Friday, September 17, 2021

ΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ ΕΝΑΝΤΙ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΩΝ ΓΙΓΑΝΤΩΝ ΣΕ ΕΝΑ ΜΕΤΑΛΛΑΣΣΟΜΕΝΟ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Προδημοσίευση άρθρου από το τεύχος 137 των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ).


ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Για πολλοστή φορά στην ήδη μακρά σταδιοδρομία της, η Κοινοτική Ευρώπη διέρχεται φάση αβεβαιότητας και σε τελευταία ανάλυση ταυτότητας. Εις πείσμα των ιερεμιάδων, δεν πρόκειται να εκπνεύσει, διότι και υπό την παρούσα ατελή μορφή της εξυπηρετεί ουσιαστικά συμφέροντα των κρατών-μελών της. Άντεξε, παρά τους σοβαρούς τριγμούς και τις διαχειριστικές αστοχίες, τόσο τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007, όσο και την κορωνοϊκή πανδημία. Μετά δε τις τραυματικές για τους Βρετανούς επιπτώσεις του Μπρέξιτ, καμία αξιοσημείωτη πολιτική δύναμη στους κόλπους της δεν τάσσεται υπέρ της εξόδου. Παραμένει, ωστόσο, αβέβαιο κατά πόσον τα κράτη-μέλη της θα αναβαθμίσουν εγκαίρως και επαρκώς τη συνεργασία τους, προκειμένου να αντιμετωπίσουν από κοινού τις ζωτικές προκλήσεις του αρξαμένου αιώνα˙ και ειδικότερα τις προερχόμενες από τους μεγάλους του παγκόσμιου στερεώματος – μεταξύ των οποίων κανείς από τους επί μέρους κοινοτικούς εταίρους δεν συγκαταλέγεται πλέον. 


Ι ΕΝΔΟΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΖΥΜΩΣΕΙΣ: ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΙΣΧΥΟΣ ΚΑΙ «ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ»


Καθοριστικός για τη δρομολόγηση του ευρωκοινοτικού εγχειρήματος υπήρξε ο διττός φόβος του σοβιετικού επεκτατισμού και της αναβίωσης του γερμανικού ηγεμονισμού. Επτά ωστόσο δεκαετίες αργότερα, η μεν μεταψυχροπολεμική Ρωσία, μολονότι συχνά πηγή προβληματισμού, μακράν απέχει του να συνιστά  υπαρξιακή απειλή για τους κοινοτικούς, ενώ η Γερμανία ανησυχεί τους εταίρους και συμμάχους της λόγω ανεπάρκειας, και όχι υπερβολικής ανάπτυξης του στρατιωτικού της δυναμικού˙ με επακόλουθο τα κυριότερα αρχικά κίνητρα για την προώθηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης να έχουν πλέον εκλείψει. Πρόκειται βέβαια για μια ευτυχή εξέλιξη˙ η οποία όμως καθιστά αναπόδραστο τον εκ μέρους των κοινοτικών λαών και κυβερνήσεων ανακαθορισμό του λόγου ύπαρξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης˙ και συνακόλουθα και της θεσμικής της μορφής. 


Πιο συγκεκριμένα: Οι κοινοτικοί Ευρωπαίοι καλούνται να επιλέξουν μεταξύ της θεσμικής αποτελμάτωσης και της πραγμάτωσης ρηξικέλευθων δομικών τομών. Ουκ ολίγοι δε μεταξύ των – τόσο πατριώτες φοβικά προσηλωμένοι στο υφιστάμενο καθεστώς ελλείψει μιας ευρύτερης θεώρησης των εθνικών τους συμφερόντων, όσο και, ανομολόγητοι ως επί το πολύ, πολέμιοι των πνευματικών και πολιτικών αξιών επί των οποίων  εδράζεται το ευρωενωσιακό οικοδόμημα – παραμένουν προσκολλημένοι στο στάτους κβο. Ενώ οι «δυνάμεις της αλλαγής», από την άλλη, εμφορούνται από συχνά αντιθετικές αντιλήψεις ως προς τον τρόπο και χρόνο ενεργείας. Με τους ακραίους ευρωπαϊστές – στελέχη, μεταξύ άλλων, δεξαμενών σκέψης, αλλά και μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου – να υποτιμούν, αν όχι να αγνοούν τα πολύ πραγματικά εμπόδια στα οποία προσκρούει η ευρωπαϊκή ενοποίηση. Και με τους οπαδούς της ρεαλιστικής σχολής – κατά κύριο λόγο πρακτικούς πολιτικούς, κορυφαίος εκπρόσωπος των οποίων αυτή τη στιγμή είναι ο πρόεδρος Μακρόν – να συνδυάζουν τις ενοποιητικές τους πρωτοβουλίες με την προώθηση των ιδιαίτερων εθνικών τους  στοχεύσεων και βλέψεων. Επιλέγοντας έτσι τη μόνη, πιθανότατα, οδό με θετική προοπτική.


