Sunday, December 21, 2025

Η ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΠΡΩΤΟΚΑΘΕΔΡΙΑ

Προδημοσίευση άρθρου από το τεύχος 154 των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ). 

Υπό την επήρεια ενός ραγδαία μεταβαλλόμενου διεθνούς  περιβάλλοντος, όλο και συχνότερα γίνεται λόγος για έναν, τρόπον τινά, ”μετ’αμερικανικό» κόσμο. Και πράγματι οι  συσχετισμοί ισχύος ανά τον πλανήτη αναδιατάσσονται εις βάρος της πάλαι ποτέ αμερικανικής ηγεμονίας. Μεταξύ άλλων, με την Κίνα να αναδεικνύεται σε οιονεί ισότιμο οικονομικό ανταγωνιστή των ΗΠΑ και να αναβαθμίζει ταχύρρυθμα το στρατιωτικό της δυναμικό· με τη Ρωσία να επιχειρεί να ανακτήσει τη γεωπολιτική της επιρροή αξιοποιώντας τους φυσικούς της πόρους και το πυρηνικό της οπλοστάσιο· ή και με χώρες του Παγκόσμιου Νότου και κατ’ εξοχήν την Ινδία – το πολυπληθέστερο πλέον κράτος του κόσμου – να θέτουν την πολύπλευρη ανάπτυξή τους στην υπηρεσία αυξημένων φιλοδοξιών. Παρά ταύτα, όμως, μια προσεκτικότερη θεώρηση του παγκόσμιου γίγνεσθαι πείθει ότι η Ουάσιγκτον, απώλεσε μεν την παντοκρατορία, διατηρεί όμως την   πρωτοκαθεδρία, προηγούμενη ως προς όλους τους συντελεστές ισχύος: οικονομικό, στρατιωτικό, και πολιτισμικό, και ασκώντας ανάλογη διεθνή επιρροή.[1]

Η «διεθνής τάξη πραγμάτων»  που συγκροτήθηκε υπό τον αιγίδα των Ηνωμένων Πολιτειών μετά τον Β! Παγκόσμιο Πόλεμο και όλως ιδιαίτερα κατά την μεταψυχροπολεμική «μονοπολική στιγμή» είναι πλέον αναντίστοιχη  με την κατανομή ισχύος ανά την υφήλιο και αναπόφευκτα εκχωρεί συν τω χρόνω τη θέση της σε έναν νέο κόσμο, πολυπολικό και εθνοκεντρικό. Με τους ίδιους τους Αμερικανούς να ενεργούν απροκαλύπτως συναλλακτικά έναντι πάντων, των συμμάχων τους συμπεριλαμβανομένων, με προμετωπίδα το σύνθημα του προέδρου Τραμπ Make America Great Again MAGA), και γνώμονα την αμερικανική εθνική στρατηγική, όπως εκτίθεται, τόσο στις Ενδιάμεσες Οδηγίες Εθνικής Αμυντικής Στρατηγικής (Interim National Defense Strategic Guidance) του Υπουργού Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ – κυκλοφόρησαν εμπιστευτικώς στα μέσα Μαρτίου – όσο και στην πρόσφατα δημοσιευθείσα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών.[2]  Κεντρικοί άξονες της οποίας είναι ο έλεγχος της αμερικανικής ηπείρου, η αντιμετώπιση της ανερχόμενης Κίνας, και η φειδωλή, στοχευμένη χρήση των στρατιωτικών πόρων προς στήριξη των εκάστοτε λοιπών ανά τον κόσμο αμερικανικών συμφερόντων.

Δύο δε ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες πτυχές της έμπρακτης εφαρμογής της στρατηγικής αυτής είναι ο ρόλος  των ΗΠΑ, αφ’ ενός, ως αντιβάρου στην κινεζική επιρροή, και αφ’ ετέρου, ως διαμεσολαβητού ύστατης προσφυγής σε σειρά μειζόνων διεθνών κρίσεων.

Το Ουκρανικό

Οι διαμεσολαβητικές παρεμβάσεις του Αμερικανού προέδρου συνδέονται ευθέως με αμερικανικά γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, συνδυάζουν δε την πειθώ με τον εξαναγκασμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της πειθαναγκαστικής αυτής χειραγώγησης παρέχει ο πόλεμος στην Ουκρανία. Τον τερματισμό του οποίου ο πρόεδρος Τραμπ συνδέει, όπως όλα δείχνουν, με την επίτευξη πλειόνων αμερικανικών στόχων, με προέχοντες: τη μερική έστω απεξάρτηση της Μόσχας από το Πεκίνο΄ την αποτροπή επέκτασης της σύγκρουσης στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο και συνακόλουθα τη δυνατότητα απόσυρσης εκείθεν αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων προς χρήση σε μέτωπα υψηλότερης προτεραιότητας΄ και, πρόσθετο προσδοκώμενο κέρδος, τη σύναψη επωφελών οικονομικών, ιδίως ενεργειακών, συμφωνιών, τόσο με τους Ουκρανούς, όσο και με τους Ρώσους.

Προς προώθηση δε της ειρηνευτικής του πρωτοβουλίας, ο Αμερικανός πρόεδρος πιέζει ταυτοχρόνως και τους δύο αντιπάλους: Έναντι των Ρώσων επισείει οικονομικές κυρώσεις, ενώ συγχρόνως ανοίγει ως δέλεαρ την προοπτική προσοδοφόρων οικονομικών σχέσεων. Έναντι των Ουκρανών χρησιμοποιεί ως μοχλό πίεσης την αναντικατάστατη οικονομική και οπλική στήριξη που τους παρέχει η Ουάσιγκτον. Και  έναντι αμφοτέρων των εμπολέμων, αλλά και των Ευρωπαίων υποστηρικτών του Κιέβου, προσφεύγει στην απειλή της αποστασιοποίησής του από την ουκρανική διαμάχη. Κάτι που δεν τους αφήνει αδιάφορους. Ευλόγως άλλωστε.               

Δεδομένης της ρωσικής στρατιωτικής υπεροχής και της προσήλωσης του προέδρου Πούτιν στην επίτευξη των βασικών του στόχων, εν ανάγκη και δια των όπλων,[3] τυχόν ναυάγιο της αμερικανικής ειρηνευτικής πρωτοβουλίας θα συνεπαγόταν, για μεν τους Ουκρανούς τον κίνδυνο της ολοσχερούς κατάρρευσης, για δε τους προσκείμενους στο Κίεβο Ευρωπαίους το δίλημμα: είτε να εμπλακούν σε πόλεμο με τη Ρωσία  μη διαθέτοντας, ούτε τα αναγκαία στρατιωτικά μέσα, ούτε την επιβαλλόμενη ενιαία στρατηγική, και το κυριότερο, χωρίς την αμερικανική συμμετοχή΄είτε – το και πιθανότερο – να αυτοκαταδικασθούν σε μια προβληματική συνύπαρξη με έναν αναζωπυρούμενο από τη δυναμική της ουκρανικής κρίσης  μεγαλορωσικό εθνικισμό. Και ως εκ τούτου και οι μεν και οι δε προσβλέπουν στη σωτήρια διαπραγματευτική παρέμβαση της Ουάσιγκτον – ει δυνατόν, βέβαια, υπό τους δικούς των όρους.

Ο πρόεδρος Πούτιν από την πλευρά του, παρά την ισχυρή θέση των ρωσικών δυνάμεων επί του πεδίου, φυσικό είναι να ανησυχεί για τον κίνδυνο κλιμάκωσης των δυτικών κυρώσεων κατά της δοκιμαζόμενης ρωσικής οικονομίας, αλλά και να σταθμίζει τις διαθέσεις της ρωσικής κοινής γνώμης. Η οποία, κατά πάσαν πιθανότητα, θα αντετίθετο μεν σε λύση ευθέως αναντίστοιχη με τις βαρύτατες ρωσικές πολεμικές απώλειες, πλην όμως, εάν έκρινε τους ειρηνευτικούς όρους έστω και σχετικά ικανοποιητικούς, θα δυσανασχετούσε για τη συνέχιση των πολεμικών θυσιών.

