Thursday, September 22, 2022

ΕΜΒΑΘΥΝΣΗ, ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ ΚΑΙ ΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ

Προδημοσίευση άρθρου από το τεύχος 141 των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ).

Εισαγωγή

Στον Χένρι Κίσινγκερ αποδίδεται – ανακριβώς, κατά δήλωσή του – το ερώτημα: «σε ποιον τηλεφωνώ όταν θέλω να επικοινωνήσω με την Ευρώπη;».[1]  Ερώτημα υψηλού κατά τα λοιπά συμβολισμού, καθότι υποδηλώνει τη δομική πολυφωνία και τη συνακόλουθη δυσλειτουργία της Κοινοτικής Ευρώπης. Και ναι μεν η ουκρανική κρίση έχει καταστήσει ιδιαιτέρως αισθητά τα κοινοτικά οργανωτικά κενά και την ανάγκη κάλυψής τους, τις σχετικές όμως προσπάθειες περιπλέκει το συμφυές με την ευρωπαϊκή οικοδόμηση διττό πρόταγμα της εμβάθυνσης και διεύρυνσης. Με τις δύο κρίσιμες γεωπολιτικώς και οικονομικώς, αλλά εν δυνάμει αντιφατικές αυτές διαστάσεις του ευρωπαϊκού εγχειρήματος να συναρτώνται στενά και με τους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων στους κοινοτικούς κόλπους.  

 Α' Από την ΕΟΚ στην απόρριψη του Ευρωπαϊκού Συντάγματος

Ο αρχικός μεταπολεμικός στόχος των ευρωπαϊστών, ήτοι η άμεση σύσταση μιας πανευρωπαϊκής ομοσπονδίας, καθιστούσε το δίλλημα εμβάθυνση ή διεύρυνση άνευ αντικειμένου. Απεδείχθη όμως ανέφικτος. Το Συμβούλιο της Ευρώπης, επί παραδείγματι, αντί, όπως αρκετοί είχαν ελπίσει, να αποτελέσει το πρόπλασμα ενός ομοσπονδιακού φορέα, ταχέως μετετράπη – εκφυλίσθηκε, θα μπορούσε να πει κανείς από τη συγκεκριμένη σκοπιά – σε ευρωπαϊκό ΟΗΕ. Υπό το φως δε του ναυαγίου αυτού, οι υπέρμαχοι της ευρωπαϊκής ενοποίησης υιοθέτησαν τη λεγόμενη «λειτουργική» προσέγγιση: τη θεσμοθέτηση της κατά τομείς σύμπραξη των πληρούντων τα συναφή κριτήρια κρατών. Και οι μεν  σχετικές πρωτοβουλίες στον αμυντικό και πολιτικό τομέα εξέπνευσαν εν τη γενέσει τους, με τη Γαλλική Εθνοσυνέλευση να καταψηφίζει την πρόταση συγκρότησης μιας «Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας», συμπαρασύροντας και την υπό διαβούλευση «Ευρωπαϊκή Πολιτική Κοινότητα». Παράλληλη όμως και ανάλογη προσπάθεια στον οικονομικό τομέα απέδωσε αγλαούς καρπούς υπό τη μορφή της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας. Η οποία μάλιστα λειτούργησε εν συνεχεία και ως  εφαλτήριο για την εκ νέου – αν  και άκαρπη μέχρι στιγμής – επιδίωξη της «μεγάλης Ευρώπης».

Αρχής γενομένης με την ίδρυση στο Μάαστριχτ το 1992 μιας Ευρωπαϊκής Κοινότητας με ευρύτατες σε διακηρυκτικό επίπεδο αρμοδιότητες – χωρίς ωστόσο να θεσμοθετηθούν τα απαιτούμενα για την αποτελεσματική άσκησή τους μέσα. Με επακόλουθο λίαν άνισες κατά τομέα κοινοτικές επιδόσεις, καθώς και την επίσης άνιση συμβολή των εταίρων στις σχετικές δραστηριότητες  -  δηλαδή ένα πρόπλασμα της λεγόμενης Ευρώπης των πολλαπλών ταχυτήτων. Υπό τις θεσμικές δε αυτές συνθήκες, προωθήθηκε μεν η διαμόρφωση της εσωτερικής κοινής αγοράς και άνοιξε ο δρόμος για τη δημιουργία της νομισματικής ένωσης, η πανηγυρικώς όμως θεσπισθείσα «Κοινή Ευρωπαϊκή Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας» παρέμεινε εν πολλοίς νεκρό γράμμα.  

Ενώ ιδιαίτερα απογοητευτική υπό φιλοευρωπαϊκό πρίσμα υπήρξε η απόρριψη το 2005 από τους Γάλλους και Ολλανδούς ψηφοφόρους του ευθέως ομοσπονδιακής υφής σχεδίου Ευρωπαϊκού Συντάγματος. Είναι δε αποκαλυπτικό των κοινοτικών αντανακλαστικών ότι, αντί κατόπιν τούτου οι προσπάθειες για την εμβάθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αυξηθούν, απλώς συνεχίσθηκε, δίκην φυγής προς τα εμπρός, η διεύρυνσή της. Με την επακολουθήσασα αύξηση στους κοινοτικούς κόλπους της γεωπολιτικής και οικονομικής ανομοιογένειας να αποκλείει πλέον αντικειμενικώς την πραγμάτωση του ομοσπονδιακού ιδεώδους στο σύνολο του κοινοτικού χώρου.

Κατά τα άλλα, από την ευρωενωσιακή αυτή προϊστορία προκύπτει σαφώς ότι τα κράτη-μέλη ευκολότερα θυσιάζουν κυριαρχικά δικαιώματα στους τομείς της οικονομικής και γενικότερα της εσωτερικής πολιτικής παρότι σε εκείνους της εξωτερικής και αμυντικής˙  και ότι, στον βαθμό που οι λήψη των κρίσιμων αποφάσεων στους τελευταίους διέπεται από τον κανόνα  της ομοφωνίας, οι άνευ ετέρου διευρύνσεις της ΕΕ επιδρούν ανασταλτικά στη λειτουργία της – ενισχύοντας έτσι και την τροπή προς την Ευρώπη των πολλαπλών ταχυτήτων.  

Β’ Το ουκρανικό, οι  κοινοτικές αδυναμίες και οι προτάσεις Μακρόν

Οι κοινοτικές αυτές αδυναμίες αναδείχθηκαν θεαματικά επ’ ευκαιρία της ουκρανικής κρίσης. Τη διαχείριση της οποίας ανέλαβε από την πρώτη στιγμή, εκ των πραγμάτων, το ΝΑΤΟ – με τις Ηνωμένες Πολιτείες στο τιμόνι, και με τους εντός και εκτός ατλαντικής συμμαχίας Ευρωπαίους σε ρόλο επικουρικό. Η σχετική δε αυτή περιθωριοποίηση του κοινοτικού παράγοντα δεν αντανακλά μόνο τον – καθοριστικό – ρόλο της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, αλλά και τις διαφοροποιήσεις και διαφωνίες στους κόλπους της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίες, υπό τους ισχύοντες κανόνες λήψης αποφάσεων, ορθώνουν συχνά ανυπέρβλητα εμπόδια στην έγκαιρη και ουσιαστική δραστηριοποίησή της.  

Διχογνωμίες σημειώνονται βέβαια και στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ. Όπου όμως, σε ό,τι αφορά στα μεγάλα και κρίσιμα, υπερισχύει κατά κανόνα η βούληση των ΗΠΑ. Ενώ, αντιθέτως, στην Ευρωπαϊκή Ένωση η ως επί το πολύ επικράτηση του ελάχιστου κοινού παρανομαστή τείνει να οδηγήσει σε  στρατηγική αδράνεια. Χαρακτηριστικός ο επί του παρόντος αδιέξοδος χειρισμός της ευρωενωσιακής διεύρυνσης. Με ορισμένα κράτη-μέλη, έχοντα ως αποκλειστικό γνώμονα την αντιπαράθεση με τη Ρωσία, να πιέζουν για την άμεση και κατά παράβαση των θεσμοθετημένων προϋποθέσεων κοινοτική διεύρυνση προς Ανατολάς. Και με τους κηδόμενους του μέλλοντος της Ευρωπαϊκής Ένωσης εταίρους να αναζητούν τη χρυσή τομή μεταξύ της σηματοδότησης της αναγκαίας πανευρωπαϊκής συμπαράστασης στις ιδιαίτερα εκτεθειμένες στις ρωσικές πιέσεις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και της διασφάλισης της συνοχής και αποτελεσματικότητας της ΕΕ.

Σημειωτέον ότι τις πλέον επεξεργασμένες και καινοτόμους προτάσεις για την ισόρροπη μεθόδευση του διευρυντικού  εγχειρήματος έχει κατά καιρούς θέσει επί κοινοτικού τάπητος ο Γάλλος πρόεδρος. Ο οποίος, επί τη βάσει του σκεπτικού ότι «[η] Ευρωπαϊκή Ένωση, λαμβανομένου υπόψιν του επιπέδου της συσσωμάτωσής της και των φιλοδοξιών της, δεν νοείται, βραχυπρόθεσμα, να είναι ο μόνος τρόπος δόμησης της ευρωπαϊκής ηπείρου», εισηγείται μεταξύ άλλων: [2]

* Την προώθηση της – ήδη εν σπέρματι ενυπάρχουσας στην Ευρωζώνη και στη Συνθήκη Σένγκεν – «Ευρώπη των πολλαπλών ταχυτήτων».