Καθώς, στο μέτρο που η Ευρωπαϊκή Ένωση θα κατορθώσει, αφενός να συγκεράσει στους κόλπους της την αντιπροσωπευτικότητα με την αποτελεσματικότητα, και αφετέρου να δρα διεθνώς ως ενιαία δύναμη, ακόμη και των ισχυρότερων κοινοτικών χωρών τα συμφέροντα – πόσω μάλλον των λοιπών – θα εξυπηρετούνται αποτελεσματικότερα σε ευρωενωσιακό παρά σε στενά εθνικό πλαίσιο˙ θυσιαζομένων, εν ανάγκη, των ήσσονος σημασίας εθνικών επιδιώξεων χάριν των μειζόνων. Και τούτο διότι, δεδομένης της κυρίαρχης παρουσίας κρατών ηπειρωτικών διαστάσεων στο υπό διαμόρφωση παγκόσμιο γεωπολιτικό τοπίο, τα περιθώρια ουσιαστικής γεωπολιτικής αυτοδυναμίας για μεμονωμένες χώρες μικρότερου μεγέθους – έστω και πάλαι ποτέ «μεγάλες δυνάμεις» – έχουν περιορισθεί ασφυκτικά. 


***


Κατά τα λοιπά, αντιπαραβαλλόμενη προς τις τρεις μεγάλες δυνάμεις ΗΠΑ, Κίνα, και Ρωσία, η ΕΕ παρουσιάζει χαρακτηριστική – και εν πολλοίς καθοριστική – ανισότητα επιδόσεων στους επί μέρους συντελεστές ισχύος.


Και ως προς μεν την, κατά την καθιερωμένη ορολογία του καθηγητού J. S. Nye, «ήπια ισχύ» – την υπό ευρεία έννοια πολιτισμική ακτινοβολία – τα εθνικά επιτεύγματα των εταίρων και οι ελληνορωμαϊκές και ιουδο-χριστιανικές αξίες επί των οποίων κατά κύριο λόγο εδράζεται το κοινοτικό οικοδόμημα προσφέρουν στην Κοινοτική Ευρώπη ένα δύσκολα αμφισβητήσιμο συγκριτικό πλεονέκτημα˙ ακόμη και έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών, η πάντοτε ισχυρή, βέβαια, διεθνής εικόνα των οποίων έχει τον τελευταίο καιρό υποστεί σοβαρή φθορά συνεπεία των γνωστών κλυδωνισμών της αμερικανικής κοινωνικής και πολιτικής ζωής.   Η συγκεκριμένη, όμως, μορφή ισχύος δεν αρκεί για να την τοποθετήσει μεταξύ των κύριων παγκόσμιων δυνάμεων. 


Πρόσθετη,  ασφαλώς, γεωπολιτική  βαρύτητα προσδίδουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση  οι οικονομικές της επιδόσεις. Με την κοινοτική οικονομία να κατέχει στην παγκόσμια ιεραρχία την τρίτη θέση μετά την αμερικανική και την κινεζική. Και με την Κοινή Αγορά και το κοινό νόμισμα να συμβάλλουν, πέραν της εξυπηρέτησης των οικονομικών συμφερόντων των συμμετεχουσών χωρών, στην αναβάθμιση του διεθνούς κύρους της ΕΕ. 


