/en/china-overtakes-us-to-become-germanys-top-trading-partner/a-76057129

[14] https://www.nytimes.com/2026/02/19/us/politics/trump-russia-deals-novatek.html

[15] https://www.foreignaffairs.com/russia/ukraine-losing-war

[16] https://cirsd.org/horizon-article/is-russia-really-a-threat-to-europe-2/

[17] https://egmontinstitute.be/russia-europe-and-the-danger-of-strategic-reassurance/

[18]https://cyprus-mail.com/2026/02/10/macron-warns-of-more-us-hostility-urges-eu-to-use-greenland-moment-to-push-reforms

[19] Σύμφωνα με την  Στρατηγική Εθνικής Στρατηγικής των ΗΠ Α, «το ευρωπαϊκό ΝΑΤΟ επισκιάζει (dwarfs] τη Ρωσία ως προς την οικονομία, τον πληθυσμό, και, συνεπώς, την εν δυνάμει στρατιωτική ισχύ», https://media.defense.gov/2026/Jan/23/2003864773/-1/-1/0/2026-NATIONAL-DEFENSE-STRATEGY.PDF

[20] https://cepa.org/article/how-long-before-europe-alone-can-fight-russia/

[21] https://www.euractiv.com/news/nobody-in-europe-arguing-to-replace-us-nuclear-umbrella-nato-chief-says/

[22] https://www.wsj.com/world/europe/trump-diplomats-bashing-europe-get-a-sharp-reply-butt-out-cf00bb18?mod=world_lead_pos3

[23] https://www.state.gov/releases/office-of-the-spokesperson/2026/02/secretary-of-state-marco-rubio-at-the-munich-security-conference

[24] https://us.diplomatie.gouv.fr/en/munich-security-conference-0

Sunday, December 21, 2025

Η ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΠΡΩΤΟΚΑΘΕΔΡΙΑ

Προδημοσίευση άρθρου από το τεύχος 154 των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ). 

Υπό την επήρεια ενός ραγδαία μεταβαλλόμενου διεθνούς  περιβάλλοντος, όλο και συχνότερα γίνεται λόγος για έναν, τρόπον τινά, ”μετ’αμερικανικό» κόσμο. Και πράγματι οι  συσχετισμοί ισχύος ανά τον πλανήτη αναδιατάσσονται εις βάρος της πάλαι ποτέ αμερικανικής ηγεμονίας. Μεταξύ άλλων, με την Κίνα να αναδεικνύεται σε οιονεί ισότιμο οικονομικό ανταγωνιστή των ΗΠΑ και να αναβαθμίζει ταχύρρυθμα το στρατιωτικό της δυναμικό· με τη Ρωσία να επιχειρεί να ανακτήσει τη γεωπολιτική της επιρροή αξιοποιώντας τους φυσικούς της πόρους και το πυρηνικό της οπλοστάσιο· ή και με χώρες του Παγκόσμιου Νότου και κατ’ εξοχήν την Ινδία – το πολυπληθέστερο πλέον κράτος του κόσμου – να θέτουν την πολύπλευρη ανάπτυξή τους στην υπηρεσία αυξημένων φιλοδοξιών. Παρά ταύτα, όμως, μια προσεκτικότερη θεώρηση του παγκόσμιου γίγνεσθαι πείθει ότι η Ουάσιγκτον, απώλεσε μεν την παντοκρατορία, διατηρεί όμως την   πρωτοκαθεδρία, προηγούμενη ως προς όλους τους συντελεστές ισχύος: οικονομικό, στρατιωτικό, και πολιτισμικό, και ασκώντας ανάλογη διεθνή επιρροή.[1]