* Τη γενίκευση της «ειδικής πλειοψηφίας» εις βάρος της παραλυτικής ομοφωνίας.[3]

* Τη συγκρότηση ενός ευρύτερου, αλλά χαλαρότερου ευρωπαϊκού σχήματος προτείνει να ονομασθεί «Ευρωπαϊκή Πολιτική Κοινότητα» – παρέχοντος το θεσμικό πλαίσιο για μια πολύπλευρη συνεργασία των κοινοτικών εταίρων με ευρωπαϊκές χώρες εκτός ΕΕ, συμμεριζόμενες μεν «τις κοινές θεμελιώδεις ευρωπαϊκές αξίες», αλλά χωρίς προοπτική κοινοτικής ένταξης, τουλάχιστον προ της παρόδου μακρού χρονικού διαστήματος˙ με την Ουκρανία και ορισμένες χώρες των Δυτικών Βαλκανίων να εμπίπτουν στην τελευταία αυτή κατηγορία.

* Και, για να υλοποιηθούν οι ως άνω θεσμικές τομές, την αναθεώρηση των ευρωενωσιακών συνθηκών – αν και, κατά μία άποψη, οι μεταρρυθμίσεις αυτές δεν είναι ανέφικτες και υπό το ισχύον συμβατικό καθεστώς.

Το ριζοσπαστικό όμως αυτό πρόγραμμα διχάζει τους κοινοτικούς εταίρους. Το εν τρίτο των οποίων έχουν ήδη καταστήσει εμφανή την απορριπτική τους διάθεση, διαμηνύοντας γραπτώς την αντίθεσή τους «σε απερίσκεπτες και πρόωρες απόπειρες δρομολόγησης της αναθεώρησης των [ευρωπαϊκών] συνθηκών». [4] Ενώ, από την άλλη, έξι από τα ιδρυτικά κράτη-μέλη της Γερμανίας περιλαμβανομένης το στηρίζουν. [5]

Κατά τα λοιπά, πολλά εξαρτώνται από τη δυνατότητα του  προέδρου Μακρόν να αναλάβει τον ηγετικό ευρωπαϊκό ρόλο που κανείς άλλος δεν είναι σε θέση να επωμισθεί. Υπό το πρίσμα δε αυτό, η απώλεια από το κόμμα του «Η Δημοκρατία Προχωρά Μπροστά» της απόλυτης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας κατά τις πρόσφατες εκλογές προβληματίζει. Διότι παρά τις ευρείες αρμοδιότητες που ο Γάλλος πρόεδρος διαθέτει εκ του συντάγματος στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής και της άμυνας, η σύμπλευση της Εθνοσυνέλευσης είναι ενίοτε κρίσιμης σημασίας για την προώθηση του σχετικού προγράμματός του. Ενώ – το και κυριότερο – η ικανότητά του να υλοποιήσει την εσωτερική του ατζέντα επηρεάζει αναπόφευκτα και το κύρος του στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Όπως προκύπτει και από τις αρνητικές επιπτώσεις στη διεθνή εικόνα της Γερμανίας και της Ιταλίας των κυβερνητικών δυσλειτουργιών τους.

Γ’ Η ΕΕ στο υπό διαμόρφωση παγκόσμιο σύστημα

Σχεδόν βέβαιο πάντως είναι, ότι μόνο ανασυγκροτούμενη προς την  υποδεικνυόμενη από τον Γάλλο πρόεδρο κατεύθυνση η Ευρωπαϊκή Ένωση θα κατορθώσει να υπερβεί τη στρατηγική της δυσκαμψία και να διαχειρισθεί αποτελεσματικά, ως ενιαίος φορέας και επ’ ωφελεία πρωτίστως των μελών της, τις πολλαπλές γεωπολιτικές προκλήσεις της εποχής μας. Οι κρισιμότερες των οποίων προκύπτουν στην Ευρασία, στον Ινδικό-Ειρηνικό και στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Μολονότι δε σε όλους τους γεωπολιτικούς αυτούς χώρους οι κοινοτικοί Ευρωπαίοι έχουν προφανές συμφέρον να συμπράττουν με την αμερικανική υπερδύναμη, ο βαθμός και η φύση της σύμπραξης αυτής συναρτώνται κατ’ ανάγκην, τόσο με το βάρος του εκάστοτε ευρωπαϊκού διακυβεύματος, όσο και με τις δυνατότητες ουσιαστικής παρέμβασης – στρατιωτικής, οικονομικής, διπλωματικής, επικοινωνιακής – της ΕΕ. Και επομένως ποικίλουν κατά περίπτωση.

Ευρωρωσικά

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία είχε ως άμεσο επακόλουθο την ευρωαμερικανική συσπείρωση. Ενδεικτική η στάση του Γάλλου προέδρου, ήτοι του Ευρωπαίου ηγέτη του πλέον ίσως ανοικτού κατά το παρελθόν σε μια πολύπλευρη συνεργασία με τη Μόσχα. Ο οποίος – ιδίως μετά τον διαπραγματευτικό εμπαιγμό του από τον πρόεδρο Πούτιν – στήριξε αναφανδόν την από κοινού εντός και εκτός ΝΑΤΟ αντίδραση των δύο πλευρών του Ατλαντικού. (Η «Ευρώπη από τον Ατλαντικό στα Ουράλια» που ευαγγελίσθηκε ο στρατηγός ντε Γκολ και φέρεται να εμπνέει σε κάποιο βαθμό και τον πρόεδρο Μακρόν παραμένει επί του παρόντος στα αζήτητα…)  

Παρά ταύτα όμως, οι  δριμείες οικονομικές και γεωπολιτικές επιπτώσεις της ουκρανικής κρίσης στο ευρωπαϊκό σκέλος του ευρωατλαντικού κόσμου, σε αντιδιαστολή με τις ηπιότερες στο αμερικανικό, συνηγορούν υπέρ της διαμόρφωσης έναντι της Ρωσίας μιας διακριτής – συμπληρωματικής και ασφαλώς όχι ανταγωνιστικής εκείνης του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ – ευρωενωσιακής στρατηγικής. Επικεντρωμένης πρωτίστως στη διλημματική επιλογή μεταξύ της εκτόνωσης της δυτικής αντιπαράθεσης με τη Μόσχα μέσω μιας ρεαλιστικής, και άρα συμβιβαστικής, επίλυσης του Ουκρανικού, και της επιδίωξης της μέσω της παράτασης των εχθροπραξιών φθοράς και τελικώς ανατροπής του ρωσικού καθεστώτος – με πιθανή απόληξη στη δεύτερη περίπτωση έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο συνεπαγόμενο και τον κίνδυνο εκτροπής του προς θερμό.

Ένα ιδιαίτερα δε από ευρωπαϊκής σκοπιάς ανησυχητικό υποπροϊόν της ρωσικής εισβολής είναι η προώθηση της από καιρό ήδη διαγραφόμενης στρατηγικής προσέγγισης Ρωσίας και Κίνας – παρά τη διαχρονική αμοιβαία σινο-ρωσική καχυποψία και υποβόσκουσα αντιπαλότητα.[6] Ενώ την Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να θορυβεί και η τάση πλειόνων χωρών του λεγόμενου «Παγκόσμιου Νότου» [Global South], μεταξύ των οποίων και προσκείμενες κατ’ αρχήν στη Δύση, να τηρήσουν προσεκτικές ισορροπίες μεταξύ του ευρωατλαντικού και του διαφαινόμενου σινορωσικού γεωπολιτικού πόλου.[7]

Σινοευρωπαϊκά

Πηγή ωστόσο ευρωενωσιακού προβληματισμού αποτελεί και η ραγδαία ισχυροποίηση και γεωπολιτική και γεωοικονομική αναβάθμιση της Κίνας γενικότερα. Καθώς οι κοινοτικοί Ευρωπαίοι, αφενός μεν αποβλέπουν στη συνέχιση της εκτεταμένης οικονομικής συνεργασίας τους με το Πεκίνο – μεταξύ άλλων, τον κυριότερο από διετίας εταίρο τους στο εμπόριο αγαθών –, αφετέρου όμως ανησυχούν για τη συστηματική χρησιμοποίηση από την κινεζική ηγεσία της οικονομίας ως μοχλού άσκησης γεωπολιτικής επιρροής˙ και γενικότερα αντιλαμβάνονται ότι έχουν ζωτικό συμφέρον η οξυνόμενη αντιπαράθεση μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ – κατά πολλούς η καθοριστική γεωπολιτική αναμέτρηση των καιρών – να μην κριθεί υπέρ της κινεζικής πλευράς.  