Εν απουσία, ωστόσο, επαρκούς ενότητας ενεργείας και κοινότητας διεθνοπολιτικών στόχων, τα εντυπωσιακά αυτά οικονομικά μεγέθη μερικώς μόνο μεταφράζονται σε συλλογική γεωπολιτική επιρροή. Η μεγιστοποίηση της οποίας προϋποθέτει την  επί το συνεκτικότερο αναδόμηση των κοινοτικών οικονομικών θεσμών – ο Γάλλος πρόεδρος έχει προτείνει τη θεσμοθέτηση θέσης υπουργού οικονομικών της Ευρωζώνης και χωριστού ευρωζωνικού προϋπολογισμού και κοινοβουλίου – αλλά και την πραγμάτωση της ως επί το πολύ εικονικής κοινής ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής. 


Σκόπιμο δε είναι να επισημανθεί ότι, υπό το φως της μέχρι τούδε εμπειρίας, η συμμετοχή του συνόλου των κοινοτικών κρατών στις ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις τις προωθούμενες από τα πλέον πρωτοπόρα μέλη – και όχι μόνο στον οικονομικό και στον διεθνοπολιτικό τομέα, αλλά, όπως επισημαίνεται εν συνεχεία, και στον αμυντικό – είναι ανέφικτη. Και ότι εκ των πραγμάτων διαμορφώνεται μια Ευρώπη «πολλαπλών ταχυτήτων», ή κατ’ άλλην ορολογία «ομόκεντρων κύκλων», της οποίας η ευρωζώνη προσφέρει ήδη μια πρόγευση. Εφόσον δε συνεχίσει να μετεξελίσσεται προς την κατεύθυνση αυτή, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα είναι σε θέση, όχι μόνο να αξιοποιεί πληρέστερα το δυναμικό των μελών της, αλλά και να συνάψει ειδικές σχέσεις με χώρες τις οποίες, αρνείται μεν – για λόγους πολιτισμικούς, καθεστωτικούς, γεωπολιτικούς, ή/και οικονομικούς – να εντάξει στους κόλπους της, πλην όμως επιθυμεί να θέσει υπό την οργανική επιρροή της. Και είναι κατ’ εξοχήν η περίπτωση της Τουρκίας.


***


Για να αναζητηθεί, όμως, με όρους ρεαλισμού η θέση της κοινοτικής Ευρώπης στο παγκόσμιο γεωπολιτικό ισοζύγιο, είναι ανάγκη να συνυπολογισθεί ο πάντοτε κυρίαρχος συντελεστής ισχύος που είναι ο στρατιωτικός. Και σε εθνική μεν βάση, ορισμένες κοινοτικές χώρες, με προεξάρχουσα –  μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου – τη Γαλλία, διαθέτουν όχι ευκαταφρόνητη «σκληρή ισχύ». Ενώ και οι συνολικές αμυντικές δαπάνες των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατέχουν τη  δεύτερη ή τρίτη θέση παγκοσμίως – μετά τις αμερικανικές και, σύμφωνα με ορισμένες μετρήσεις, και τις κινεζικές. Παρά ταύτα, η απουσία ουσιαστικού συντονισμού  των αμυντικών φορέων στο εσωτερικό της ΕΕ συνεπάγεται τεράστια, υπό το πρίσμα της συνολικής ευρωπαϊκής στρατιωτικής ισχύος, σπατάλη πόρων˙ και η ουσιαστική ανυπαρξία κοινής εξωτερικής πολιτικής περιορίζει στο έπακρον τη γεωπολιτική αξιοποίηση του υφιστάμενου κοινοτικού στρατιωτικού δυναμικού. 