Ενώ τον Ρώσο πρόεδρο αναμφίβολα προβληματίζουν επιπροσθέτως οι αρνητικές επιπτώσεις μιας ρήξης με τον Πρόεδρο Τραμπ στη ρωσο-αμερικανική συμφωνία για τον έλεγχο των στρατηγικών όπλων, καθώς και στο ευρύ, πλην ευπαθές δίκτυο των εμπορικών, τεχνολογικών, και διπλωματικών σχέσεων της Ρωσίας ανά τον κόσμο, αλλά και η  λόγω μιας τέτοιας τροπής των πραγμάτων στενότερη εξάρτησή του από το Πεκίνο.

Κατά τη σύνταξη του παρόντος, η τελική έκβαση των  πολυεπίπεδων διαβουλεύσεων – ουκρανο-ευρωπαϊκών, ενδο-ευρωπαϊκών, ουκρανο-αμερικανικών, ρωσο-αμερικανικών – στις οποίες έδωσε λαβή το πρόσφατα προταθέν από τον πρόεδρο Τραμπ σχέδιο ειρήνευσης,[4] παραμένει αβέβαιη. O ρόλος όμως του Αμερικανού προέδρου ως ιδιόρρυθμου μεν, αλλά κομβικού διεθνούς διαμεσολαβητή επιβεβαιώνεται.  

Το Παλαιστινιακό

 Μια επί πλέον επιβεβαίωση του «πυροσβεστικού» αυτού, κατά κάποιο τρόπο, διεθνούς ρόλου της Ουάσιγκτον παρέχουν οι προσπάθειες ελέγχου των συγκρούσεων στη Γάζα μετά την τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς κατά του Ισραήλ. Με τις ΗΠΑ να αποδεικνύονται η μόνη δύναμη ικανή να προωθήσει τις διαδικασίες ειρήνευσης΄αλλά και να ανταποκρίνονται στη σχετική πρόκληση, στοχεύοντας στην αποτροπή μιας κλιμάκωσης της βίας ικανής να διαταράξει την περιφερειακή σταθερότητα και συνακόλουθα να πλήξει τις σχέσεις των με τα μετριοπαθή καθεστώτα της περιοχής, και ενδεχομένως να καταστήσει αναπόφευκτη μια αμερικανική στρατιωτική επέμβαση παρεκβαίνουσα από τις αμερικανικές στρατηγικές προτεραιότητες.

Σημειωτέον ότι, αντιμέτωποι με την ανθρωπιστική τραγωδία και συνάμα μείζονα διεθνοπολιτική κρίση της Γάζας, οι Ευρωπαίοι απέτυχαν να χαράξουν  κοινή γραμμή, και άρα να παρέμβουν αποτελεσματικά. Και ότι οι περιφερειακές δυνάμεις του μεσανατολικού χώρου, μολονότι πολλαπλώς χρήσιμες, αδυνατούν να λειτουργήσουν ως κύριος διαμεσολαβητής, στερούμενες, τόσο επαρκούς επιρροής, όσο και της αναγκαίας μεταξύ τους εμπιστοσύνης.  

Υπό τις συνθήκες δε  αυτές, το «Σχέδιο Ειρήνης για τη Γάζα» του Προέδρου Τραμπ [5] αποτέλεσε τη μόνη σοβαρή ειρηνευτική πρόταση. Η οποία, χάρις και στο αμερικανικό κύρος, έγινε αποδεκτή, πέραν των άμεσα εμπλεκόμενων Ισραηλινών και Παλαιστινίων, και από ετερόκλητες πρωτεύουσες με αποκλίνοντα, ως επί το πολύ, συμφέροντα, όπως η Άγκυρα, η Μόσχα και το Πεκίνο, αλλά και υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Ενώ αξίζει επίσης να σημειωθεί, ότι και στην περίπτωση του Παλαιστινιακού ο Αμερικανός πρόεδρος προσέφυγε στη προσφιλή του εξαναγκαστική διπλωματία. Προκειμένου να εξασφαλίσει την ισραηλινή συγκατάθεση σε επίμαχες διατάξεις του Σχεδίου του, και παρά τη  φιλο-ισραηλινή στάση μεγάλου μέρους του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, άσκησε επί του Πρωθυπουργού Νετανιάχου ισχυρή, μεταξύ άλλων και δημόσια, πίεση΄ ενώ συγχρόνως διεμήνυε στη Χαμάς πως τυχόν άρνησή της να συμπράξει εποικοδομητικά θα επέσυρε βαρύτατες συνέπειες.[6]

Η Κίνα

Η τύχη, όμως,  της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας συναρτάται κατά κύριο λόγο με την πορεία και έκβαση της σινο-αμερικανικής γιγαντομαχίας.

Tουλάχιστον αφότου η κυβέρνηση Ομπάμα προέβη στη «στροφή προς την Ασία» (pivot to Asia), η ανερχόμενη Κίνα αντιμετωπίζεται στην Ουάσιγκτον ως ο πρωταρχικός οικονομικός και στρατιωτικός αμφισβητίας της παγκόσμιας ηγετικής θέσης των Ηνωμένων Πολιτειών. Η εκτίμηση δε αυτή επιβεβαιώνεται και επί προεδρίας Τραμπ,  μολονότι η σχετική αναφορά στη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας που φέρει την υπογραφή του είναι αρκετά συγκρατημένη, προφανώς υπό την επήρεια  των εν εξελίξει σινο-αμερικανικών εμπορικών διαπραγματεύσεων και των συναφών οικονομικών στοχεύσεων του Αμερικανού προέδρου. [7]

Βέβαια, το σινο-αμερικανικό ισοζύγιο ισχύος κλίνει καταφανώς υπέρ των Αμερικανών - ιδιαίτερα στον αποφασιστικής σημασίας υπό το πρίσμα της αντιπαράθεσης αυτής στρατιωτικό τομέα. Με τις ΗΠΑ να υπερέχουν σαφώς ως προς τις συμβατικές δυνάμεις και καθοριστικά ως προς τις πυρηνικές. [8] Υπό το κράτος  δε του αρνητικού αυτού συσχετισμού, το Πεκίνο αποφεύγει επιμελώς τη μετωπική σύγκρουση με την αμερικανική υπερδύναμη. Ενώ κατά τα άλλα επικεντρώνει τις βλέψεις του στον Ινδο-Ειρηνικό και ιδιαίτερα στη Νότια Σινική Θάλασσα, όπου ενισχύει κατά προτεραιότητα την αεροναυτική παρουσία του. Επιδιώκοντας, όπως όλα δείχνουν να θέσει υπό τον έλεγχό του μια περιοχή που θεωρεί ζώνη εθνικής του επιρροής, αλλά και να δημιουργήσει τις στρατιωτικές προϋποθέσεις για την εν καιρώ προσάρτηση της Ταϊβάν.