Εν τούτοις η χάραξη έναντι της ΛΔΚ μιας κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής μη περιορισμένης στη διακήρυξη ευσεβών γενικοτήτων του τύπου «σεβασμός των ανθρώπινων δικαιωμάτων»  ή «τήρηση του διεθνούς δικαίου», μολονότι ενδείκνυται, αποδεικνύεται δυσεπίτευκτη.[8] Εν μέρει διότι το κύριο βάρος, και όλως ειδικότερα το στρατιωτικό, της αποτροπής της κινεζικής επεκτατικότητας στον Ινδικό-Ειρηνικό – ήτοι στον κύριο χώρο εκδήλωσής της – φέρουν οι Αμερικανοί στηριζόμενοι από τους εκεί συμμάχους και εταίρους των, Ιάπωνες, Νοτιοκορεάτες, Αυστραλούς, και άλλους. Με τους κοινοτικούς Ευρωπαίους, στο μέτρο που εμπλέκονται, να περιορίζονται ως επί το πολύ σε ρόλο επικουρικό της αμερικανικής πολιτικής – και περιπλεκόμενο από τις εκάστοτε στροφές της˙ όπως μαρτυρούν και οι ευρωπαϊκές ανησυχίες για την απότομη όξυνση των σινοαμερικανικών σχέσεων εξαιτίας της επίσκεψης της προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων Πελόζι στην Ταϊβάν.[9]  

Κατά λοιπά, οι περισσότερες κοινοτικές κυβερνήσεις τείνουν να προσεγγίσουν τις σινοευρωπαϊκές σχέσεις με στενά εμπορικά κριτήρια.[10] Το μόνο δε κράτος-μέλος με σημαντική εδαφική, δημογραφική και στρατιωτική παρουσία στην περιοχή και ως εκ τούτου και με διακριτή γεωπολιτική τοποθέτηση έναντι των εκεί πραγμάτων, η Γαλλία – ο πρόεδρος της οποίας, επί παραδείγματι, από τη μια μεν, επιβεβαίωνε προσφάτως την κοινότητα αξιών της χώρας του  με τις ΗΠΑ, από την άλλη όμως, απέτρεπε τον «συνασπισμό όλων κατά της Κίνας» ως «αντιπαραγωγικό»  – ενεργεί σε εθνική βάση, και, παρά κάποιες προσπάθειες ευρωενωσιακού συντονισμού, χωρίς ουσιαστική συνάρτηση με μια ευρωπαϊκή στρατηγική. [11]

ΕΕ και Ευρύτερη Μέση Ανατολή

Πολύ ουσιαστικότερη είναι η παρουσία της Κοινοτικής Ευρώπης στην  Ευρύτερη Μέση Ανατολή. Εν πρώτοις, λόγω γεωγραφικής γειτνίασης και των επιπτώσεων των εκεί διεργασιών στα ευρωπαϊκά οικονομικά, ενεργειακά και γεωπολιτικά συμφέροντα και στην ασφάλεια των εκτεθειμένων σε μεταναστευτική πίεση εξωτερικών κοινοτικών συνόρων. Δεύτερον, ως συνέπεια των πολλαπλών δεσμών, τόσο των θετικών, όσο και των προβληματικών, που κληροδότησε η αποικιακή προϊστορία ορισμένων κοινοτικών εταίρων. Και, τέλος, προκειμένου να αντιμετωπισθεί η διείσδυση των μεγάλων δυνάμεων Ρωσία και Κίνα και των περιφερειακών Ιράν και Τουρκία˙ να καταπολεμηθούν οι πάντοτε παρούσες τρομοκρατικές ισλαμικές οργανώσεις˙ και να καλυφθεί στο μέτρο του δυνατού το γεωπολιτικό κενό που – παρά τις εκάστοτε καθησυχαστικές αμερικανικές διαβεβαιώσεις – τείνει να προκύψει από τη στροφή της Ουάσιγκτον προς Ινδικό-Ειρηνικό.

Παρά ταύτα, η δραστηριοποίηση των κοινοτικών Ευρωπαίων φέρει και εδώ περισσότερο τη σφραγίδα των εθνικών τους επιλογών παρά εκείνη μιας κοινής ενωσιακής πολιτικής. Σημειωτέον ότι το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο – η  Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας (ΚΠΑΑ),  ο Ύπατος Εκπρόσωπος της Ένωσης για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ), ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άμυνας (ΕΟΑ), και άλλοι συναφείς βαρύγδουποι θεσμοί – θεωρητικώς προσφέρει στα κράτη-μέλη ουκ ολίγες δυνατότητες ανάληψης κοινής δράσης. Και όντως, όταν πρόκειται για τη χρήση «ήπιας» ισχύος, κυρίως διπλωματικής και επικοινωνιακής, είτε στην υπηρεσία του ενωσιακού ευχολογίου περί προαγωγής της δημοκρατίας κλπ., είτε προς στήριξη της ειρηνικής επίλυσης ορισμένων ευρύτερου ενδιαφέροντος διεθνοπολιτικών προβλημάτων, όπως το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης ή το Παλαιστινιακό, η ΕΕ δίνει συχνά το συλλογικό της παρών. Προκειμένου όμως για περιφερειακές κρίσεις έναντι των οποίων οι τοποθετήσεις των εταίρων διίστανται, ο κανόνας της ομοφωνίας παρεμβάλλει αποφασιστικά εμπόδια στην από κοινού χάραξη – πέραν εικονικών συναινέσεων επικοινωνιακής σκοπιμότητας – μιας αποτελεσματικής κοινής γραμμής. Παράδειγμα η διαχρονική  διένεξη Γάλλων και Ιταλών περί το Λιβυκό στο πλαίσιο ενός ευρύτερου ανταγωνισμού τους για την μεσογειακή πρωτοκαθεδρία˙ και η ισχνή, με εξαίρεση την προσφυγική της πτυχή, κοινοτική συμμετοχή στον χειρισμό του Συριακού – για την αρχική, τραγική τροπή του οποίου μάλιστα συγκεκριμένες κοινοτικές πρωτεύουσες δεν είναι άμοιρες ευθυνών.[12]

Ενώ ιδιαίτερα δυσχερής λόγω  κανόνος ομοφωνίας αποδεικνύεται η προσφυγή της ΕΕ σε στρατιωτικά μέσα.[13] Ως εκ τούτου δε οι κυριότερες ευρωπαϊκές στρατιωτικές αποστολές και επιχειρήσεις στον ευρύτερο μεσανατολικό χώρο, παρά τις όποιες επικοινωνιακής υφής αναφορές σε κοινοτικές αρχές και επιδιώξεις και έστω και αν συνεπάγονται συμπράξεις μεταξύ κοινοτικών εταίρων, διεξάγονται ουσιαστικά εκτός ενωσιακών μηχανισμών και υπηρετούν εθνικές κυρίως σκοπιμότητες. Χαρακτηριστική περίπτωση οι στρατιωτικές επεμβάσεις της Γαλλίας στην ιδιαίτερου  εθνικού της ενδιαφέροντος ζώνη του Σαχέλ. 

ΕΕ και Τουρκία

Με την προοπτική της πλήρους τουρκικής κοινοτικής ένταξης σκοτεινότερη παρά ποτέ, η Άγκυρα  αξιοποιεί την παγκόσμια γεωπολιτική συγκυρία για να διαμορφώσει ένα εναλλακτικό πλαίσιο ευρωτουρκικών  σχέσεων – από τη σκοπιά μάλιστα του προέδρου Ερντογάν ενδεχομένως ελκυστικότερο από το ενταξιακό, για λόγους τόσο θρησκευτικούς όσο και εσωτερικής διακυβέρνησης. Και όπως όλα δείχνουν, η υπό εκκόλαψη αυτή τουρκική στρατηγική προτάσσει: την οικονομική συνεργασία με την ΕΕ – τον σημαντικότερο διεθνή οικονομικό εταίρο της Τουρκίας˙ τη διαχείριση του προσφυγικού, με ιδιαίτερη έμφαση στη συριακή του συνιστώσα˙ και την άρση των υφιστάμενων ή την αποτροπή τυχόν μελλοντικών αντιτουρκικών κυρώσεων. Μολονότι δε δρομολογημένη από τινος ήδη χρόνου, η στρατηγική αυτή αναθεώρηση δέχεται ισχυρή ώθηση από τις εξελίξεις περί το Ουκρανικό. Με τις κατ’ εξοχήν ανήσυχες για τις επιπτώσεις του πολέμου μεγάλες κοινοτικές πρωτεύουσες Παρίσι, Βερολίνο, Ρώμη και Μαδρίτη, στις οποίες ευνοήτως επικεντρώνεται και η προσοχή της Άγκυρας, να καλωσορίζουν τον διαμεσολαβητικό ρόλο της τελευταίας αυτής μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών – μεταξύ άλλων στη διαπραγμάτευση για την εξαγωγή των ουκρανικών σιτηρών.[14]

Όλως δε ιδιαίτερο ενδιαφέρον εν προκειμένω παρουσιάζει η τροπή των γαλλο-τουρκικών σχέσεων. Οι οποίες, επί ξυρού ακμής μέχρι πρόσφατα, με τον πρόεδρο Μακρόν να αντιμετωπίζει τις τουρκικές περιφερειακές φιλοδοξίες ως προκλητική αμφισβήτηση της προεξάρχουσας  θέσης της Γαλλίας στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, χάρις στο διαμορφούμενο υπό το κράτος του Ουκρανικού γεωπολιτικό κλίμα σημειώνουν αισθητή – αν και όχι απαλλαγμένη οπισθοδρομήσεων – βελτίωση.[15] Ενώ θετικό αντίκτυπο στις σχέσεις της Τουρκίας με τον ευρωενωσιακό χώρο έχουν και οι γέφυρες που, για γενικότερους λόγους, ο πρόεδρος Ερντογάν ρίχνει προς φιλοδυτικές μεσανατολικές δυνάμεις, όπως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Αίγυπτος και, κυριότατα, το Ισραήλ. (Πρόκειται για μια παράμετρο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής άξια ιδιαίτερης προσοχής από ελληνικής πλευράς.) [16]

Μια αξιοπρόσεκτη, τέλος, πτυχή της ευρωπαϊκής στρατηγικής της Άγκυρας είναι η  προτίμηση για τις διμερείς με τα επί μέρους κράτη-μέλη διαπραγματεύσεις έναντι των πολυμερών.  Και τούτο διότι, ενώ οι πρώτες διεξάγονται κατά κανόνα με γεωπολιτικά και οικονομικά εκατέρωθεν κριτήρια, οι πολυμερείς παρέχουν έδαφος για την από κοινοτικής πλευράς ενοχλητική για την τουρκική επίκληση αρχών και αξιών. Αξίζει ωστόσο να επισημανθεί ότι, παρά ταύτα, η Άγκυρα έχει, σύμφωνα με πληροφορίες έγκυρης γαλλικής δημοσιογραφικής πηγής, «εκδηλώσει ενδιαφέρον» για την προωθούμενη από τον πρόεδρο Μακρόν Ευρωπαϊκή Πολιτική Κοινότητα˙ με την ίδια όμως πηγή να επισημαίνει ότι ο υπό διαβούλευση αυτός οργανισμός θα είναι προσβάσιμος μόνο σε χώρες συμμεριζόμενες τις «δημοκρατικές αξίες» της ΕΕ.[17]  