Με κύριο, βέβαια, κριτήριο τον αριθμό και τη βαρύγδουπη ονομασία των εμπλεκομένων θεσμικών σχημάτων και οργάνων – μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται: η Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας [ΚΠΑΑ], η Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ), η Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία στον Τομέα της Άμυνας (Μ.Δ.Σ. ή PESCO), το Στρατιωτικό Επιτελείο (EUMS), η Στρατιωτική Επιτροπή (EUMC], και ο Ευρωπαϊκός  Οργανισμός Άμυνας (EDA) –  η ευρωκοινοτική πολιτική, τόσο στον εξωτερικό, όσο και στον αμυντικό τομέα θα  έπρεπε να κριθεί πλέον ή επαρκής. Η αξιοποίηση, όμως, του θεσμικού αυτού οπλοστασίου, όπως άλλωστε και της «ρήτρας  αμοιβαίας συνδρομής» της Συνθήκης Ευρωπαϊκής Ένωσης του 2009, προσκρούει στον καταλυτικό ρόλο του κανόνα της ομοφωνίας. Σε αντίθεση δε με το νατοϊκό πλαίσιο, όπου ο ηγετικός ρόλος των ΗΠΑ λειτουργεί καθοριστικά στη διαμόρφωση της και εκεί αναγκαίας ομοφωνίας, στο ευρωκοινοτικό τον τελευταίο λόγο έχει κατά κανόνα ο ελάχιστος κοινός παρανομαστής –  με απόληξη συχνότατα, είτε την πλήρη, έστω και επικοινωνιακά ψιμυθιωμένη,  αδράνεια, είτε μονομερείς ενέργειες εταίρων. Μολονότι δε η κατάργηση ή ο δραστικός περιορισμός του παραλυτικού βέτο έχουν επανειλημμένως προταθεί – μεταξύ άλλων, παλαιότερα από τον τότε πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ και τον Γάλλο πρόεδρο Μακρόν, πρόσφατα δε από τον Γερμανό υπουργό εξωτερικών Χάικο Μάας   -   συγκατάθεση του συνόλου των κρατών-μελών σε μια τέτοια ριζική θεσμική τομή, ούτε διαφαίνεται, ούτε είναι πιθανή. 


Εν τούτοις, παρά το θεσμικό αυτό αδιέξοδο – ή, ακριβέστερα ίσως, προς υπέρβασή του – ο πρόεδρος Μακρόν δεν παύει να εκφέρει ιδιαίτερα φιλόδοξο ευρωπαϊκό λόγο˙ τασσόμενος υπέρ της «ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας» - την οποία σημειωτέον δεν περιορίζει στον στρατιωτικό τομέα ˙ και προτείνοντας, με την υποστήριξη, τόσο της Γερμανίδας καγκελαρίου κυρίας Μέρκελ, όσο και του αντικαγκελαρίου και υποψηφίου του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος για την καγκελαρία κατά τις εκλογές της 26ης Σεπτεμβρίου Olaf Scholz, τη συγκρότηση ενός «πραγματικού ευρωπαϊκού στρατού».  Οι θέσεις δε αυτές, τροφοδοτούμενες και από την περιθωριοποίηση του ευρωενωσιακού παράγοντα στα αφγανικά δρώμενα, έχουν επαναφέρει επί τάπητος, υπό το φως όμως της νέας γεωπολιτικής πραγματικότητας, το διαχρονικό θέμα των σχέσεων της Κοινοτικής Ευρώπης με τις ΗΠΑ, και κατ’ επέκταση με το ΝΑΤΟ. 


ΙΙ ΟΙ ΕΥΡΩΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΙ ΔΕΣΜΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΑΣΙΑΣ


Οι οποίες σχέσεις σκιάζονται από μια εκατέρωθεν αμφιθυμία. Καθώς η Ουάσιγκτον, ενώ στηλιτεύει την ανεπάρκεια των αμυντικών δαπανών των Ευρωπαίων συμμάχων, θεωρεί την αυτοτελή αναβάθμιση του ευρωενωσιακού στρατιωτικού δυναμικού ασύμβατη με την ατλαντική συνοχή. Τα νατοϊκά δε μέλη της Κοινοτικής Ευρώπης, μολονότι  απαξάπαντα αναγνωρίζουν τη ζωτική σημασία της μέσω ΝΑΤΟ αμερικανικής αμυντικής εγγύησης, διχάζονται σε ό,τι αφορά στην προικοδότηση της ΕΕ με αυτόνομη αμυντική διάσταση˙ με αρκετά να την απορρίπτουν, ανήσυχα για τις επιπτώσεις της στους δεσμούς με τις ΗΠΑ. 


Κατά τα άλλα, το μέλλον των ευρω-αμερικανικών σχέσεων συναρτάται σε μεγάλο βαθμό με σειρά οικονομικών και γεωπολιτικών προβλημάτων, τα οποία, προς απογοήτευση αρκετών υπεραισιοδόξων, η νέα ηγεσία στην Ουάσιγκτον δεν έχει ως δια μαγείας – έστω και διπλωματικής – επιλύσει.  