Η «διεθνής τάξη πραγμάτων»  που συγκροτήθηκε υπό τον αιγίδα των Ηνωμένων Πολιτειών μετά τον Β! Παγκόσμιο Πόλεμο και όλως ιδιαίτερα κατά την μεταψυχροπολεμική «μονοπολική στιγμή» είναι πλέον αναντίστοιχη  με την κατανομή ισχύος ανά την υφήλιο και αναπόφευκτα εκχωρεί συν τω χρόνω τη θέση της σε έναν νέο κόσμο, πολυπολικό και εθνοκεντρικό. Με τους ίδιους τους Αμερικανούς να ενεργούν απροκαλύπτως συναλλακτικά έναντι πάντων, των συμμάχων τους συμπεριλαμβανομένων, με προμετωπίδα το σύνθημα του προέδρου Τραμπ Make America Great Again MAGA), και γνώμονα την αμερικανική εθνική στρατηγική, όπως εκτίθεται, τόσο στις Ενδιάμεσες Οδηγίες Εθνικής Αμυντικής Στρατηγικής (Interim National Defense Strategic Guidance) του Υπουργού Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ – κυκλοφόρησαν εμπιστευτικώς στα μέσα Μαρτίου – όσο και στην πρόσφατα δημοσιευθείσα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών.[2]  Κεντρικοί άξονες της οποίας είναι ο έλεγχος της αμερικανικής ηπείρου, η αντιμετώπιση της ανερχόμενης Κίνας, και η φειδωλή, στοχευμένη χρήση των στρατιωτικών πόρων προς στήριξη των εκάστοτε λοιπών ανά τον κόσμο αμερικανικών συμφερόντων.

Δύο δε ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες πτυχές της έμπρακτης εφαρμογής της στρατηγικής αυτής είναι ο ρόλος  των ΗΠΑ, αφ’ ενός, ως αντιβάρου στην κινεζική επιρροή, και αφ’ ετέρου, ως διαμεσολαβητού ύστατης προσφυγής σε σειρά μειζόνων διεθνών κρίσεων.

Το Ουκρανικό

Οι διαμεσολαβητικές παρεμβάσεις του Αμερικανού προέδρου συνδέονται ευθέως με αμερικανικά γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, συνδυάζουν δε την πειθώ με τον εξαναγκασμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της πειθαναγκαστικής αυτής χειραγώγησης παρέχει ο πόλεμος στην Ουκρανία. Τον τερματισμό του οποίου ο πρόεδρος Τραμπ συνδέει, όπως όλα δείχνουν, με την επίτευξη πλειόνων αμερικανικών στόχων, με προέχοντες: τη μερική έστω απεξάρτηση της Μόσχας από το Πεκίνο΄ την αποτροπή επέκτασης της σύγκρουσης στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο και συνακόλουθα τη δυνατότητα απόσυρσης εκείθεν αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων προς χρήση σε μέτωπα υψηλότερης προτεραιότητας΄ και, πρόσθετο προσδοκώμενο κέρδος, τη σύναψη επωφελών οικονομικών, ιδίως ενεργειακών, συμφωνιών, τόσο με τους Ουκρανούς, όσο και με τους Ρώσους.

Προς προώθηση δε της ειρηνευτικής του πρωτοβουλίας, ο Αμερικανός πρόεδρος πιέζει ταυτοχρόνως και τους δύο αντιπάλους: Έναντι των Ρώσων επισείει οικονομικές κυρώσεις, ενώ συγχρόνως ανοίγει ως δέλεαρ την προοπτική προσοδοφόρων οικονομικών σχέσεων. Έναντι των Ουκρανών χρησιμοποιεί ως μοχλό πίεσης την αναντικατάστατη οικονομική και οπλική στήριξη που τους παρέχει η Ουάσιγκτον. Και  έναντι αμφοτέρων των εμπολέμων, αλλά και των Ευρωπαίων υποστηρικτών του Κιέβου, προσφεύγει στην απειλή της αποστασιοποίησής του από την ουκρανική διαμάχη. Κάτι που δεν τους αφήνει αδιάφορους. Ευλόγως άλλωστε.               