Συμπερασματικώς

Η ουκρανική κρίση ανέδειξε θεαματικά τις δομικές αδυναμίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι διχογνωμίες μεταξύ εταίρων σε συνδυασμό με τα θεσμικά εμπόδια στη λήψη αποφάσεων περιόρισαν τους κοινοτικούς Ευρωπαίους σε ρόλο αναντίστοιχο προς τη συνολική ισχύ τους, ήπια και σκληρή. Μόνος δε ορατός τρόπος για να αποτρέψει η ΕΕ την επαπειλούμενη περιθωριοποίηση της στο υπό διαμόρφωση παγκόσμιο γεωπολιτικό τοπίο, και να συμπράξει, όχι ως ουραγός, αλλά ως ισότιμος στρατηγικός εταίρος, με την Ουάσιγκτον στην αντιμετώπιση των μεγάλων προκλήσεων της εποχής μας, τόσο στον ευρωπαϊκό, όσο και στον ασιατικό και στον ευρύτερο μεσανατολικό χώρο, είναι η υιοθέτηση της μεταρρυθμιστικής γραμμής του Γάλλου προέδρου. Ήτοι, αφ’ ενός, η εμβάθυνση της ΕΕ με την απλούστευση των διαδικασιών λήψης αποφάσεων και τη διευκόλυνση των θεσμικώς συγκροτημένων συνεργασιών «πολλαπλών ταχυτήτων», ειδικότερα στον τομέα της αμυντικής και εξωτερικής πολιτικής, και, αφ’ ετέρου, η  διεύρυνση της γεωπολιτικής και οικονομικής της επιφάνειας, με την μετρημένη ένταξη νέων μελών και, κυρίως, με την παράλληλη συγκρότηση της συμπληρωματικής προς αυτήν, αλλά ευρύτερης σύνθεσης και οργανωτικά χαλαρότερης, Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας.

Το κατά πόσον οι Κοινοτικοί Ευρωπαίοι θα ακολουθήσουν τον σωτήριο, αλλά δύσβατο αυτόν δρόμο παραμένει κατά τη σύνταξη του παρόντος αβέβαιο. Ενώ πρόσθετο κίνδυνο εν προκειμένω συνιστά το, απίθανο μεν, αλλά όχι αποκλειόμενο ενδεχόμενο της ανόδου στην εξουσία ευρωσκεπτικιστικών δυνάμεων σε ένα από τα ιθύνοντα κράτη μέλη.



[1] Βλ. Kissinger says calling Europe quote not likely his, Associated Press, 20-11-2014

[2] Βλ. Speech by Emmanuel Macron at the closing ceremony of the Conference on the Future of Europe, https://presidence-francaise.consilium.europa.eu/en/news/speech-by-emmanuel-macron-at-the-closing-ceremony-of-the-conference-on-the-future-of-europe/, Επίσης, What does French President Macron’s proposed ‘European Political Community’ entail?,  France 24˙ Laurence Boone, Γαλλίδα Υπουργός για Ευρωπαϊκές Υποθέσεις, Europe must become a global political power, Financial Times, 26-08-2022˙ και Macron Calls for ‘Stronger’ Europe but Quashes Ukraine’s Hopes of Joining E.U. Soon, New York Times, 09-05- 2022.

[3] Για τον ορισμό της ειδικής πλειοψηφίας, βλ. https://www.consilium.europa.eu/el/council-eu/voting-system/qualified-majority/ 

[4] Βλ. A third of EU countries oppose changing bloc’s treaties, EURACTIV.com with AFP, 09-05-2022.

[5] Για το όλο θέμα της μεθόδευσης των κοινοτικών μεταρρυθμίσεων, βλ. Stefan Lehne, Does the EU Need Treaty Change? Carnegie Europe, 16-06-2022. Για τη γερμανική στάση, βλ. Oliver Noyan, Germany embraces Macron’s proposal for a ‘European Political Community’, EURACTIV.com 10—05-2022. 

[6] Βλ. επί παραδείγματι, Tom Rogan, China Risks Losing Its European Union Linchpin. PLA participation in Russia’s military exercises should spark outrage on the Continent, Wall Street Journal, 22-08-2022.

[7] Βλ. Alexander Gabuev, China’s New Vassal. How the War in Ukraine Turned Moscow Into Beijing’s Junior Partner, Foreign Affairs, 09-08-2022. Επίσης, Mark Leonard, The war in Ukraine as seen from China? The perspective is vastly different from the West’s, Los Angeles Times, 29-07-2022

[8] Βλ. EU-China – A strategic outlook, Joint Communication to the European Parliament, the European Council and the Council, 12-03-2019. Επίσης, δηλώσεις της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, EU says China is a systemic rival, human rights is main issue, Reuters, 15-06-2022.

[9] Βλ. Nancy Pelosi’s trip to Taiwan highlights America’s incoherent strategy. The Biden administration’s policy is a mess, Economist, 04-08-2022.

[10] Βλ. επί παραδείγματι, Why Germany won’t get tough on Beijing — even if it invades Taiwan. The German economy is even more dependent on China than it is on Russia, Politico, 12-08-2022.

[11] Βλ. Macron: EU shouldn’t gang up on China with US, Politico, 10-08-2022. Για τις γενικές κατευθύνσεις της γαλλικής πολιτικής βλ. The Indo-Pacific region: a priority for France,  Ministère de l’Europe et des Affaires Etrangères, France Diplomacy.

[12] Βλ. A European Strategy in Libya: an Uneasy Bargain, 06-2021, https://www.cidob.org/en/

[13] Για μια συνοπτική εικόνα των ευρωενωσιακών αποστολών, πολιτικών και στρατιωτικών, κατά την παρούσα  στιγμή, βλ. https://www.eeas.europa.eu/eeas/missions-and-operations_en

[14] Για τις ρωσοτουρκικές σχέσεις, βλ. Iliya Kusa, Russia’s Turkey Foreign Policy Objectives, Kennan Institute, 07-09-2022.

[15] Βλ. French-Turkish Relations: Foes to Friends? The Washington Institute for Near East Policy, 20-04-2022. Επίσης, Jana JABBOUR, France vs. Turkey in the EastMed. A Geopolitical Rivalry between a "Keeper" of the Old Order and a Challenging Emergent Power, IFRI, 06-08-2022˙ και Türkiye slams Macron over 'colonial history' remarks, Hurriyet Daily News, 27-08-2022.

[16] Βλ. Why is Erdogan suddenly making nice to his enemies? The Washington Post, 26-08-2022. Επίσης, Steven A. Cook, How Israel and Turkey Benefit From Restoring Relations, Council on Foreign Relations,

23-08-2022,  όπου ιδιαίτερη αναφορά στα ελληνοτουρκικά.

[17]  Βλ. What does French President Macron’s proposed ‘European Political Community’ entail? France 24, 23-06-2022. Για μια αξιολόγηση ενδεχόμενης τουρκικής υποψηφιότητας από γαλλική δεξαμενή σκέψης, βλ. The European Political Community, Institut Jacques Delors, Policy Brief May 2022.


Friday, June 24, 2022

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ: Ο ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΟΣ ΠΟΛΥΠΟΛΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Προδημοσίευση άρθρου από το τεύχος 140 των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ).

Εισαγωγή

Η ουκρανική κρίση σηματοδοτεί τη μετάβαση από τη μεταψυχροπολεμική πλανηταρχία των Ηνωμένων Πολιτειών σε έναν πολυπολικό κόσμο, συγκροτούμενο από πλείονα κέντρα ισχύος. Και ενώ επιβεβαιώνει την αμερικανική πρωτοκαθεδρία στην ευρύτερη Δύση – με τις ΗΠΑ να παραμένουν άλλωστε και η πρώτη τη τάξει παγκόσμια δύναμη – και αναζωογονεί το ΝΑΤΟ, συμβάλλει συγχρόνως στη διαμόρφωση ενός αντιδυτικού σινορωσικού  συνασπισμού˙ αλλά και ευνοεί την αυξημένη διεθνοπολιτική αυτονόμηση ορισμένων περιφερειακών δυνάμεων – μεταξύ των οποίων η γείτων μας Τουρκία. Με τις κομβικές αυτές εξελίξεις να έχουν, κατά τα άλλα, επαναφέρει στο ακαδημαϊκό και επικοινωνιακό προσκήνιο παλαιότερες θεωρητικές διαφωνίες μεταξύ των οπαδών της «θεσμικής», της «πολιτισμικής», και της «ρεαλιστικής» ανάγνωσης του διεθνούς γίγνεσθαι.