Οι οικονομικές, ειδικότερα, σχέσεις μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ και ιδιαίτερα οι εμπορικές και επενδυτικές είναι οι ευρύτερες και πλέον ολοκληρωμένες παγκοσμίως. Παρά ταύτα, εδώ και δεκαετίες δοκιμάζονται από διχογνωμίες, συνεπαγόμενες μεταξύ άλλων την εκατέρωθεν επιβολή τιμωρητικών δασμών – και οι οποίες παρά την αλλαγή σκυτάλης στον Λευκό Οίκο εξακολουθούν να υφίστανται. Με τη Σύνοδο Κορυφής ΗΠΑ-ΕΕ της 15ης Ιουνίου, ωστόσο, να σηματοδοτεί την κοινή βούληση υπέρβασής τους, μεταξύ άλλων μέσω της συγκρότησης ενός «Υψηλής Στάθμης Συμβουλίου Εμπορίου και Τεχνολογίας ΕΕ-ΗΠΑ» [High-level EU-US Trade and Technology Council (TTC)]. Το πιθανότερο δε είναι ότι οι αμοιβαίως επωφελείς ευρωαμερικανικοί οικονομικοί δεσμοί θα συνεχίσουν να αναπτύσσονται – υπό την προϋπόθεση ότι οι αντίστοιχοι γεωπολιτικοί παραμένουν ισχυροί.  


Οι οποίοι, κατά την πρώτη φάση της προεδρίας Μπάιντεν, σε διακηρυκτικό επίπεδο αναβαθμίσθηκαν. Με εμβληματικές: την πανηγυρική επιβεβαίωση της συμμαχικής αμυντικής αλληλεγγύης του άρθρου 5 της Συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού στο Ανακοινωθέν της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ της 14ης Ιουνίου, σύμφωνα με το οποίο «το ΝΑΤΟ παραμένει το θεμέλιο της συλλογικής μας άμυνας και το απαραίτητο [essential] φόρουμ για τις διαβουλεύσεις ασφαλείας μεταξύ συμμάχων»˙ και τη δέσμευση των δύο πλευρών στη Δήλωση της προμνησθείσης Συνόδου Κορυφής ΗΠΑ-ΕΕ να συνεργασθούν για  την υπεράσπιση της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ανά την υφήλιο και για την αντιμετώπιση των οικονομικών, τεχνολογικών, υγειονομικών και άλλων προκλήσεων της εποχής μας.  Η διατράνωση ωστόσο της ευρωαμερικανικής σύμπνοιας από τις κομβικές αυτές συνόδους κορυφής δεν αρκεί για να αποκρύψει κρίσιμες ενίοτε διεθνοπολιτικές διαφοροποιήσεις στους δυτικούς κόλπους.


***


Ενδεικτική των διαφοροποιήσεων αυτών είναι η στάση έναντι της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Το νατοϊκό ανακοινωθέν καταγγέλλει τις «ρωσικές επιθετικές ενέργειες» κατά μήκος των ανατολικών συνόρων του ευρω-νατοϊκού χώρου ως «απειλή κατά της ευρω-ατλαντικής ασφάλειας»˙ στη δε Δήλωση ΗΠΑ-ΕΕ οι δύο πλευρές διακηρύσσουν: «Εμμένουμε ενωμένοι στην βάσει αρχών προσέγγιση της Ρωσίας και είμαστε έτοιμοι να απαντήσουμε αποφασιστικά  στο επαναλαμβανόμενο μοτίβο αρνητικής της συμπεριφοράς και επιζήμιων δραστηριοτήτων της». Από την άλλη, αμέσως μετά τις δύο αυτές δυτικές συνόδους κορυφής και χωρίς να προηγηθεί σχετική διαβούλευση με τους Ευρωπαίους ηγέτες, ο πρόεδρος Μπάιντεν προχώρησε στην από μακρού κυοφορούμενη συνάντησή του με τον Ρώσο ομόλογό του – προς εμφανή δυσαρέσκεια  των κυριαρχούμενων από τον φόβο της ρωσικής απειλής πρώην κομμουνιστικών χωρών της Βαλτικής και της Ανατολικής Ευρώπης. Ενώ οι ίδιες αυτές ρωσοφοβικές, τρόπον τινά, φωνές ματαίωσαν την επ’ ευκαιρία του ρωσοαμερικανικού προηγουμένου προσπάθεια του Γάλλου προέδρου και της Γερμανίδας καγκελαρίου να εξασφαλίσουν εντολή εκπροσώπησης της ΕΕ για μια συνάντησή τους με τον πρόεδρο Πούτιν. 