Δεδομένης της ρωσικής στρατιωτικής υπεροχής και της προσήλωσης του προέδρου Πούτιν στην επίτευξη των βασικών του στόχων, εν ανάγκη και δια των όπλων,[3] τυχόν ναυάγιο της αμερικανικής ειρηνευτικής πρωτοβουλίας θα συνεπαγόταν, για μεν τους Ουκρανούς τον κίνδυνο της ολοσχερούς κατάρρευσης, για δε τους προσκείμενους στο Κίεβο Ευρωπαίους το δίλημμα: είτε να εμπλακούν σε πόλεμο με τη Ρωσία  μη διαθέτοντας, ούτε τα αναγκαία στρατιωτικά μέσα, ούτε την επιβαλλόμενη ενιαία στρατηγική, και το κυριότερο, χωρίς την αμερικανική συμμετοχή΄είτε – το και πιθανότερο – να αυτοκαταδικασθούν σε μια προβληματική συνύπαρξη με έναν αναζωπυρούμενο από τη δυναμική της ουκρανικής κρίσης  μεγαλορωσικό εθνικισμό. Και ως εκ τούτου και οι μεν και οι δε προσβλέπουν στη σωτήρια διαπραγματευτική παρέμβαση της Ουάσιγκτον – ει δυνατόν, βέβαια, υπό τους δικούς των όρους.

Ο πρόεδρος Πούτιν από την πλευρά του, παρά την ισχυρή θέση των ρωσικών δυνάμεων επί του πεδίου, φυσικό είναι να ανησυχεί για τον κίνδυνο κλιμάκωσης των δυτικών κυρώσεων κατά της δοκιμαζόμενης ρωσικής οικονομίας, αλλά και να σταθμίζει τις διαθέσεις της ρωσικής κοινής γνώμης. Η οποία, κατά πάσαν πιθανότητα, θα αντετίθετο μεν σε λύση ευθέως αναντίστοιχη με τις βαρύτατες ρωσικές πολεμικές απώλειες, πλην όμως, εάν έκρινε τους ειρηνευτικούς όρους έστω και σχετικά ικανοποιητικούς, θα δυσανασχετούσε για τη συνέχιση των πολεμικών θυσιών.

Ενώ τον Ρώσο πρόεδρο αναμφίβολα προβληματίζουν επιπροσθέτως οι αρνητικές επιπτώσεις μιας ρήξης με τον Πρόεδρο Τραμπ στη ρωσο-αμερικανική συμφωνία για τον έλεγχο των στρατηγικών όπλων, καθώς και στο ευρύ, πλην ευπαθές δίκτυο των εμπορικών, τεχνολογικών, και διπλωματικών σχέσεων της Ρωσίας ανά τον κόσμο, αλλά και η  λόγω μιας τέτοιας τροπής των πραγμάτων στενότερη εξάρτησή του από το Πεκίνο.

Κατά τη σύνταξη του παρόντος, η τελική έκβαση των  πολυεπίπεδων διαβουλεύσεων – ουκρανο-ευρωπαϊκών, ενδο-ευρωπαϊκών, ουκρανο-αμερικανικών, ρωσο-αμερικανικών – στις οποίες έδωσε λαβή το πρόσφατα προταθέν από τον πρόεδρο Τραμπ σχέδιο ειρήνευσης,[4] παραμένει αβέβαιη. O ρόλος όμως του Αμερικανού προέδρου ως ιδιόρρυθμου μεν, αλλά κομβικού διεθνούς διαμεσολαβητή επιβεβαιώνεται.  

Το Παλαιστινιακό

 Μια επί πλέον επιβεβαίωση του «πυροσβεστικού» αυτού, κατά κάποιο τρόπο, διεθνούς ρόλου της Ουάσιγκτον παρέχουν οι προσπάθειες ελέγχου των συγκρούσεων στη Γάζα μετά την τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς κατά του Ισραήλ. Με τις ΗΠΑ να αποδεικνύονται η μόνη δύναμη ικανή να προωθήσει τις διαδικασίες ειρήνευσης΄αλλά και να ανταποκρίνονται στη σχετική πρόκληση, στοχεύοντας στην αποτροπή μιας κλιμάκωσης της βίας ικανής να διαταράξει την περιφερειακή σταθερότητα και συνακόλουθα να πλήξει τις σχέσεις των με τα μετριοπαθή καθεστώτα της περιοχής, και ενδεχομένως να καταστήσει αναπόφευκτη μια αμερικανική στρατιωτική επέμβαση παρεκβαίνουσα από τις αμερικανικές στρατηγικές προτεραιότητες.