Α΄ Η Ατλαντική Συμμαχία ανακάμπτει

Κατά πρώτο  λόγο, το Ουκρανικό κατέδειξε την ανεπάρκεια της ευρωπαϊκής κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας και την οικονομική και κυρίως την ενεργειακή τρωτότητα της Κοινοτικής Ευρώπης. Και συνακόλουθα οδήγησε, αφ’ ενός, στη σύσφιγξη των μέχρι πρότινος υπό σοβαρή δοκιμασία διατλαντικών δεσμών και στην εδραίωση της αμερικανικής ηγετικής παρουσίας στο ΝΑΤΟ,  και, αφ’ ετέρου, στην ανάληψη στους κόλπους της ΕΕ πρωτοβουλιών για την ενίσχυση της ΚΕΠΠΑ και για την απεξάρτηση από τους ρωσικούς υδρογονάνθρακες.[1]

Στον καθοριστικό δε βαθμό που υπαγορεύεται από την Ουάσιγκτον, η νατοϊκή στρατηγική επί του Ουκρανικού δείχνει να έχει διέλθει δύο κύριες φάσεις. Και κατά μεν την πρώτη, υψηλόβαθμοι Αμερικανοί αξιωματούχοι, του προέδρου συμπεριλαμβανομένου, φάνηκε να θέτουν ως στρατηγικό στόχο της Δύσης, πέραν της απόκρουσης της ρωσικής εισβολής, την δια της φθοράς επίτευξη καθεστωτικής αλλαγής στην ίδια τη Ρωσία.[2] Τέσσερες όμως περίπου μήνες μετά την έναρξη του πολέμου, η αμερικανική στάση σημείωσε μια, εκ πρώτης τουλάχιστον όψεως, σημαντική μεταστροφή. Με τον Αμερικανό πρόεδρο, σε πολύκροτο ενυπόγραφο άρθρο του, να διαβεβαιώνει: ότι παρά την προσωπική αποστροφή του για τις «εξωφρενικές» ενέργειες του Ρώσου προέδρου, «οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα επιχειρήσουν να προκαλέσουν την ανατροπή του στη Μόσχα»˙ ότι, «εφ’ όσον οι Ηνωμένες Πολιτείες ή οι σύμμαχοί μας δεν υποστούν επίθεση, δεν θα εμπλακούμε ευθέως» στην ρωσο-ουκρανική σύγκρουση˙ ότι «δεν ενθαρρύνουμε, ούτε καθιστούμε ικανή την Ουκρανία να επεκτείνει τις εχθροπραξίες πέραν των συνόρων της»˙ και – διαβεβαίωση κλειδί – ότι οι ΗΠΑ ενισχύουν την Ουκρανία για να είναι «σε κατά το δυνατόν ισχυρότερη θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων»˙ [3]

Η μερική δε αυτή αναδίπλωση – σε διακηρυκτικό τουλάχιστον επίπεδο – της αμερικανικής ηγεσίας αντανακλά ενδεχομένως: την πορεία των πολεμικών επιχειρήσεων – με την ουκρανική πλευρά, μετά την αρχική απροσδόκητη αποτελεσματικότητά της έναντι μιας εξ ίσου απρόβλεπτης ρωσικής στρατιωτικής αναποτελεσματικότητας, να υφίσταται τώρα τις συνέπειες της πιθανότατα καθοριστικής ποσοτικής υπεροχής του αντιπάλου˙ [4] την ανθεκτικότητα της ρωσικής οικονομίας στις δυτικές κυρώσεις˙ [5] τη συνειδητοποίηση των κινδύνων από τις αντιδράσεις μιας παγιδευμένης ρωσικής ηγεσίας, περιλαμβανομένου και εκείνου της προσφυγής της στη χρήση χημικών ή και πυρηνικών [6] και τις επιφυλάξεις ιθυνόντων Ευρωπαίων νατοϊκών εταίρων, ιδιαίτατα της Γαλλίας και σε ικανό βαθμό και της Γερμανίας και Ιταλίας, έναντι μιας υπερβολικής δυτικής αδιαλλαξίας  – εν μέρει δια τον φόβον των προμνησθέντων κινδύνων, αλλά και με οικονομικό και ενεργειακό σκεπτικό.

Β΄ Η κοινοτική Ευρώπη αναζητεί τον δρόμο της

Παράλληλα όμως και σε συνάρτηση με τις ζυμώσεις στον νατοϊκό χώρο, υπό το κράτος του Ουκρανικού συντελούνται κρίσιμες διεργασίες και στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης – διεργασίες καθοριστικές ίσως για το ίδιο το μέλλον του κοινοτικού ενοποιητικού εγχειρήματος. Με ορισμένους μεν κοινοτικούς εταίρους, ιδίως τους πλέον εκτεθειμένους στη ρωσική στρατιωτική πίεση, να αντιλαμβάνονται τον ρόλο της ΕΕ ως απλώς επικουρικό  εκείνου του ΝΑΤΟ και των Ηνωμένων Πολιτειών˙ αλλά με άλλους να διαβλέπουν αντιθέτως στην ουκρανική κρίση ευκαιρία γεωπολιτικής και στρατηγικής αναβάθμισης της ΕΕ, με αντίστοιχη ενίσχυση και του συναφούς κοινοτικού θεσμικού πλαισίου. Μεταξύ των τελευταίων δε αυτών πρωταγωνιστεί ο Γάλλος πρόεδρος. [7] Ο οποίος, άμα τη αναλήψει της προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ επαναπροσδιόρισε τους από μακρού γνωστούς υπό τους όρους «ευρωπαϊκή κυριαρχία» και «ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία» στόχους του ως το «πέρασμα από μια Ευρώπη της συνεργασίας εντός των συνόρων μας σε μια Ευρώπη ισχυρή ανά τον κόσμο, πλήρως κυρίαρχη, ελεύθερη στις επιλογές της και κυρία του πεπρωμένου της».[8] 

Υπό το πρίσμα, ωστόσο, των ρηξικέλευθων αυτών στοχεύσεων, ο απολογισμός της γαλλικής κοινοτικής προεδρίας εμφανίζεται ομολογουμένως πενιχρός. Χαρακτηριστικά, η υιοθετηθείσα από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 21ης Μαρτίου Στρατηγική Πυξίδα «για την ενίσχυση της [κοινοτικής] πολιτικής ασφάλειας και άμυνας έως το 2030», περιλαμβάνει μεν σωρεία φιλόδοξων προτάσεων, μεταξύ άλλων και για τον περαιτέρω εμπλουτισμό μιας ήδη αρκετά πλούσιας κοινοτικής στρατηγικής εργαλειοθήκης, αποφεύγει όμως να αναδείξει, πολλώ μάλλον να αντιμετωπίσει, τα βαθύτερα αίτια της κοινοτικής διεθνοπολιτικής καχεξίας˙ και κατά πρώτιστο λόγο την αδυναμία υπέρβασης των εκάστοτε μεταξύ εταίρων διαφωνιών περί του πρακτέου.[9] Καθώς ο διέπων τις σχετικές αποφάσεις κανόνας της ομοφωνίας οδηγεί στην υιοθέτηση του ελάχιστου κοινού παρανομαστή –  που συχνά ισοδυναμεί με στρατηγική παράλυση. Και ναι μεν ο πρόεδρος Μακρόν έχει από μακρού ταχθεί υπέρ της κατάργησης του εν λόγω κανόνος, και μάλιστα σε συνδυασμό με μια γενικότερη αναβάθμιση της ΚΕΠΠΑ, πλην όμως έως τις γαλλικές προεδρικές εκλογές είχε αποφύγει να επωφεληθεί της ευρωπαϊκής  προεδρίας του για να θέσει τις προτάσεις αυτές επί κοινοτικού τάπητος˙ πιθανότατα φοβούμενος την εκλογική αντίδραση της υπολογίσιμης ευρωσκεπτικής μερίδας της γαλλικής κοινής γνώμης. 

Ήδη όμως, έχοντας εξασφαλίσει κατά τις προεδρικές εκλογές του Απριλίου μια δεύτερη – και τελευταία, σημαντικό κίνητρο και αυτό – πενταετή θητεία στην κορυφή του γαλλικού κράτους, ο Γάλλος πρόεδρος προωθεί εκ νέου την ευρωπαϊκή του ατζέντα. Εισηγούμενος τη γενίκευση της χρήσης της ειδικής πλειοψηφίας προκειμένου για μείζονος σημασίας κοινοτικές αποφάσεις. Και τασσόμενος υπέρ της περαιτέρω οικοδόμησης της – ήδη υπαρκτής, όπως τόνισε, υπό  την μορφή της Ευρωζώνης και της Συμφωνίας Σένγκεν – «Ευρώπης των πολλαπλών ταχυτήτων».  Στο πνεύμα της οποίας προτείνει τη θεσμοθέτηση μιας «Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας», συγκροτούμενης, εκτός από τον υφιστάμενο κοινοτικό πυρήνα, και από χώρες μετέχουσες μεν των ευρωπαϊκών πολιτικών αξιών, μη πληρούσες όμως, «πιθανότατα για δεκαετίες» ορισμένες, τις προϋποθέσεις για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση – κατονομάζοντας συναφώς την Ουκρανία και τα Δυτικά Βαλκάνια˙ [10] «χωρίς» πάντως, όπως προσέθεσε, έχοντας προφανώς τη Βρετανία κατά νουν, το νέο πανευρωπαϊκό αυτό σχήμα «να είναι κλειστό» και «σε πρώην μέλη της ΕΕ». Προς υλοποίηση δε των πρωτοποριακών αυτών προτάσεών του, προτίθεται να συμβάλει στη σύγκληση μιας «Συνέλευσης για την αναθεώρηση των [κοινοτικών] συνθηκών». [11]

Μολονότι δε οι εκτεταμένες αρμοδιότητες που ο πρόεδρος Μακρόν διαθέτει εκ του συντάγματος στους τομείς της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής διευκολύνουν την προώθηση του φιλόδοξου κοινοτικού εγχειρήματός του, μένει να φανεί σε ποιο βαθμό η απώλεια από το κόμμα του της απόλυτης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας κατά τις εκλογές του Ιουνίου θα δυσχεράνει τις σχετικές προσπάθειές του.[12] Βασική άλλωστε προϋπόθεση για την ευόδωση των οποίων παραμένει η ουσιαστική σύμπραξη της Γερμανίας.[13] Η οποία αυτή τη στιγμή παραμένει ζητούμενο, δοθέντος ότι η πολυκομματική γερμανική κυβέρνηση, παρά την – αόριστη, άλλωστε – προγραμματική της δέσμευση υπέρ της δημιουργίας ενός «ομοσπονδιακού ευρωπαϊκού κράτους» και την απροσδόκητη λήψη τολμηρών – χαρακτηρίσθηκαν «ιστορικό σημείο καμπής» – μέτρων στον αμυντικό τομέα, δίνει την εντύπωση ότι εξακολουθεί να ταλαντεύεται μεταξύ εθνικής ενδοστρέφειας και γεωπολιτικής τόλμης. 