Η Ουάσιγκτον αφ’ ετέρου, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής αποσκοπούσης στην ανάσχεση του κινεζικού επεκτατισμού, συνδυάζει την ισχυρή στρατιωτική παρουσία της στον απωανατολικό χώρο με την επιλεκτική καλλιέργεια  περιφερειακών συμμαχιών και συμπράξεων. Συσφίγγει, μεταξύ άλλων, τις συμμαχικές της σχέσεις με την Ιαπωνία – η πρωθυπουργός της οποίας κυρία Σαναέ Τακαΐτσι εμφανίζεται ιδιαίτερα σκληρή έναντι του Πεκίνου [9]–, τη Νότια Κορέα, και την Αυστραλία. Και διεξάγει κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με ευρωπαϊκές δυνάμεις στρατηγικά παρούσες στον Ινδο-Ειρηνικό, όπως κυρίως η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Ωστόσο, πλείονες ευρω-ενωσιακές δυνάμεις παρά την ευθυγράμμιση της επίσημης, κοινής υποτίθεται, στρατηγικής της ΕΕ για τον Ινδο-Ειρηνικό [10] με τους κύριους αμερικανικούς στόχους – προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, την απόκρουση μονομερών αλλαγών του status quo, και την προστασία κρίσιμων αλυσίδων εφοδιασμού –, σε εθνικό επίπεδο αποκλίνουν από τη γραμμή της Ουάσιγκτον έναντι της Κίνας επί το διαλλακτικότερο. [11] Με τον Πρόεδρο Μακρόν μάλιστα να επιζητεί τη συνδρομή του Πεκίνου για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία[12] – τούτο δε αφού, κατά μάλλον πειστικές, αν και διαψευσθείσες από γαλλικής πλευράς, δημοσιογραφικές πληροφορίες, εξέφρασε ιδιωτικώς σε Ευρωπαίους ηγέτες τον φόβο ότι οι Αμερικανοί ενδέχεται «να προδώσουν την Ουκρανία».[13]

Ενώ, ως προς το εκρηκτικό ζήτημα του καθεστώτος της Ταϊβάν, η κυβέρνηση Τραμπ, χωρίς να εγκαταλείπει την «πολιτική της μιας Κίνας» που εγκαινίασε το σινο-αμερικανικό ανακοινωθέν του 1972, συνεχίζει τη «στρατηγική ασάφεια» των προκατόχων της. Αποσιωπά τη στάση που θα τηρήσει σε περίπτωση κινεζικής εισβολής, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο αμερικανικής στρατιωτικής αντίδρασης, ενώ προσφέρει στην Ταϊπέι πολύπλευρη στήριξη, περιλαμβανομένης της παροχής στρατιωτικού υλικού. [14]

Εν κατακλείδι

Η τροπή των διεθνών συσχετισμών εις βάρος της πάλαι ποτέ αμερικανικής ηγεμονίας δεν σημαίνει αποκαθήλωση της Ουάσιγκτον από την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να κατέχουν την κορυφαία θέση στη διεθνή ιεραρχία ισχύος και επιρροής. Παρά δε τις  αναταραχές στο εσωτερικό τους – δεν είναι οι πρώτες στην ιστορία τους, και πιθανώς ούτε οι τελευταίες – το δημοκρατικό τους πολίτευμα παραμένει καθοριστικά διακριτό από τις «ανελεύθερες δημοκρατίες» και τα κομμουνιστικά και στρατιωτικά καθεστώτα ανά τον κόσμο, από τα οποία το χωρίζει θεσμικό και τελικά αξιακό χάσμα. Όπως άλλωστε και τη δημοκρατική Ευρώπη. Και υπό το πρίσμα αυτό, η διατλαντική αλληλεγγύη δεν είναι απλώς επιθυμητή. Αποτελεί γεωπολιτική επιταγή.


[1] Επί τη βάσει των πιο πρόσφατων διαθέσιμων στοιχείων, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιστοιχούν  στο 25–27% περίπου του παγκόσμιου ονομαστικού ΑΕΠ, γεγονός που τις καθιστά τη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο με σημαντική διαφορά. Οι στρατιωτικές δαπάνες των ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν περίπου το 38–40% των συνολικών παγκόσμιων στρατιωτικών δαπανών, ποσοστό που υπερβαίνει το άθροισμα των δαπανών των αμέσως επόμενων μεγάλων δυνάμεων. Bλ. SIPRI (2024), Military Expenditure Database, και IMF (2024), World Economic Outlook Database.

[2] Secret Pentagon memo on China, homeland has Heritage fingerprints, Washington Post, 29-03-2025΄και https://w ww.whitehouse.gov/wp-content/uploads/2025/12/2025-National-Security-Strategy.pdf

[3] Putin vows Russia will seize Donbas region by any means, as Ukrainians prepare for more peace talks with US, CNN, 04-12-2025

[4] Trump's full 28-point Ukraine-Russia peace plan, Axios, 20-11-2025, https://www.axios.com/2025/11/20/trump-ukraine-peace-plan-28-points-russia

[5] Here Is the Full Text of the Gaza Plan Released by the White House, The New York Times, 29-11-2025.https://www.nytimes.com/2025/09/29/world/middleeast/gaza-israel-cease-fire-plan-text.html

[6] Trump Threatens ‘All Hell Will Break Out Against Hamas’ If They Don’t Accept Gaza Deal by New Deadline, Time, 03-10-2025   

[7] Trump’s National-Security Strategy Softens Language on China, Wall Street Journal, 06-12-2025΄και China debate delayed Trump security strategy, Politico, 02-12-2025

[8] Για μια συνοπτική, συνολική παρουσίαση του σινο-αμερικανικού συσχετισμού ισχύος, βλ. Γ. Ε. Σέκερης, Ο πλανήτης στον Αστερισμό της Σινο-Αμερικανικής Αντιπαράθεσης, Εθνικές Επάλξεις, τεύχος 152, Απριλίου-Ιουνίου 2025.

[9] The real reason behind China’s fury toward Japan’s Takaichi, CNN, 21-11-2025

[10] Κοινή ανακοίνωση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τη στρατηγική της ΕΕ για τη συνεργασία στον Ινδοειρηνικό (2021), https://data.consilium.europa.eu/doc/document/ST-11930-2021-INIT/el/pdf΄ και EU Strategy for Cooperation in the Indo-Pacific: Council approves conclusions, European Council, 20-10-2025, https://www.consilium.europa.eu/en/press/press-releases/2025/10/20/eu-strategy-for-cooperation-in-the-indo-pacific-council-approves-conclusions/

[11] Europe at a crossroads with China trade, Asia Times, 20-11-2025

[12] Macron pivots from Trump to Xi seeking an end to Russia-Ukraine War, Washington Examiner, 04-12-2025

[13] Vertrauliche Telefonkonferenz mit europäischen Spitzenpolitikern, Spiegel Politik, 04-12-2025.

[14] China’s Xi Jinping raises future of Taiwan in call with Donald Trump, The Guardian, 25-11-2025

Friday, June 27, 2025

Ο ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΣΙΝΟ-ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗΣ

 

Προδημοσίευση άρθρου από το τεύχος 152 των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ).

Οι προβλέψεις ότι η επιστροφή του κ.Τραμπ στον Λευκό Οίκο θα σημάνει τη ριζική αναδιάταξη του παγκόσμιου γεωπολιτικού τοπίου έχουν επιβεβαιωθεί πανηγυρικώς. Οι επιλογές και πρωτοβουλίες του Αμερικανού προέδρου σηματοδοτούν τη μετάβαση από μια εκπνεύσασα ήδη, αμερικανοκρατούμενη διεθνή τάξη πραγμάτων στην άνοδο πλειόνων κέντρων ισχύος·[1] με προεξάρχοντα την πάντοτε στην κορυφή της παγκόσμιας ιεραρχίας Ουάσιγκτον, μια Ρωσία υπό δοκιμασία στο ουκρανικό της μέτωπο, μια Ευρώπη σε αναζήτηση διεθνοπολιτικής πυξίδας, και, κυριότατα, τη δυναμικά ανερχόμενη Κίνα. Η οικονομική, γεωπολιτική, και πολιτισμική αντιπαράθεση με την οποία έχει αναχθεί σε καθοριστικό γνώμονα χάραξης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής με πλανητικές επιπτώσεις.