Σημειωτέον ότι, αντιμέτωποι με την ανθρωπιστική τραγωδία και συνάμα μείζονα διεθνοπολιτική κρίση της Γάζας, οι Ευρωπαίοι απέτυχαν να χαράξουν  κοινή γραμμή, και άρα να παρέμβουν αποτελεσματικά. Και ότι οι περιφερειακές δυνάμεις του μεσανατολικού χώρου, μολονότι πολλαπλώς χρήσιμες, αδυνατούν να λειτουργήσουν ως κύριος διαμεσολαβητής, στερούμενες, τόσο επαρκούς επιρροής, όσο και της αναγκαίας μεταξύ τους εμπιστοσύνης.  

Υπό τις συνθήκες δε  αυτές, το «Σχέδιο Ειρήνης για τη Γάζα» του Προέδρου Τραμπ [5] αποτέλεσε τη μόνη σοβαρή ειρηνευτική πρόταση. Η οποία, χάρις και στο αμερικανικό κύρος, έγινε αποδεκτή, πέραν των άμεσα εμπλεκόμενων Ισραηλινών και Παλαιστινίων, και από ετερόκλητες πρωτεύουσες με αποκλίνοντα, ως επί το πολύ, συμφέροντα, όπως η Άγκυρα, η Μόσχα και το Πεκίνο, αλλά και υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Ενώ αξίζει επίσης να σημειωθεί, ότι και στην περίπτωση του Παλαιστινιακού ο Αμερικανός πρόεδρος προσέφυγε στη προσφιλή του εξαναγκαστική διπλωματία. Προκειμένου να εξασφαλίσει την ισραηλινή συγκατάθεση σε επίμαχες διατάξεις του Σχεδίου του, και παρά τη  φιλο-ισραηλινή στάση μεγάλου μέρους του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, άσκησε επί του Πρωθυπουργού Νετανιάχου ισχυρή, μεταξύ άλλων και δημόσια, πίεση΄ ενώ συγχρόνως διεμήνυε στη Χαμάς πως τυχόν άρνησή της να συμπράξει εποικοδομητικά θα επέσυρε βαρύτατες συνέπειες.[6]

Η Κίνα

Η τύχη, όμως,  της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας συναρτάται κατά κύριο λόγο με την πορεία και έκβαση της σινο-αμερικανικής γιγαντομαχίας.

Tουλάχιστον αφότου η κυβέρνηση Ομπάμα προέβη στη «στροφή προς την Ασία» (pivot to Asia), η ανερχόμενη Κίνα αντιμετωπίζεται στην Ουάσιγκτον ως ο πρωταρχικός οικονομικός και στρατιωτικός αμφισβητίας της παγκόσμιας ηγετικής θέσης των Ηνωμένων Πολιτειών. Η εκτίμηση δε αυτή επιβεβαιώνεται και επί προεδρίας Τραμπ,  μολονότι η σχετική αναφορά στη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας που φέρει την υπογραφή του είναι αρκετά συγκρατημένη, προφανώς υπό την επήρεια  των εν εξελίξει σινο-αμερικανικών εμπορικών διαπραγματεύσεων και των συναφών οικονομικών στοχεύσεων του Αμερικανού προέδρου. [7]