Κατά τα λοιπά, το Βερολίνο γίνεται συχνά στόχος επικρίσεων για τους λάθους λόγους. Ήτοι για απροθυμία να ευθυγραμμισθεί με τις πλέον ακραίες πτυχές της πολιτικής της Ουάσιγκτον έναντι της Μόσχας. Πράγματι δε, ο καγκελάριος Σολτς έχει αναφερθεί, όχι μόνο στις αρνητικές έως καταστροφικές επιπτώσεις στις ευρωπαϊκές οικονομίες, της γερμανικής συμπεριλαμβανομένης, ορισμένων εκ των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, αλλά επίσης και κυρίως στην επιτακτική ανάγκη «να πράξουμε παν το δυνατόν για να αποφευχθεί μια απ’ ευθείας στρατιωτική αντιπαράθεση μεταξύ του ΝΑΤΟ και μιας πάνοπλης υπερδύναμης και πυρηνικής δύναμης ως η Ρωσία».[14] Τις γερμανικές όμως αυτές ανησυχίες συμμερίζονται και ουκ ολίγοι άλλοι κοινοτικοί ηγέτες, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου Μακρόν. Ο οποίος τονίζει ότι «[δ]εν είμαστε σε πόλεμο με τη Ρωσία»˙ και ότι για να διεξαχθεί επιτυχώς μια διαπραγμάτευση  μεταξύ Ρώσων και Ουκρανών είναι ανάγκη να αποφευχθεί η «ταπείνωση» ενός εκ των μερών. [15] 

Εν πάση δε περιπτώσει είναι προφανές ότι η ΕΕ δεν πρόκειται να επιτύχει την «κυριαρχία» και «στρατηγική αυτονομία» της υιοθετώντας αβασάνιστα πολιτικές υποδεικνυόμενες από εξωευρωπαϊκά κέντρα οσονδήποτε φιλικά και καλοπροαίρετα. Εάν μάλιστα δεν εξοπλισθεί με θεσμούς που θα την καταστήσουν ικανή να θέτει και να πραγματώνει – συνεργαζόμενη αυτονοήτως κατά το δυνατόν στενότερα με ΝΑΤΟ και ΗΠΑ – στόχους εξυπηρετικούς των συλλογικών συμφερόντων των μελών της, ορατός είναι ο κίνδυνος, αντί να συνεργάζεται ως ισότιμος εταίρος με την Ουάσιγκτον σε θέματα ζωτικής σημασίας για τους ευρωπαϊκούς λαούς  όπως το Ουκρανικό, να αυτοπεριορίζεται σε ρόλο ακολούθου.

Γ΄ Η σινορωσική σύμπραξη

Μεταξύ των μειζόνων γεωπολιτικών προεκτάσεων της ουκρανικής κρίσης συμπεριλαμβάνεται αναμφίβολα η επιτάχυνση της – δρομολογημένης ήδη προ του πολέμου – προσέγγισης Ρωσίας και Κίνας. Με τους αμερικανικούς χειρισμούς του Ουκρανικού να εισπράττονται από το Πεκίνο ως απειλητική εκδήλωση ηγεμονικών βλέψεων, αλλά συγχρόνως και ως ευκαιρία για τη συγκρότηση ενός υπό κινεζική αιγίδα σινο-ρωσικού συνασπισμού ικανού να αντισταθμίσει τη γεωπολιτική και γεωοικονομική επιρροή των ΗΠΑ.[16] Και με την υπό δεινή πίεση Μόσχα να συμπράττει ασμένως. Ειδικότερα:  

Ο κινεζικός γίγας κατέχει τη δεύτερη παγκοσμίως θέση ως προς το μέγεθος της οικονομίας, και διαθέτει τις μεγαλύτερες σε αριθμό ενεργού προσωπικού ένοπλες δυνάμεις και ένα όχι ευκαταφρόνητο και τώρα εντατικά ενισχυόμενο θερμοπυρηνικό οπλοστάσιο. Ενώ εδώ και καιρό καταβάλλει συστηματικές προσπάθειες προβολής οικονομικής, διεθνοπολιτικής και στρατιωτικής ισχύος, όλως ιδιαίτερα σε όμορές του θαλάσσιες και χερσαίες περιοχές.[17] Ήδη δε από την εποχή της προεδρίας Ομπάμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν δρομολογήσει μια στρατηγική «στροφή [pivot] προς Ινδικό-Ειρηνικό», έχουσα ως μη αποκρυπτόμενο κίνητρο την ανάσχεση του εικαζόμενου κινεζικού επεκτατισμού και ως κύρια μέσα την ενίσχυση των εκεί αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων και την προώθηση στρατιωτικών και οικονομικών συμπράξεων με φίλια τοπικά κράτη, πρωτίστως την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, καθώς και με τη Βρετανία και τη Γαλλία – τις δύο ευρωπαϊκές δυνάμεις με σημαντική παρουσία στον Ειρηνικό. Με το Παρίσι όμως, σε αντίθεση με το Λονδίνο, να διαφοροποιείται από την, κατά τις γαλλικές εκτιμήσεις, αμερικανική ακαμψία έναντι της Κίνας. [18]

Ως εκ τούτου δε, οι εξελίξεις περί το Ουκρανικό εξυπηρετούν διττώς την κινεζική ηγεσία: αποσπώντας εν μέρει τη στρατηγική προσοχή  των Αμερικανών από τον απωανατολικό χώρο, προς τον οποίο έδειχναν έτοιμοι να στραφούν αποφασιστικά αμέσως μετά την περιπετειώδη αποχώρησή τους από το Αφγανιστάν˙ και εξαναγκάζοντας το Κρεμλίνο να επιζητήσει τη στήριξη του Πεκίνου – παρά τη χρόνια αντιπαράθεση Κινέζων και Ρώσων κατά μήκος των εκτεταμένων κοινών συνόρων τους, και ειδικότερα την καχυποψία της Μόσχας έναντι της ισχυρής οικονομικής και κατ’ επέκταση και γεωπολιτικής ευρωασιατικής παρουσίας της ΛΔΚ μέσω  της εμβληματικής «πρωτοβουλίας μιας ζώνης και ενός δρόμου» [Belt and Road Initiative], της σύγχρονης αυτής  εκδοχής του Δρόμου του Μεταξιού.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                             

Η Ρωσία, από την άλλη, συγκαταλέγεται στις παγκόσμιες δυνάμεις κυρίως αν όχι αποκλειστικά χάρις στο εφάμιλλο του αμερικανικού πυρηνικό της δυναμικό˙ υπολειπόμενη, ως προς τις λοιπές μορφές ισχύος, τόσο των ΗΠΑ, όσο και της ΕΕ ως συνόλου, ειδικότερα δε στον οικονομικό τομέα και αρκετών επί μέρους κοινοτικών χωρών. Με δεδομένη δε τη δυσμενή τροπή της ουκρανικής της περιπέτειας, στον διαγραφόμενο σινο-ρωσικό γεωπολιτικό συνεταιρισμό ο πρώτος ρόλος περιέρχεται εκ των πραγμάτων στο Πεκίνο.[19]

Το οποίο, αφού τις παραμονές της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία παρέσχε στη Μόσχα τη διαβεβαίωση ότι «η φιλία μεταξύ των δύο κρατών είναι απεριόριστη» και υιοθέτησε τις ρωσικές ενστάσεις κατά της νατοϊκής επέκτασης, [20] έχει έκτοτε ευθέως αντιταχθεί στις δυτικές αντιρωσικές κυρώσεις˙ και εις πείσμα των αμερικανικών αποτρεπτικών πιέσεων προσφέρει στους Ρώσους, προσεκτικά είναι αλήθεια, και σε συνάρτηση αναμφίβολα και με την πορεία του Ουκρανικού, τη διπλωματική και εμπορική του υποστήριξη. [21] 

Το αναδυόμενο δε αυτό σινορωσικό αντιαμερικανικό μέτωπο τείνει να αποτελέσει σημείο αναφοράς για εχθρικά προς τις ΗΠΑ κράτη της Ευρασίας, όπως η Βόρεια Κορέα και το Ιράν. 