Οι «Ενδιάμεσες Οδηγίες Εθνικής  Αμυντικής Στρατηγικής»

Το στίγμα των αμερικανικών προτεραιοτήτων δίνουν οι «Ενδιάμεσες Εθνικές   Αμυντικές Οδηγίες» [Interim National Defense Strategic Guidance], που περί τα μέσα Μαρτίου απηύθυνε στους υφισταμένους του ο Αμερικανός υπουργός άμυνας Πιτ Χέγκσεθ.[2] Ο οποίος – έχοντας ήδη σε προγενέστερη παρέμβασή του αποκαλέσει τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας «ισοδύναμο ανταγωνιστή», «με την ικανότητα και την πρόθεση να απειλήσει τη χώρα μας και ζωτικά μας συμφέροντα [core interests] στον Ινδο-Ειρηνικό» – [3] δια των απορρήτων αυτών οδηγιών τοποθετεί την αντιπαράθεση με το Πεκίνο στο επίκεντρο της αμερικανικής στρατηγικής. Και ναι μεν, ήδη επί προεδρίας Ομπάμα και σαφέστερα επί διακυβέρνησης Μπάιντεν, όπως και επί της πρώτης προεδρικής θητείας του κ. Τραμπ η Κίνα είχε χαρακτηρισθεί ως η μείζων απειλή κατά των ΗΠΑ και είχε προαγγελθεί η «στροφή προς Ασία», η παρούσα όμως αμερικανική κυβέρνηση, σε αντίθεση με τους προκατόχους της, αναδεικνύει την απόκρουση της απειλής αυτής σε καθοριστικό γνώμονα για την έμπρακτη ιεράρχηση των διεθνοπολιτικών της επιλογών.

Σύμφωνα με το καθοδηγητικό έγγραφο του κ. Χέγκσεθ, κεντρικός άξονας της διεθνοπολιτικής στρατηγικής της κυβέρνησης Τράμπ είναι ο ριζικός αναπροσανατολισμός της αμερικανικής ισχύος προς τον Ινδο-Ειρηνικό, με παράλληλη μέριμνα για την αμυντική κάλυψη του αμερικανικού «εγγύς εξωτερικού» «από τη Γροιλανδία έως τον Παναμά και το Ακρωτήριο Χορν”. (Εξ ου, πιθανότατα, και οι, άγαρμπες ομολογουμένως, αναφορές του κ. Τραμπ σε οιονεί εδαφικές διεκδικήσεις του στην αμερικανική ήπειρο.) Σε ό,τι δε αφορά ειδικότερα στις συνυφασμένες με τη στροφή προς Ασία αμερικανικές συμμαχίες, ενώ η προεδρία Μπάιντεν απέκλινε υπέρ σχημάτων ευρείας σύνθεσης και στόχευσης, αλλά χαλαρής συνοχής και συχνά αμφίβολης αποτρεπτικής αποτελεσματικότητας, επί προέδρου Τραμπ η Ουάσιγκτον καλλιεργεί επιλεκτικά και επί τη βάσει της προσφιλούς στον Αμερικανικό πρόεδρο «ανταποδοτικότητας», στενότερες συμπράξεις, εστιασμένες ως επί το πολύ στη «σκληρή ισχύ». Όπως συνάγεται και από την απωανατολική περιοδεία του Αμερικανού υπουργού άμυνας τον παρελθόντα Μάρτιο, καθώς και από τις διαβουλεύσεις του κ. Χέγκσεθ με τους Αυστραλό κα Ιάπωνα ομολόγους του και την Κοινή Δήλωσή  τους της 31ης Μαΐου.[4]

Προσθετέον δε ότι οι κατευθυντήριες  οδηγίες του κ.  Χέγκσεθ προσδίδουν όλως ιδιαίτερη έμφαση στην ασφάλεια της Ταϊβάν, προαναγγέλλοντας μεταξύ άλλων τη μαζική αύξηση των αμερικανικών στρατιωτικών πόρων στην περιοχή. Χωρίς, πάντως, η Ουάσιγκτον να αφίσταται της διαχρονικής της «στρατηγικής ασάφειας» (strategic ambiguity) ως προς τη συγκεκριμένη μορφή των αντιδράσεών της σε περίπτωση κινεζικής εισβολής. [5]

Προκειμένου δε ο μείζων αυτός στρατηγικός αναπροσανατολισμός να καταστεί εφικτός, ο Υπουργός Άμυνας κρίνει ότι επιβάλλεται η μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στα λοιπά γεωστρατηγικά μέτωπα, με το προκύπτον αμυντικό κενό να καλύπτεται χάρις στην αύξηση της συμβολής των κατά περιοχή συμμάχων των ΗΠΑ. Και ειδικώς ως προς το ευρωπαϊκό μέτωπο, περιορίζοντας τον αμερικανικό ρόλο στην παροχή αποτρεπτικής πυρηνικής κάλυψης και στη διάθεση συμβατικών δυνάμεων  στο μέτρο μόνο που δεν αναγκαιούν για την άμυνα του εθνικού αμερικανικού χώρου και την αποτροπή της Κίνας, καλεί τα ευρωπαϊκά μέλη του  ΝΑΤΟ, στο πνεύμα άλλωστε των πάγιων σχετικών δηλώσεων του προέδρου Τραμπ, να επωμισθούν «πολύ μεγαλύτερο» μερίδιο των αμυντικών βαρών. Στο αμερικανικό δε αυτό αίτημα-απαίτηση οι περισσότεροι Ευρωπαίοι σύμμαχοι ανταποκρίνονται ήδη θετικά. [6]

Πέραν όμως της Ευρώπης, η σαρωτική αναθεώρηση της αμερικανικής στρατηγικής συνεπάγεται την περιστολή της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας και επεμβατικής διάθεσης των ΗΠΑ και στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Με τον Αμερικανό πρόεδρο, έχοντας καταφανώς τους προκατόχους του κατά νουν, να καταγγέλλει δημοσία «τους υποτιθέμενους οικοδόμους εθνών» [nation builders], οι οποίοι «κατέστρεψαν πολύ περισσότερα έθνη παρά οικοδόμησαν» «επεμβαίνοντας σε πολύπλοκες κοινωνίες που ούτε οι ίδιοι καταλάβαιναν». Αλλά και, στο πνεύμα των τοποθετήσεων αυτών, μεταξύ άλλων: να αίρει τις κυρώσεις κατά της Συρίας·                                                                                                                                                                                                                                                                     [7] να συνάπτει οικονομικές «μεγα-συμφωνίες» με αραβικά κράτη του Κόλπου· [8] και, αντί της άσκησης «μεγίστης πίεσης» επί του Ιράν –  προμετωπίδα της ιρανικής πολιτικής του κατά την προηγούμενη προεδρική θητεία του – να δρομολογεί διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη επί του πυρηνικού της προγράμματος.[9] Υπ’ όψιν δε ότι η στρατηγική αυτή στροφή συντελέσθηκε ερήμην και σε αντίθεση προς τις θέσεις του πρωθυπουργού Νετανιάχου.[10] Σύμφωνα μάλιστα με τις πιο αξιόπιστες από  τις διαθέσιμες κατά τη σύνταξη του παρόντος πληροφορίες, ο πρόεδρος Τραμπ,  αφού επιχείρησε ανεπιτυχώς να αποτρέψει την ισραηλινή επίθεση της 13ης Ιουνίου κατά του Ιράν, κατέβαλε και συνεχίζει να καταβάλλει σύντονες προσπάθειες για την αποφυγή της κλιμάκωσης  της ισραελο-ιρανικής αντιπαράθεσης και για την αναζωπύρωση της διαπραγματευτικής διαδικασίας. Χωρίς ωστόσο να έχει αποστεί από την παραδοσιακή, διακομματική στήριξη της Ουάσιγκτον προς την ασφάλεια και τα ζωτικά συμφέροντα του εβραϊκού κράτους.[11]

 Η σινική πρόκληση

Οι αμερικανικοί προβληματισμοί αναφορικά με την ανάδυση του Πεκίνου στο διεθνές στερέωμα ασφαλώς δεν  είναι αβάσιμοι. Κατά γενική διαπίστωση, η Κίνα αποτελεί σήμερα τον έτερο παγκόσμιο πόλο, με υψηλές και αύξουσες επιδόσεις καθ’ όλο το φάσμα ισχύος – «σκληρής», οικονομικής και στρατιωτικής – αλλά συν τω χρόνω και της «ήπιας», της πολιτισμικής· και με μη αποκρυπτόμενες ανάλογες φιλοδοξίες.