Σημειωτέον δε ότι, ούτε η διατλαντική, ούτε η ενδοκοινοτική διάσταση απόψεων ως προς τις σχέσεις με τη Ρωσία είναι καινοφανής. Ο πρόεδρος Μακρόν έχει από καιρού υιοθετήσει δημοσία  την «οραματική» αντίληψη του στρατηγού ντε Γκολ για μια Ευρώπη εκτεινόμενη «από τον Ατλαντικό έως τα Ουράλια».   Και η κυρία Μέρκελ, αψηφώντας τόσο τις αμερικανικές, όσο και τις εντός της ΕΕ ενστάσεις, έχει επανειλημμένως προτάξει κατά τις διαπραγματεύσεις της με τον ρωσικό παράγοντα τα οικονομικά-ενεργειακά συμφέροντα της χώρας της – όπως μαρτυρεί και η περιπετειώδης προώθηση του αγωγού Νόρντ Στριμ 2. 


Ανάλογες δε – και ενδεχομένως εντονότερες – διαφοροποιήσεις σημειώνονται και ως προς την Κίνα. Με τους Αμερικανούς – επί προεδρίας Μπάιντεν, όπως και υπό τους δύο προηγούμενους ενοίκους του Λευκού Οίκου – να την αντιμετωπίζουν ως τον κύριο οικονομικό και γεωπολιτικό αντίπαλό τους˙ και με τους Κοινοτικούς Ευρωπαίους, αδυνατούντες να χαράξουν και ως προς τούτο σαφή ενιαία γραμμή, να συμπλέουν μεν σε κάποιο βαθμό – ποικίλλοντα ανά χώρα  – με τον υπερατλαντικό τους σύμμαχο, πλην όμως να αποφεύγουν γενικώς την όξυνση των σχέσεών τους με τον κυριότερο εμπορικό τους εταίρο που είναι πλέον το Πεκίνο. Ενδεικτικό δε της επαμφοτερίζουσας κοινοτικής στάσης έναντι του τελευταίου αυτού είναι και το ότι και στα δύο προαναφερθέντα ευρωατλαντικά ανακοινωθέντα αποφεύγεται επιμελώς η χρήση της λέξης «απειλή» και των παραγώγων της προς χαρακτηρισμό της ΛΔΚ – σε αντίθεση με την προς τούτο απερίφραστη χρησιμοποίησή της στην αμερικανική Ενδιάμεση Εθνική Στρατηγική Οδηγία.  

***


Σοβαρές, τέλος, επιπτώσεις στις σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτείων με τους κοινοτικούς Ευρωπαίους συνεπάγεται η μερική αποδέσμευση της Ουάσιγκτον από την ευρύτερη Μέση Ανατολή, συνεπεία της μετατόπισης του κέντρου βάρους της παγκόσμιας πολιτικής της προς τον Ινδοειρηνικό, με παράλληλη διατήρηση στρατιωτικών δυνάμεων στην ευρωπαϊκή ήπειρο προς αποτροπή της Ρωσίας. 


Eπί σειρά ετών, για τη διασφάλιση των μεσανατολικών ισορροπιών οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι και εταίροι επαναπαύθηκαν στην επιτόπια αμερικανική στρατιωτική παρουσία, περιοριζόμενοι σε έναν ως επί το πολύ επικουρικό ρόλο. Τούτο δε παρά τις ενίοτε έντονες επιφυλάξεις τους για τις αμερικανικές επιλογές. Επιφυλάξεις οι οποίες, οξυνθείσες επί διακυβέρνησης Τραμπ – κυρίως ένεκα Ιρανικού και Παλαιστινιακού – αλλά σε ύφεση κατά τους πρώτους μήνες της προεδρίας Μπάιντεν, αναζωπυρώνονται  τώρα εξ αιτίας των αμερικανικών χειρισμών του Αφγανικού. Με τους Ευρωπαίους συμμάχους να προσάπτουν μεταξύ άλλων στην Ουάσιγκτον ότι ενήργησε χωρίς προηγούμενη με αυτούς διαβούλευση.  Μολονότι όμως το ευρωπαϊκό ενδιαφέρον για τον μεσανατολικό χώρο παραμένει ζωηρό, η ΕΕ δεν διαθέτει, ούτε το στρατιωτικό δυναμικό, ούτε την ενιαία στρατηγική που προαπαιτούνται για την ουσιαστική της συμμετοχή στις εκεί εξελίξεις. Και συνακόλουθα αρκείται ως επί το πολύ σε διακηρύξεις αρχής – και σε μια άσφαιρη κριτική των αμερικανικών ενεργειών και παραλείψεων.