Βέβαια, το σινο-αμερικανικό ισοζύγιο ισχύος κλίνει καταφανώς υπέρ των Αμερικανών - ιδιαίτερα στον αποφασιστικής σημασίας υπό το πρίσμα της αντιπαράθεσης αυτής στρατιωτικό τομέα. Με τις ΗΠΑ να υπερέχουν σαφώς ως προς τις συμβατικές δυνάμεις και καθοριστικά ως προς τις πυρηνικές. [8] Υπό το κράτος  δε του αρνητικού αυτού συσχετισμού, το Πεκίνο αποφεύγει επιμελώς τη μετωπική σύγκρουση με την αμερικανική υπερδύναμη. Ενώ κατά τα άλλα επικεντρώνει τις βλέψεις του στον Ινδο-Ειρηνικό και ιδιαίτερα στη Νότια Σινική Θάλασσα, όπου ενισχύει κατά προτεραιότητα την αεροναυτική παρουσία του. Επιδιώκοντας, όπως όλα δείχνουν να θέσει υπό τον έλεγχό του μια περιοχή που θεωρεί ζώνη εθνικής του επιρροής, αλλά και να δημιουργήσει τις στρατιωτικές προϋποθέσεις για την εν καιρώ προσάρτηση της Ταϊβάν.

Η Ουάσιγκτον αφ’ ετέρου, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής αποσκοπούσης στην ανάσχεση του κινεζικού επεκτατισμού, συνδυάζει την ισχυρή στρατιωτική παρουσία της στον απωανατολικό χώρο με την επιλεκτική καλλιέργεια  περιφερειακών συμμαχιών και συμπράξεων. Συσφίγγει, μεταξύ άλλων, τις συμμαχικές της σχέσεις με την Ιαπωνία – η πρωθυπουργός της οποίας κυρία Σαναέ Τακαΐτσι εμφανίζεται ιδιαίτερα σκληρή έναντι του Πεκίνου [9]–, τη Νότια Κορέα, και την Αυστραλία. Και διεξάγει κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με ευρωπαϊκές δυνάμεις στρατηγικά παρούσες στον Ινδο-Ειρηνικό, όπως κυρίως η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Ωστόσο, πλείονες ευρω-ενωσιακές δυνάμεις παρά την ευθυγράμμιση της επίσημης, κοινής υποτίθεται, στρατηγικής της ΕΕ για τον Ινδο-Ειρηνικό [10] με τους κύριους αμερικανικούς στόχους – προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, την απόκρουση μονομερών αλλαγών του status quo, και την προστασία κρίσιμων αλυσίδων εφοδιασμού –, σε εθνικό επίπεδο αποκλίνουν από τη γραμμή της Ουάσιγκτον έναντι της Κίνας επί το διαλλακτικότερο. [11] Με τον Πρόεδρο Μακρόν μάλιστα να επιζητεί τη συνδρομή του Πεκίνου για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία[12] – τούτο δε αφού, κατά μάλλον πειστικές, αν και διαψευσθείσες από γαλλικής πλευράς, δημοσιογραφικές πληροφορίες, εξέφρασε ιδιωτικώς σε Ευρωπαίους ηγέτες τον φόβο ότι οι Αμερικανοί ενδέχεται «να προδώσουν την Ουκρανία».[13]

Ενώ, ως προς το εκρηκτικό ζήτημα του καθεστώτος της Ταϊβάν, η κυβέρνηση Τραμπ, χωρίς να εγκαταλείπει την «πολιτική της μιας Κίνας» που εγκαινίασε το σινο-αμερικανικό ανακοινωθέν του 1972, συνεχίζει τη «στρατηγική ασάφεια» των προκατόχων της. Αποσιωπά τη στάση που θα τηρήσει σε περίπτωση κινεζικής εισβολής, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο αμερικανικής στρατιωτικής αντίδρασης, ενώ προσφέρει στην Ταϊπέι πολύπλευρη στήριξη, περιλαμβανομένης της παροχής στρατιωτικού υλικού. [14]