Αναλυτικότερα: Η κινεζική οικονομία είναι πλέον συγκρίσιμη με την αμερικανική – ως προς το μέγεθος μάλιστα, επί τη βάση κριτηρίων της Παγκόσμιας Τράπεζας, φέρεται και να υπερέχει.[12] Και πάντως έχει επαρκώς αναπτυχθεί ώστε το κόστος μιας παρατεταμένης σινο-αμερικανικής οικονομικής αντιπαράθεσης να καθίσταται δυσβάστακτο και για την αμερικανική πλευρά. Όπως προκύπτει και από τη δασμολογική ανακωχή και την εν συνεχεία δρομολόγηση, σε ανώτατο μάλιστα  επίπεδο, μιας εκ πρώτης όψεως ευοίωνης εμπορικής διαπραγμάτευσης, που, αντί της  αρχικά επαπειληθείσης κλιμάκωσης, επέλεξε η Ουάσιγκτον.[13]

Η εντυπωσιακή δε αυτή οικονομική ανάπτυξη παρέχει στην κινεζική ηγεσία τα μέσα για την προώθηση και των γεωπολιτικών και στρατηγικών της επιδιώξεων. Με τον κινεζικό αμυντικό προϋπολογισμό να έπεται μεν, στις παγκόσμιες μετρήσεις, του υπερτριπλασίου αμερικανικού, πλην όμως να υπερβαίνει κατά πολύ τον τρίτο τη  τάξει ρωσικό.[14] Και με το αμερικανικό, μάλιστα, υπουργείο άμυνας, σε τεκμηριωμένη έκθεση του Δεκεμβρίου 2024, να εκτιμά ότι οι πραγματικές κινεζικές στρατιωτικές δαπάνες είναι έως και διπλάσιες των επισήμως δηλουμένων.[15]

Ενώ οι τιθέμενες από το Πεκίνο προτεραιότητες κατά την αναβάθμιση του στρατιωτικού του δυναμικού – σύμφωνα με δύο Αμερικανούς επαΐοντες,   πρόκειται για «τον ταχύτερο στρατιωτικό εκσυγχρονισμό στην ιστορία» – είναι ενδεικτικές και των διεθνών του στοχεύσεων.[16] Καθώς η ταχύρρυθμη ενίσχυση του κινεζικού πυρηνικού  οπλοστασίου – πολύ πάντως υπολειπομένου ακόμη των δύο κορυφαίων, αμερικανικού και ρωσικού – αποσκοπεί προφανώς στην, πρωτίστως έναντι της Ουάσιγκτον, αποτρεπτική κάλυψη των διεθνοπολιτικών βλέψεων της κινεζικής ηγεσίας.[17] Βλέψεων με τις οποίες στενά συναρτάται και η εντυπωσιακή ανάπτυξη του κινεζικού πολεμικού ναυτικού – ήδη πρώτου διεθνώς σε αριθμό σκαφών.

Όλα δε δείχνουν ότι, πέραν της επικέντρωσης των προσπαθειών του στο πρωταρχικό μέλημα της  ανάκτησης της Ταϊβάν, το Πεκίνο επιχειρεί, αφ’ ενός, να κυριαρχήσει στον Ινδικό-Ειρηνικό, και, αφ’ ετέρου, να επεκτείνει σταδιακά την, κατά περίπτωση, οικονομική, στρατιωτική και πολιτισμική του παρουσία στον «Παγκόσμιο  Νότο», μη εξαιρουμένης της αμερικανικής ηπείρου.[18] Μια ιδιάζουσα δε πτυχή των προσπαθειών αυτών είναι η συνέργεια οικονομικών, στρατιωτικών, και πολιτισμικών φορέων. Με χαρακτηριστικά παραδείγματα, μεταξύ άλλων, τη «διπλή χρήση», εμπορική και στρατιωτική των ναυτικών πόρων, και την πολλαπλών σκοπιμοτήτων «Πρωτοβουλία μιας ζώνης και ενός δρόμου» (Belt and Road Initiative).[19]

Συμπερασματικώς: Η αντιπαράθεση των ΗΠΑ με την ΛΔΚ προμηνύεται μακρά και εφ’ όλης της ύλης. Και ενώ και οι δύο πλευρές αποφεύγουν προς το παρόν την όξυνση των σχέσεών τους, ειδικότερα δε το Πεκίνο δείχνει να επιλέγει την παραδοσιακή σινική στρατηγική υπομονή, οι υποβόσκουσες αντιθέσεις, με επίκεντρο το καθεστώς της Ταϊβάν, μπορούν ανά πάσα στιγμή να οδηγήσουν σε συγκρουσιακή κλιμάκωση.[20]

Οι ρωσο-αμερικανικές σχέσεις και το Ουκρανικό

Με τη σινο-αμερικανική αντιπαράθεση συναρτάται στενά και η επί δεύτερης προεδρίας Τραμπ θεαματική μεταστροφή της αμερικανικής στάσης έναντι της Μόσχας. Όπως πειστικά υποστηρίζουν σοβαροί αναλυτές, στο πλαίσιο των ευρύτερων στρατηγικών σχεδιασμών της έναντι της Κίνας, η Ουάσιγκτον αποσκοπεί, αφ’ ενός, στη διεμβόλιση του διαγραφόμενου σινο-ρωσικού μετώπου – ή ακριβέστερα ίσως, στη ματαίωση της συν τω χρόνω μετατροπής μιας υπό ασφυκτική δυτική πίεση Ρωσίας σε οιονεί δορυφόρο της ανερχόμενης Κίνας – και, αφ’ ετέρου, στην περιστολή της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στο ευρωπαϊκό χώρο. [21] Η επίτευξη δε του διττού αυτού στόχου προϋποθέτει τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.

Εξ ου πιθανότατα και η ενεργός αμερικανική διαμεσολάβηση μεταξύ Ρώσων και Ουκρανών, με κύριο ζητούμενο από αμερικανικής πλευράς την ταχύτερη δυνατόν λήξη των εχθροπραξιών και την αποτροπή της επανάληψής τους. Εκ των πραγμάτων δε, οι – κατά τα λοιπά ευκταίες – αυτές αμερικανικές στοχεύσεις τείνουν να ευνοήσουν τη Μόσχα. Η οποία, επικαλούμενη και τις – μηδέποτε εφαρμοσθείσες – Συμφωνίες του Μινσκ του 2014-2015, αποβλέπει τώρα πρωτίστως στη διατήρηση των υπό την κατοχή της  ουκρανικών εδαφών – ανέρχονται στο 20% περίπου της ουκρανικής επικράτειας – και στην αποστρατιωτικοποίηση του Κιέβου και τον αποκλεισμό της ένταξής του στο ΝΑΤΟ.[22] Οι ειρηνευτικές δε προτάσεις που Αμερικανός εκπρόσωπος έθεσε υπ’ όψιν Ευρωπαίων αξιωματούχων τον περασμένο Απρίλιο ικανοποιούν εν πολλοίς τις ρωσικές αυτές προτεραιότητες, με κύρια – περιορισμένα, αλλά όχι αμελητέα – αντισταθμίσματα υπέρ των Ουκρανών την επιστροφή υπό τον έλεγχό τους δύο συνοριακών περιοχών και τη δυνατότητα να επιδιώξει η Ουκρανία την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.[23] Ενώ ως πρόσθετο κίνητρο για την επίδειξη διαπραγματευτικής ευελιξίας από  το Κίεβο λειτουργεί το ουκρανο-αμερικανικό σύμφωνο  για τη συνεκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου της Ουκρανίας. Το οποίο, μολονότι δεν παρέχει  τις  επιζητούμενες από τον κ. Ζελένσκι ρητές εγγυήσεις της ασφάλειας της χώρας του, προβλέπει ωστόσο την «μακροπρόθεσμη στρατηγική ευθυγράμμιση των λαών και κυβερνήσεων» των δύο χωρών και την αμερικανική «υποστήριξη της ασφάλειας» της Ουκρανίας.[24]