Δ΄ Οι επιτήδειοι ουδέτεροι και η επιτήδεια νατοϊκή σύμμαχος Τουρκία

Το νέο, τέλος, διεθνές κλίμα ευνοεί τη γεωπολιτική αυτονόμηση ορισμένων περιφερειακών δυνάμεων, κοινό χαρακτηριστικό των οποίων είναι: η προσπάθεια εξισορρόπησης μεταξύ Δύσης και σινο-ρωσικού συνασπισμού – με απόκλιση προς τη μία ή την άλλη πλευρά υπό την επήρεια των παλαιότερων προσανατολισμών τους και των τρεχόντων συμφερόντων τους˙ η αποφυγή κατηγορηματικής επίσημης τοποθέτησης έναντι των εμπολέμων στην Ουκρανία˙ και, κρισίμως, η άρνηση συμμετοχής στις δυτικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Στις οποίες κυρώσεις άλλωστε μετέχουν ελάχιστες χώρες πέραν των μελών του ΝΑΤΟ και της ΕΕ και των προσκείμενων στις ΗΠΑ κρατών του Ειρηνικού -  κάπου τριάντα συνολικώς από τα 193 μέλη του ΟΗΕ. [22]

Μεταξύ δε των ισορροπιστών συγκαταλέγονται μεσανατολικά κράτη, όπως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και σε κάποιο βαθμό ακόμη και το Ισραήλ, αλλά και πλείονες χώρες της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής. Ενώ ιδιαίτερης εν προκειμένω μνείας, λόγω του δημογραφικού, οικονομικού και στρατιωτικού της δυναμικού και της γεωστρατηγικής της θέσης, χρήζει η Ινδία. Η οποία, εκ των πρωταγωνιστών κατά τον Ψυχρό Πόλεμο του κινήματος των αδεσμεύτων, αφού κατά την τελευταία εικοσαετία και ιδίως μετά το 2005 ανταποκρίθηκε προθύμως στα αμερικανικά οικονομικά και γεωστρατηγικά ανοίγματα, τείνει τώρα κατά κάποιο τρόπο να  υιοθετήσει εκ νέου μια πολιτική διεθνοπολιτικών ισορροπιών.[23] 

Σε αντιδιαστολή, ωστόσο, προς τις παθητικές τρόπον τινά ισορροπίες που οι εν λόγω «επιτήδειοι ουδέτεροι» επιχειρούν να τηρήσουν έναντι των συνιστωσών του αναδυόμενου νέου παγκόσμιου διπόλου, η «επιτήδεια νατοϊκή σύμμαχος» Τουρκία θέτει ενεργώς την ουκρανική κρίση στην υπηρεσία των γεωπολιτικών της συμφερόντων και βλέψεων. Μεταξύ άλλων, εργαλειοποιώντας πολυσχιδώς τον έλεγχο των Στενών του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων που της παραχωρεί η Σύμβαση του Μοντρέ. Και προσφέροντας στους εμπολέμους τις καλές της υπηρεσίες. Μολονότι δε οι συναφείς ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις έχουν αποτελματωθεί, η τουρκική ηγεσία χρησιμοποιεί τον διαμεσολαβητικό της ρόλο ως άλλοθι και για εθνικές της επιλογές ασύμβατες με θέσεις της δυτικής ή της ρωσικής πλευράς ή και των δύο ταυτοχρόνως. Αρνούμενη μεν, επί παραδείγματι, να συμμετάσχει στις δυτικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας, καταδικάζοντας όμως την εισβολή της στην Ουκρανία και πωλώντας στους Ουκρανούς προηγμένης τεχνολογίας πολεμικό υλικό. Αλλά και προαναγγέλλοντας δια στόματος του προέδρου της «αντιτρομοκρατικές» επιχειρήσεις στην Βόρεια Συρία, στις οποίες αντιτίθεται τόσο οι Αμερικανοί, όσο και οι Ρώσοι – αν και για διαφορετικούς λόγους.

Μέσω δε της της ενεργού αυτής άσκησης ισορροπιών οι Τούρκοι αποσκοπούν πρωτίστως: Στη συνέχιση της επωφελούς συνεργασίας τους με τη Μόσχα στους τομείς του εμπορίου, του τουρισμού και της προμήθειας στρατιωτικού υλικού, και στη διαχείριση των ανέκαθεν δύσκολων, πλην ιδιαίτερης σημασίας για τα συμφέροντά τους ρωσο-τουρκικών γεωπολιτικών σχέσεων – από την Υπερκαυκασία και την Κεντρική Ασία έως τη Συρία και τη Λιβύη. Και στη, μερική τουλάχιστον, αποκατάσταση των κλονισμένων, αλλά πάντοτε καίριας γι’ αυτούς σημασίας, δεσμών τους με τη Δύση – ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ. 

Και ως προς μεν τις Ηνωμένες Πολιτείες ειδικότερα, κορυφαία τουρκική προτεραιότητα φαίνεται να είναι αυτή στιγμή η αγορά πρόσθετων πολεμικών αεροσκαφών F16 και ο εκσυγχρονισμός  των ήδη εντεταγμένων στην τουρκική αεροπορική δύναμη – υπό αναστολή επί του παρόντος λόγω της γνωστής διένεξης περί το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα S-400. Ενώ πιθανολογείται ότι και η εκβιαστική τουρκική αντιμετώπιση της νατοϊκής υποψηφιότητας της Σουηδίας και τη Φινλανδίας, πέραν των αιτιάσεων περί υπόθαλψης τρομοκρατών και ενδεχομένως και άλλων γεωπολιτικών σκοπιμοτήτων, συνδέεται και με την προσπάθεια ικανοποίησης του τουρκικού αυτού εξοπλιστικού αιτήματος – υποστηριζόμενου μεν από την αμερικανική κυβέρνηση, αλλά προσκρούοντος στην πλειοψηφία του Κογκρέσου˙ με τη συναίνεση του τελευταίου αυτού, αν και όχι απαραίτητη υπό στενό νομικό πρίσμα, να είναι πολιτικώς αναγκαία για τον Λευκό Οίκο .[24] 

Έναντι δε της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τόσο για λόγους εθνικού γοήτρου όσο πιθανότατα και εσωτερικής εκλογικής σκοπιμότητας, η Άγκυρα προτάσσει την άρση των,  συμβολικής κυρίως σημασίας, εις βάρος της κοινοτικών κυρώσεων. Δεν αποκλείεται ωστόσο, συνειδητοποιώντας το ανέφικτο  της πλήρους κοινοτικής της ένταξης, να έχει κατά νουν και τη σύναψη με τις Βρυξέλλες χαλαρότερων, στοχευμένων σχέσεων – ενδεχομένως στο πλαίσιο του προταθέντος από τον Γάλλο πρόεδρο και αυτή τη στιγμή υπό διαβούλευση πανευρωπαϊκού σχήματος. Ενώ βέβαιο είναι ότι προσβλέπει στη συνδρομή της Δύσης για να αναδειχθεί σε ενεργειακό κόμβο μεταξύ Υπερκαυκασίας και Ανατολικής Μεσογείου, αφ’ ενός, και Ευρώπης, αφ’ ετέρου. Με τη φιλόδοξη αυτή στρατηγική της επιλογή να  βρίσκει γόνιμο έδαφος στις δυτικές προσπάθειες απεξάρτησης της Ευρώπης από τους ρωσικούς υδρογονάνθρακες. Αλλά και να εξηγεί μερικώς τα θεαματικά της ανοίγματα προς χώρες της περιοχής, του Ισραήλ συμπεριλαμβανομένου, παρουσιάζουσες μεν ζωηρό συναφές ενδιαφέρον, οι σχέσεις της όμως με τις οποίες παρέμεναν μέχρι προσφάτως τεταμένες. 

Αντί επιλόγου: Θεωρητικές προσεγγίσεις των παγκόσμιων δρωμένων

Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης έδωσε αρχικά λαβή σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετες προβλέψεις για τη μεταψυχροπολεμική πορεία της ανθρωπότητας. Κατά τον καθηγητή πανεπιστημίου Χάντιγκτον (Samuel P. Huntington), εφεξής, «η βασική πηγή συγκρούσεων» μεταξύ κρατών «δεν θα είναι πρωτίστως ιδεολογική ή οικονομική» αλλά «πολιτισμική». Αντιθέτως ο επίσης  πανεπιστημιακός και μαθητής του Χάντιγκτον, Φουκουγιάμα (Yoshihiro Francis Fukuyama) προέβλεψε ότι η δυτικού τύπου φιλελεύθερη δημοκρατία, ως το άριστο των πολιτευμάτων, νομοτελειακά θα επικρατήσει σε  παγκόσμια κλίμακα. [25] 

Κατά κάποιο δε τρόπο, και οι δύο αυτές προσεγγίσεις φάνηκαν να επιβεβαιώνονται μερικώς από τις εξελίξεις. Η πρώτη, επί παραδείγματι, από την επέλαση του ισλαμικού ολοκληρωτισμού, και γενικότερα από την όλο και συχνότερη επίκληση παραδοσιακών θρησκευτικών συμβόλων από όλο και περισσότερους κυβερνώντες˙ η δε άλλη από τον επιφανειακό εκδημοκρατισμό ουκ ολίγων αυταρχικών καθεστώτων ανά την υδρόγειο. 

Μια προσεκτικότερη ωστόσο ανάγνωση των διεθνών δρωμένων δικαιώνει μάλλον τον σκεπτικισμό των θιασωτών του γεωπολιτικού ρεαλισμού.[26] Καθώς η αναφορά πολλών εκ των ασκούντων την εξουσία σε δημοκρατικές ή θρησκευτικές αξίες συχνότατα τυγχάνει διαφανώς προσχηματική. Σιδηρούς δε κανόνας  συμπεριφοράς των κρατών παραμένει η επιβίωσή τους και η διασφάλιση των ζωτικών εθνικών τους συμφερόντων.

Οι γνήσιοι δημοκρατικοί θεσμοί αποτελούν βέβαια μια ανεκτίμητη κατάκτηση της υπό ευρεία έννοια Δύσης. Μολονότι, όμως, τόσο για ηθικούς, όσο και για γεωπολιτικούς λόγους η διάδοσή τους είναι επιθυμητή, είναι  δυσεπίτευκτοι. Πικρή δε πείρα διδάσκει ότι, όχι μόνο δεν προσφέρονται σε βίαιη μεταφύτευση, αλλά και ότι οι, ανεξαρτήτως κινήτρων, απόπειρες να επιβληθούν διά της βίας έχουν ως επί το πολύ προκαλέσει γεωπολιτική αποσταθεροποίηση και ανθρώπινες τραγωδίες. 