Εν κατακλείδι

Η τροπή των διεθνών συσχετισμών εις βάρος της πάλαι ποτέ αμερικανικής ηγεμονίας δεν σημαίνει αποκαθήλωση της Ουάσιγκτον από την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να κατέχουν την κορυφαία θέση στη διεθνή ιεραρχία ισχύος και επιρροής. Παρά δε τις  αναταραχές στο εσωτερικό τους – δεν είναι οι πρώτες στην ιστορία τους, και πιθανώς ούτε οι τελευταίες – το δημοκρατικό τους πολίτευμα παραμένει καθοριστικά διακριτό από τις «ανελεύθερες δημοκρατίες» και τα κομμουνιστικά και στρατιωτικά καθεστώτα ανά τον κόσμο, από τα οποία το χωρίζει θεσμικό και τελικά αξιακό χάσμα. Όπως άλλωστε και τη δημοκρατική Ευρώπη. Και υπό το πρίσμα αυτό, η διατλαντική αλληλεγγύη δεν είναι απλώς επιθυμητή. Αποτελεί γεωπολιτική επιταγή.


[1] Επί τη βάσει των πιο πρόσφατων διαθέσιμων στοιχείων, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιστοιχούν  στο 25–27% περίπου του παγκόσμιου ονομαστικού ΑΕΠ, γεγονός που τις καθιστά τη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο με σημαντική διαφορά. Οι στρατιωτικές δαπάνες των ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν περίπου το 38–40% των συνολικών παγκόσμιων στρατιωτικών δαπανών, ποσοστό που υπερβαίνει το άθροισμα των δαπανών των αμέσως επόμενων μεγάλων δυνάμεων. Bλ. SIPRI (2024), Military Expenditure Database, και IMF (2024), World Economic Outlook Database.

[2] Secret Pentagon memo on China, homeland has Heritage fingerprints, Washington Post, 29-03-2025΄και https://w ww.whitehouse.gov/wp-content/uploads/2025/12/2025-National-Security-Strategy.pdf

[3] Putin vows Russia will seize Donbas region by any means, as Ukrainians prepare for more peace talks with US, CNN, 04-12-2025

[4] Trump's full 28-point Ukraine-Russia peace plan, Axios, 20-11-2025, https://www.axios.com/2025/11/20/trump-ukraine-peace-plan-28-points-russia

[5] Here Is the Full Text of the Gaza Plan Released by the White House, The New York Times, 29-11-2025.https://www.nytimes.com/2025/09/29/world/middleeast/gaza-israel-cease-fire-plan-text.html

[6] Trump Threatens ‘All Hell Will Break Out Against Hamas’ If They Don’t Accept Gaza Deal by New Deadline, Time, 03-10-2025   

[7] Trump’s National-Security Strategy Softens Language on China, Wall Street Journal, 06-12-2025΄και China debate delayed Trump security strategy, Politico, 02-12-2025

[8] Για μια συνοπτική, συνολική παρουσίαση του σινο-αμερικανικού συσχετισμού ισχύος, βλ. Γ. Ε. Σέκερης, Ο πλανήτης στον Αστερισμό της Σινο-Αμερικανικής Αντιπαράθεσης, Εθνικές Επάλξεις, τεύχος 152, Απριλίου-Ιουνίου 2025.

[9] The real reason behind China’s fury toward Japan’s Takaichi, CNN, 21-11-2025

[10] Κοινή ανακοίνωση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τη στρατηγική της ΕΕ για τη συνεργασία στον Ινδοειρηνικό (2021), https://data.consilium.europa.eu/doc/document/ST-11930-2021-INIT/el/pdf΄ και EU Strategy for Cooperation in the Indo-Pacific: Council approves conclusions, European Council, 20-10-2025, https://www.consilium.europa.eu/en/press/press-releases/2025/10/20/eu-strategy-for-cooperation-in-the-indo-pacific-council-approves-conclusions/

[11] Europe at a crossroads with China trade, Asia Times, 20-11-2025

[12] Macron pivots from Trump to Xi seeking an end to Russia-Ukraine War, Washington Examiner, 04-12-2025

[13] Vertrauliche Telefonkonferenz mit europäischen Spitzenpolitikern, Spiegel Politik, 04-12-2025.

[14] China’s Xi Jinping raises future of Taiwan in call with Donald Trump, The Guardian, 25-11-2025