Κατά τα άλλα δε, η Ουάσιγκτον επιχειρώντας να επιταχύνει τις βραδυπορούσες διαπραγματεύσεις, απειλεί ότι, εν απουσία προόδου, θα τερματίσει τη διαμεσολάβησή της.[25] Κάτι που, δεδομένης της στρατιωτικής υπεροχής των Ρώσων και της άρνησης των Ευρωπαίων να εμπλακούν ευθέως στον πόλεμο χωρίς τη σύμπραξη των Αμερικανών, ασφαλώς φοβίζει τον κ. Ζελένσκι· ενδέχεται όμως να απεύχεται και ο πρόεδρος Πούτιν, προσβλέποντας στην προβλεπόμενη από τις προαναφερθείσες αμερικανικές ειρηνευτικές προτάσεις εξομάλυνση των ρωσο-αμερικανικών σχέσεων, άρση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, και ενεργειακή συνεργασία των δύο χωρών.[26] Ένα δέλεαρ στο οποίο ο κ. Τραμπ προσέφυγε εκ νέου έναντι του Ρώσου ομολόγου του κατά την τηλεφωνική συνομιλία τους της 19ης Μαΐου. [27]

Κατά τη σύνταξη πάντως του παρόντος, η διαμεσολαβητική δραστηριότητα της Ουάσιγκτον και του προέδρου Τραμπ προσωπικώς συνεχίζεται,  επιτρέποντας την ελπίδα ότι θα οδηγήσει, αν όχι στην επιθυμητή, αλλά ιδιαίτερα δυσεπίτευκτη, ολοκληρωμένη συνθήκη ειρήνης, τουλάχιστον σε μια βιώσιμη κατάπαυση των εχθροπραξιών.

Οι στρατηγικές επιλογές των ΗΠΑ και οι διατλαντικοί δεσμοί

Δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι στρατηγικές επιλογές της προεδρίας Τραμπ, και ενδεχομένως και κάποιες επικοινωνιακές ακρότητες του Αμερικανού προέδρου, έχουν θέσει τους διατλαντικούς δεσμούς και θεσμούς υπό δοκιμασία. Κοινά ωστόσο στρατηγικά και οικονομικά συμφέροντα και κοινές πολιτιστικές αξίες  εξακολουθούν να λειτουργούν ως συνεκτικός κρίκος των  ένθεν και ένθεν του Ατλαντικού εθνών και να διασφαλίζουν, έστω και όχι στον επιθυμητό βαθμό, τη συμπόρευσή τους. Οι προκληθείσες, επί παραδείγματι, από την επιθετική δασμολογική πολιτική της Ουάσιγκτον ευρωαμερικανικές εντάσεις δείχνουν να έχουν κοπάσει χάρις στην εκατέρωθεν επίδειξη   διαπραγματευτικής διάθεσης.[28] Από την άλλη, όμως, η ριζική επανατοποθέτηση της Ουάσιγκτον έναντι του Ουκρανικού και των ρωσο-αμερικανικών σχέσεων γενικότερα δεν παύει να προκαλεί σοβαρούς τριγμούς στις ευρω-αμερικανικές σχέσεις, διχάζοντας συγχρόνως και τον ίδιο τον ευρωπαϊκό χώρο. Όπου ιστορικές μνήμες, γεωπολιτικές και στρατηγικές εκτιμήσεις, κοινωνικο-πολιτικά ιδεολογήματα, και οικονομικοί και ενεργειακοί υπολογισμοί οδηγούν σε σημαντικές διαφοροποιήσεις της τοποθέτησης των κυβερνώντων έναντι των αμερικανικών επιλογών. Με τις Βαλτικές, επί παραδείγματι, χώρες, ιστορικά θύματα του ρωσικού επεκτατισμού, να τάσσονται αναφανδόν υπέρ της αντιμετώπισης της Μόσχας πρωτίστως με την επίδειξη στρατιωτικής πυγμής. Ενώ οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αναζητούν τη χρυσή τομή μεταξύ της προσφυγής σε στρατιωτική πίεση και της διπλωματικής οδού. (Χαρακτηριστική και η υπό το βάρος της Ιστορίας αμφιθυμία των Πολωνών έναντι Ρωσίας και Ουκρανίας.) [29]

Ιδιαίτερο δε ενδιαφέρον εν προκειμένω παρουσιάζει η απόπειρα χρησιμοποίησης του Ουκρανικού ως εφαλτηρίου για την προώθηση της αυτοδύναμης στρατιωτικής Ευρώπης.[30] Με χαρακτηριστικότερες, ίσως, τις πρωτοβουλίες του προέδρου Μακρόν. Ο οποίος, αφού  κατά την έναρξη του πολέμου  επιδίωξε εις μάτην να πρωτοστατήσει, τρόπον τινά ως εκπρόσωπος της Κοινοτικής Ευρώπης, στην  επίτευξη ειρηνικής λύσης, δηλώνει τώρα ότι «η Ρωσία έχει αποβεί και θα παραμείνει απειλή κατά της Γαλλίας και κατά της Ευρώπης», και ότι «ναι, ακόμη μια φορά, η απειλή εκπορεύεται εξ ανατολών». Και, ενώ αναγνωρίζει κατ’ αρχήν τον αποτρεπτικό ρόλο του ΝΑΤΟ και των Ηνωμένων Πολιτειών, τονίζει συγχρόνως ότι «είναι ανάγκη να ενισχύσουμε τη δική μας ικανότητα άμυνας και ασφάλειας. Το μέλλον της Ευρώπης δεν θα αποφασισθεί από τη Ρωσία ή από την Ουάσιγκτον». Και συνάμα επανέρχεται σε παλαιότερη σχετική σκέψη του, προσφέροντας «σε όλους τους Ευρωπαίους συμμάχους» τη γαλλική «αποτρεπτική πυρηνική» κάλυψη.[31]

Οι μεγαλεπήβολες δε αυτές θέσεις του Γάλλου προέδρου βρίσκουν απήχηση σε αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Πάσχουν όμως από διπλό έλλειμα ρεαλισμού. Εν πρώτοις, η υπονοούμενη υποκατάσταση του αμερικανικού πυρηνικού αποτρεπτικού από το γαλλικό ελάχιστα πείθει,  υπό το φως της προφανούς, συντριπτικής υπεροχής του ρωσικού πυρηνικού οπλοστασίου έναντι του γαλλικού, αλλά και των αρνητικών αντιδράσεων που παλαιότερες σχετικές δηλώσεις του κ. Μακρόν  είχαν προκαλέσει στο εσωτερικό της χώρας του.[32] Κατά δεύτερο δε λόγο, το φαινόμενο της δυσλειτουργίας και συχνά παράλυσης της Κοινής Ευρωπαϊκής Αμυντικής Πολιτικής συνεπεία της διατήρησης του κανόνος της ομοφωνίας μοιραίως θα αναπαραχθεί στο πλαίσιο μιας διευρυμένης ευρωπαϊκής αμυντικής σύμπραξης. Σε αντίθεση δε με τα ισχύοντα στο ΝΑΤΟ, όπου η αμερικανική ηγετική παρουσία διασφαλίζει την ομοφωνία επί των μειζόνων, στο υπό συζήτηση νέο ευρωπαϊκό αυτό σχήμα καμία συμμετέχουσα χώρα δεν θα διαθέτει επαρκές κύρος για να ασκήσει αποφασιστική ηγεσία. Ούτε η Γαλλία, παρά τις εμφανείς σχετικές φιλοδοξίες του προέδρου της.  