Και συνεπώς, η κατά το δυνατόν ασφαλέστερη συνύπαρξη των δυτικών δημοκρατιών με τα μη μετέχοντα των πολιτικών θεσμών και αξιών τους κράτη – ήτοι με τους κρατικούς φορείς της μεγάλης πλειοψηφίας της ανθρωπότητας – προϋποθέτει την τήρηση των δοκιμασμένων συνταγών της ειρηνικής διακρατικής επικοινωνίας˙ μεταξύ των οποίων, σύμφωνα με τον εκ των πατέρων του σύγχρονου διεθνοπολιτικού ρεαλισμού Χανς Μόργκενταου, συγκαταλέγεται και «η αποσύνδεση της διπλωματίας από τον σταυροφορικό ζήλο». [27]



[1] Για τις δύσκολες προσπάθειες ενεργειακής απεξάρτησης της ΕΕ από τη Ρωσία, βλ Russia’s war on Ukraine: EU adopts sixth package of sanctions against Russia, European Commission, 03-06-2022˙ και The EU Has Finally Approved Its Ban on Russian Oil. What Now? Stratfor, 31-05-2022.

[2] Για σχετικές δηλώσεις προέδρων και υπουργών εξωτερικών ΗΠΑ και Ρωσίας, βλ Michael Hirsh, Biden’s Dangerous New Ukraine Endgame: No Endgame, Foreign Policy,29-04-2022.

[3] Βλ. άρθρο του προέδρου Μπάιντεν υπό τον τίτλο President Biden: What America Will and Will Not Do in Ukraine, στους New York Times της 31ης Μαΐου 2022. Για μια ισχυρή συνηγορία υπέρ των έγκαιρων διαπραγματεύσεων, βλ. Charles A. Kupchan, Negotiating to End the Ukraine War Isn’t Appeasement. It’s time for Biden to set the table for talks, Politico, 17-06-2022.

[4] Daniel Davis, There Is No Military Path For Ukraine To ‘Defeat’ Russia, 1945, https://www.19fortyfive.com/blog/ 

[5] Βλ. Russia’s Economy Proves More Resilient Than Expected, New York Times, 11-06-2022.

[6] Bλ. Thomas L. Friedman, The War Is Getting More Dangerous for America, and Biden Knows It, New York Times, 06-05-2022.

[7] Βλ. Gesine Weber, French foreign and security policy under Macron: all in for European sovereignty, https://ukandeu.ac.uk/french-foreign-and-security-policy-under-macron-all-in-for-european-sovereignty/

[8]Βλ.  https://www.touteleurope.eu/presidence-du-conseil-de-l-union-europeenne/emmanuel-macron-devoile-les-priorites-de-la-presidence-francaise-du-conseil-de-l-ue-pfue/

[9] Για τη «Στρατηγική Πυξίδα» βλ. https://data.consilium.europa.eu/doc/document/ST-7371-2022-INIT/en/pdf. Για μια σχετικώς αισιόδοξη προσέγγιση του θέματος της ευρωπαϊκής «σκληρής ισχύος» και των κοινοτικών αντιδράσεων στην ουκρανική κρίση, βλ. Andriy Tyushka, Made in Ukraine: The EU’s Emerging Real(ist) Power, Carnegie Europe - Carnegie Endowment for International Peace, 03-05-2022.

[10] Επισκεπτόμενοι την 16η Ιουνίου ε. έ. το Κίεβο προς επίδειξη ευρωπαϊκής αλληλεγγύης με την Ουκρανία, ο Γάλλος πρόεδρος, ο Γερμανός καγκελάριος και ο Ιταλός πρωθυπουργός ετάχθησαν υπέρ της άμεσης δρομολόγησης της ουκρανικής κοινοτικής υποψηφιότητας˙ η οποία όμως, ασχέτως λοιπών εμποδίων, υπόκειται σε μια ακαθόριστη και πάντως παρατεταμένη χρονική προοπτική. Βλ. David M. Herszenhorn, Rhetoric and reality collide as France, Germany, Italy back Ukraine’s EU bid In Kyiv, Politico, 16-06-2022,

[11] Βλ. Speech by Emmanuel Macron at the closing ceremony of the Conference on the Future of Europe, French Presidency of the Council of the European Union 2022, 10-05-2022. Η Ουκρανία, αντιθέτως, την απορρίπτει, επιμένοντας σε άμεση και πλήρη ένταξη στην ΕΕ. 

[12] Σύμφωνα με τον διακεκριμένο Βρετανό ιστορικό Timothy Garton Ash, «ο Μακρόν είναι προς το παρόν ο μόνος εκ των κύριων (major) Ευρωπαίων ηγετών που διαθέτει το όραμα, τη φιλοδοξία και την εμπειρία για να ωθήσει την Ένωση αποφασιστικά» προς την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής στρατηγικής κυριαρχίας, «αλλά τα εμπόδια είναι τεράστια».   Βλ. Macron wants to turn Europe into a global giant. But he can’t do it alone, The Guardian, 25-04-2022.

[13] Βλ. Judy Dempsey, The Franco-German Tandem Needs a Reboot, Carnegie Europe - Carnegie Endowment for International Peace, 05-19-2022.

[14] Βλ. Interview with German Chancellor Olaf Scholz, "There Cannot Be a Nuclear War", 22-04-2022, https://www.spiegel.de/international/germany/interview-with-german-chancellor-olaf-scholz-there-cannot-be-a-nuclear-war-a-d9705006-23c9-4ecc-9268-ded40edf90f9. 

 

[15] Βλ. Georgi Gotev, Emmanuel Macron déclare que l’UE n’est pas en guerre contre la Russie et déconseille « d’humilier » Vladimir Poutine, EURACTIV.com, 10-05-2022. 

[16] Για μια προσέγγιση των σινο-αμερικανικών σχέσεων από εξέχοντα εκπρόσωπο της «ρεαλιστικής» σχολής, βλ. John J. Mearshmeimer, The Inevitable Rivalry, Foreign Affairs, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2021. Για την πολιτική της κυβέρνησης Μπάιντεν έναντι της Κίνας, βλ. ομιλία υπουργού εξωτερικών Μπλίνκεν, Blinken calls China ‘most serious long-term’ threat to world order, Politico, 30-05-2022.

[17]  Για το κινεζικό πυρηνικό πρόγραμμα, βλ. Andrew F. Krepinevich, Jr, The New Nuclear Age. How China’s Growing Nuclear Arsenal Threatens Deterrence, Foreign Affairs, τεύχος Μαΐου – Ιουνίου 2022, και Shannon Bugos, Pentagon Sees Faster Chinese Nuclear Expansion, Arms Control Association, Δεκέμβριος 2021. Για την κινεζική παρουσία στον Ειρηνικό, Βλ.   Damien Cave, Why China Is Miles Ahead in a Pacific Race for Influence, New York Times, 31-05- 2022˙ και Charles Edel, A Fault Line in the Pacific, 03-06-2022.

[18]Βλ. Pierre Morcos, France’s Shifting Relations with China, War on the Rocks, 04-01-2022. Επίσης, Liselotte Odgaard,

Will Europe's Emerging Indo-Pacific Presence Last? Hudson Institute, 17-05-2022.

[19] Stuart Lau, China’s new vassal: Vladimir Putin, Politico, 06-06-2022.

[20] Βλ. Joint Statement of the Russian Federation and the People’s Republic of China, http://en.kremlin.ru/supplement/5770 

[21] Βλ. Is China Helping Russia? Beijing-Moscow Relations Explained, The Wall Street Journal, 05-04-2022˙ και Simone McCarthy, China and Russia are building bridges. The symbolism is intentional, CNN, 15-06-2022.

 

[22] Βλ. Βλ. Jonathan Spyer, Non-Western US Allies on Ukraine: It's a Problem, but not Our Problem, Middle Eastern Forum, 11-05-2022.

[23] Για μια σφαιρική παρουσίαση του θέματος, βλ. Βλ. Frédéric Grare, A question of balance: India and Europe after Russia’s invasion of Ukraine, European Council on Foreign Relations, ecfr.eu, 16-05-2022. Επίσης, Mohamed Zeeshan, Biden’s Problem With India, The Diplomat, 19-04-2022. 

[24] Βλ. James M. Dorsey, Playing games in NATO, Turkey eyes its role in a new world order, Modern Diplomacy, 27-05-2022˙ και Jared Malsin, Biden Administration Asks Congress to Approve New Weapons Deal With Turkey. Ankara’s role in the Ukraine conflict has helped repair frayed ties with Washington, and could set the stage for sale of F-16 jet fighters, Wall Street Journal, 11-05-2022.

[25] Βλ. Samuel P. Huntington, The Clash of Civilizations, Foreign Affairs, vol.72, no. 3, Summer 1993 σελ. 22-49, και βιβλίο ιδίου συγγραφέα The Clash of Civilizations and the Remaking of World Order. Επίσης: Francis Fukuyama, The End of History and the Last Man, Penguin, 1992.

[26] Μεταξύ των κορυφαίων της μεταψυχροπολεμικής περιόδου συγκαταλέγονται οι Αμερικανοί διεθνολόγοι, John Mearsheimer, Kenneth Waltz, και Stephen Walt.

[27] Βλ. κλασσικό σύγγραμμά του, Politics Among Nations.