Κατά τα λοιπά, η ειρήνευση στην Ουκρανία είναι ανέφικτη χωρίς την ενεργό αμερικανική διαμεσολάβηση. Με τις ευρωπαϊκές χώρες να καλούνται να συμβάλουν, κυρίως, στο στάδιο της υλοποίησης ενδεχόμενης ειρηνευτικής συμφωνίας ή έστω επί μέρους ρυθμίσεων. Υπό το πρίσμα δε αυτό, ο συσταθείς τον Μάρτιο του τρέχοντος έτους, με γαλλο-βρετανική πρωτοβουλία, «συνασπισμός των προθύμων» [coalition of the willing], πάρα τις αιχμές κατά των  επιλογών της  Ουάσιγκτον που συνόδευσαν τη συγκρότησή του, θα μπορούσε να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμος. [33]

Υπ’ όψιν, τέλος, ότι και στον απω-ανατολικό χώρο οι ευρωπαϊκές τοποθετήσεις έναντι των αμερικανικών επιλογών μακράν απέχουν του να συμπίπτουν. Ειδικότερα ως προς τις σχέσεις με την  Κίνα – κορυφαίο εμπορικό εταίρο  της ΕΕ στον εισαγωγικό τομέα και δεύτερο στον εξαγωγικό το 2024 – ενώ οι επίσημες ευρω-ενωσιακές θέσεις χαρακτηρίζονται από τη συνήθη, συχνά παραλυτική, ταλάντευση μεταξύ εμπορικών-οικονομικών και γεωπολιτικών-στρατηγικών σκοπιμοτήτων, στην πράξη, άλλα κοινοτικά κράτη-μέλη προτάσσουν τις μεν, άλλα τις δε, και ορισμένα, όπως κατ’ εξοχήν η Γαλλία, επιχειρούν, με περιορισμένη όμως επιτυχία, να τις συνδυάσουν. [34]

Εν κατακλείδι

Η ανάδυση της Κίνας ως ισοδύναμου αμφισβητία της ηγεμονικής θέσης των  ΗΠΑ στο παγκόσμιο στερέωμα και η επί Τραμπ 2 συνακόλουθη αναδιάταξη των γεωπολιτικών και γεωοικονομικών προτεραιοτήτων της Ουάσιγκτον έχουν καταλυτικές επιπτώσεις σε πλανητική κλίμακα.

 

Και στη μεν Ουκρανία, ο πρόεδρος Τραμπ μετέρχεται έναν συνδυασμό απειλών και θετικών κινήτρων έναντι και των δύο αντιπάλων για να τερματίσει τον πόλεμο και να ανοίξει έτσι τον δρόμο προς την αναβάθμιση των ρωσο-αμερικανικών σχέσεων. Μένει δε να φανεί αν η διττή αυτή προσπάθεια θα ευοδωθεί, και εάν ναι, κατά πόσον θα συντείνει στην   επιδιωκόμενη από τον Αμερικανό πρόεδρο χαλάρωση των σινο-ρωσικών δεσμών – ή έστω θα ανακόψει τη σύσφιγξή τους.

 

Στο μεσανατολικό μέτωπο, ο κ. Τραμπ, χωρίς να απεμπολεί την παραδοσιακή αμερικανική στήριξη προς την ασφάλεια του Ισραήλ, στοχεύει στην εξομάλυνση των σχέσεων των ΗΠΑ με τις κύριες επιτόπιες δυνάμεις προκειμένου τα  εκεί στρατιωτικά βάρη της Ουάσιγκτον να περισταλούν. Με τις σχετικές, όμως, προσπάθειές του να προσκρούουν επί του παρόντος στην αβέβαιης έκβασης κλιμάκωση της ισραελο-ιρανικής σύγκρουσης.

 

Ενώ στο πλαίσιο της στρατηγικής του «στροφής προς Ασία», ο Αμερικανός πρόεδρος συνδυάζει τη διαπραγματευτική οικονομική και δασμολογική ευελιξία με τη συστηματική δημιουργία των αναγκαίων για την ανάσχεση της κινεζικής επεκτατικότητας πολιτικο-στρατιωτικών προϋποθέσεων. Παρά δε την τάση του προς «ανταποδοτική» προσέγγιση και ενίοτε
και φραστική απαξίωση των ανά τον κόσμο αμερικανικών συμμαχιών, δεν παύει να τις εργαλειοποιεί κατά δύναμιν – με ιδιαίτερη έμφαση στον Ινδο-Ειρηνικό και στην Ευρώπη.



[1]  Βλ. και σχετική διαπίστωση του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών, JD Vance acknowledges end to uncontested US dominance, TASS Russian News Agency, 24-05-2025

[2] Οι οδηγίες αυτές είδαν το φως της δημοσιότητας στην Washington Post της 29ης Μαρτίου 2025 υπό τον τίτλο Secret Pentagon memo on China, homeland has Heritage fingerprints, αντανακλούν δε πιστά τις απόψεις του προσκείμενου στον πρόεδρο Τραμπ, σημαντικής επιρροής ιδρύματος Heritage Foundation – για τις πλήρεις θέσεις του οποίου, βλ. The Prioritization Imperative: A Strategy to Defend America’s Interests in a More Dangerous World, 01-08-2024.  Για τις αμφισβητήσεις περί το πρόσωπο του κ. Χέγκσεθ, βλ. The Drivers (and Passengers) of Trump’s Foreign Policy, Foreign Policy, 25-04-2025.

[3] Opening Remarks by Secretary of Defense Pete Hegseth at Ukraine Defense Contact Group, U.S. Department of Defense, 12-02-2025 Feb. 12, 2025

[4] Βλ.. Pratnashree Basu, US Defence Strategy in the Indo-Pacific: Hegseth’s Push under Trump 2.0, ORF, 03-04-2025· Hegseth Addresses Indo-Pacom Partnerships During First Trip to Region, U.S. Department of Defense, 26-03-2025· και Trilateral Defense Consultations Ministerial Meeting Joint Statement on Efforts to Deepen Our Defense Cooperation, U.S. Department of Defense, 31-05-2025

[5] Χαρακτηριστική της «ασάφειας» αυτής είναι και η ακόλουθη δήλωση του Αμερικανού υπουργού άμυνας: «Θα είμαι ξεκάθαρος: Οποιαδήποτε απόπειρα της Κομμουνιστικής Κίνας να κατακτήσει την Ταϊβάν θα έχει καταστροφικές συνέπειες για τον Ινδο-Ειρηνικό και τον κόσμο. Δεν πρόκειται να το χρυσώσουμε. [We are not going to sugarcoat it] » Βλ. Remarks by Secretary of Defense Pete Hegseth at the 2025 Shangri-La Dialogue in Singapore, U.S. Department of Defense, 31-05-2025

[6] Βλ. NATO ministers back defense spending increase, DW, 05-06-2025

[7] Lily Lynch, Trump’s Syrian gamble. America is looking for an exit plan, UnHerd, 15-05-2025

[8] Qatari cybertrucks, elite camels and trillion-dollar vows: Why Gulf countries are going all out for Trump’s visit, CNBC, 16-05-2025

[9] David Ignatius, Tehran gets a taste of Trump the dealmaker, Washington Post, 08-04-2025

[10] Για μια αναλυτική παρουσίαση του θέματος από προοδευτική ισραηλινή σκοπιά, βλ. Lazar Berman, Eager for political wins, Trump was never going to wait around for Israel.  The Times of Israel, 18-05-2025. Επίσης,  Carrie Keller-Lynn, Trump Surprised and Sidelined Israel Ahead of Landmark Middle East Trip, The Wall Street Journal, 13-05-2025  

[11] Βλ. ενδεικτικώς: ‘We fight or we die’: How days of frantic diplomacy and dire warnings culminated with Israel’s attack on Iran, CNN, 14-06-2025 · US not related to latest attack of Iran by Israel — Trump, Tass Russian News Agency, 15-06-2025· Kevin Liptak, Trump didn’t want Israel to strike. They did it anyway, CNN, 13-06-2025· και  Israel Appears Ready to Attack Iran, Officials in U.S. and Europe Say, The New York Times, 11-06-2025·                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                         

[12] Βλ. Kurt M. Cambell και Rush Doshi, Underestimating China, Foreign Affairs, τεύχος Μαΐου - Ιουνίου 2025.

[13] Bλ. Agathe Demarais, Trump Can’t Force a Global Decoupling From China, Foreign Policy, 25-04-2025, και Zongyuan Zoe Liu, How China Armed Itself for the Trade War, Foreign Affairs, 29-04-2025. Επίσης, U.S. and China Agree to Temporarily Slash Tariffs in Bid to Defuse Trade War, New York Times, 12-05-2025· Trump and Xi hold long-awaited trade call, CNN 05-06-2025·  και Trump says US-China deal 'is done', BBC, 11-06-2025. Και για προσεγγίσεις από κινεζικής σκοπιάς, βλ. Massoud Amin, What US-China standoff means for the world, China Daily, 06-06-2025 · και Zhang Yunbi, Sino-US talks expected to help build up consensus, China Daily, 09-06-2025

[14] Global Firepower, Defense Budget by Country (2025), https://www.globalfirepower.com/defense-spending-budget.php

[16] Βλ. ως άνω άρθρο των Kurt M. Cambell και Rush Doshi. Για τους σινο-αμερικανικούς συσχετισμούς στρατιωτικής ισχύος με έμφαση στον Ινδο-Ειρηνικό, βλ.Andrew S. Lim and James D. Fearon, The Conventional  Balance of Terror, America Needs a New Triad to Restore Its Eroding Deterrence, Foreign Affairs, τεύχος Μαΐου – Ιουνίου 2025. Βλ. επίσης, America Let Its Military-Industrial Might Wither. China’s Is Booming, The Wall Street Journal, 29-05-2025

[17] Paul McLeary, Pentagon report: China to build 1,000 nukes by 2030, POLITICO, 18-12-2024

[18] Didi Krsten Tatlow και John Feng, How China’s Military is Quietly Gaining Control of the Pacific, Newsweek, 15-04-2025.      

[19] Ship Wars: Confronting China’s Dual-Use Shipbuilding Empire, CSIS, 11-04-2025 · Ganache, China and the BRI Ten Years on: Geopolitics and Development, Centre For Regional Integration, 21-10-2024·  και για την προβολή από τον πρόεδρο Σι προσωπικώς τωνασιατικών αξιών της ειρήνης, συνεργασίας, ανεκτικότητας και συμμετοχικότητας”, President Xi Jinping Holds Talks with the Malaysian Prime Minister Anwar Ibrahim, Ministry of Foreign Affairs, The People’s Republic of China, 16-04-2025,

[20] Bonny Lin, John Culver, και Brian Hart, The Risk of War in the Taiwan Strait Is High—and Getting Higher, Foreign Affairs This Week, 16-05-2025

[21] Για μια επιβεβαίωση της ανάγνωσης αυτής της αμερικανικής στρατηγικής από δύο αντίθετες ως προς το πρακτέον σκοπιές, βλ. Garrett Campbell, The Trump Administration’s Pursuit of a Sino-Russian Schism, Foreign Policy Research Institute, 10-04-2025, και Mark Episkopos, Splitting Russia From China Is Possible—and Vital, The American Conservative, 09-04-2025

[22] Για τις ρωσικές διεκδικήσεις, βλ. Highlights from Lavrov's statements on new round of talks with Kiev, Russia's demands, Tass News Agency, 28-05-2025. Επίσης,  Map shows how much territory Russia has gained and lost in Ukraine since 2014, msn, 17-02-2025

[23] Trump to let Putin keep land seized from Ukraine, The Telegraph, 22-04-2025. Σε σχέση με την ευρωενωσιακή προοπτική της Ουκρανίας, βλ. Dimitar Bechev, The Key to Ukraine’s Future Lies in Europe, Carnegie Politika, 20-05-m2025

[24] Liliza Rzheutska, What are the benefits of the minerals deal with the US? DW, 02-05-2025, και The full text of the US, Ukraine minerals agreement, The Kyiv Independent, 01-05-2025

[25] US threatens to end mediation if Russia, Ukraine fail to offer 'concrete proposals', FRANCE 24, 30-04-2025

[26] Προβλέπονται στο άρθρο 7 των εν λόγω αμερικανικών ειρηνευτικών προτάσεων. Σε σχέση με το συναφώς διαμορφούμενο κλίμα στις ρωσο-αμερικανικές σχέσεις, βλ. US, Russia explore ways to restore Russian gas flows to Europe, sources say, Reuters, 08-05-2025 · για πληροφορίες για τις ρωσικές στοχεύσεις, Guy Faulconbridge, Exclusive: Putin's demands for peace include an end to NATO enlargement, sources say,  Reuters, 28-05-2025                                                                                                                                                                         

[27] Βλ. Τηλεφώνημα Πούτιν-Τραμπ: Θετικά μηνύματα και στο βάθοςσύνοδος,  NEWS 24’7, 19-05-2025 · και Trump says Putin call went ‘very well’ and suggests talks between Russia and Ukraine will start ‘immediately’, Independent, 19-05-2025

[28] Βλ. EU sees 'new impetus' in US trade talks, businesses worry over uncertainty, Reuters, 26- 05-2025·  και US and Europe insist tariff negotiations are making progress, Le Monde, 05-06-2025

[29] Βλ ενδεικτικώς: Janusz Bugajski, Poland Prepares for Direct War with Russia, Eurasia Daily Monitor, Volume: 22 Issue: The Jamestown Foundation, 04-04-2025· και Andrew Korybko, Ukraine’s Response To The Sejm’s Volhynia Genocide Remembrance Bill Infuriated Poles, https://korybko.substack.com/

[30] European Council conclusions on European defense, European Council of the European Union, 06-03-2025·  και Introducing the White Paper for European Defence and the ReArm Europe Plan- Readiness 2030, European Commission, 12-03-2025

[31] Transcript of President Emmanuel Macron’s Speech Calling For Major European Rearmament, The Singju Post, 06-03-2025

[32] Théophane Hartmann, Macron is under fire for proposing an ‘open debate’ on nuclear deterrence, EURACTIV.fr, 29-04-2024

[33] Roger Cohen, Europe’s Armies Review a Peacekeeping Role in Ukraine, The New York Times, 11-03-2025

[34] Alicia García-Herrero και Abigaël Vasselier, Updating the EU strategy on China: co-existence while derisking through partnerships, Bruegel, 31-10-2024, https://www.bruegel.org/policy-brief/updating-eu-strategy-china-co-existence-while-derisking-through-partnerships . Για το τρίγωνο ΗΠΑ- ΕΕ-Κϊνα  βλ. Trump is pushing the EU and China closer. Is this a full reset, or just strategic readjustment? The Conversation, 15-05-2025· και Heidi Crebo-Rediker και Liana Fix, Europe Doesn’t Have a China Card. Détente With Beijing Would Be a Disaster, Foreign Affairs, 05-06-2025 Ενώ σύμφωνα με το ρωσικό πρακτορείο Tass, στον Ινδο-Ειρηνικό ο  Γάλλος πρόεδρος Μακρόν αναζητεί «τον τρίτο δρόμο» μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας. Βλ. France strives to restore influence in Asia, https://tass.com/pressreview/1963797 .