Ενώ μια ιδιαίτερου ελληνικού ενδιαφέροντος παράμετρος της αφγανικής κρίσης είναι η τουρκική. Αξιοποιώντας τη θρησκευτική και εθνοτική της συγγένεια με τους τουρκογενείς μουσουλμάνους του Αφγανιστάν, η Άγκυρα προσπαθεί να στήσει γέφυρες προς τους επικρατήσαντες Ταλιμπάν, προκειμένου, όχι απλώς να διατηρήσει την ήδη σημαντική παρουσία της στη δοκιμαζόμενη χώρα, αλλά και να τη διευρύνει. Επιδιώκει δε να εκμεταλλευθεί τις ανησυχίες και, εν πολλοίς, την αμηχανία των δυτικών πρωτευουσών για να λειτουργήσει ως, τρόπον τινά, διαμεσολαβητής μεταξύ αυτών και των ταλιμπανικών αρχών. Με τις σχετικές πρωτοβουλίες της να εξυπηρετούν και τις προσπάθειές της – εγκαινιασθείσες με κίνητρα τόσο οικονομικά, όσο και γεωπολιτικά, ήδη προ της εκδήλωσης της αφγανικής κρίσης – να επαναπροσεγγίσει τη Δύση γενικώς και ειδικότερα την ΕΕ. Ενώ οι δυτικές κυβερνήσεις, από την πλευρά τους, προσβλέπουν στην ενίσχυση του ρόλου του τουρκικού παράγοντα στα αφγανικά δρώμενα προς αντιστάθμιση της επιρροής της Ρωσίας, της Κίνας, και του Ιράν – που παρά τις πυκνούμενες σχέσεις τους με την Τουρκία, παραμένουν γεωπολιτικοί ανταγωνιστές της. Οι κοινοτικοί δε Ευρωπαίοι ειδικότερα επιζητούν επί πλέον, και ίσως πρωτίστως, τη  συνδρομή των Τούρκων για την αποτροπή ενός  αφγανικής προέλευσης προσφυγικού-μεταναστευτικού ρεύματος προς τις χώρες τους.   


ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ


Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να ανασυνταχθεί προκειμένου να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του 21ου αιώνα. Ήδη δε διαφαίνεται ότι οι δεσμοί της με τις ΗΠΑ, τόσο μέσω ΝΑΤΟ, όσο και στο πλαίσιο άλλων πολυμερών φόρα, θα διατηρηθούν ισχυροί – με τους Ευρωπαίους εταίρους να συμπράττουν με τους Αμερικανούς για να διαμορφωθεί μια παγκόσμια οικονομική και γεωπολιτική τάξη συμβατή με τα κοινά υλικά τους συμφέροντα, και στο μέτρο του δυνατού και με τις δυτικές πολιτικές και πολιτισμικές αξίες.  Συγχρόνως όμως, είτε από κοινού, είτε συχνότερα επί εθνικής βάσης, τα κράτη-μέλη της ΕΕ αναπτύσσουν με τις δύο μεγάλες ευρωασιατικές δυνάμεις Ρωσία και Κίνα σχέσεις, οικονομικής ιδίως, συνεργασίας, που έχουν επανειλημμένως επισύρει τις αντιρρήσεις, ή και την ευθεία αντίθεση της Ουάσιγκτον, αλλά και ορισμένων ευρωενωσιακών κυβερνήσεων. Ενώ οι απόψεις και θέσεις των κοινοτικών Ευρωπαίων διαφοροποιούνται, κατά περίπτωση, από τις αμερικανικές επιλογές και σε σχέση με την ευρύτερη Μέση Ανατολή. Με τη χάραξη, ωστόσο, αξιόπιστης αυτόνομης ευρωπαϊκής πολιτικής, τόσο στον συγκεκριμένο χώρο, όσο και γενικότερα, να προσκρούει στο δομικό εμπόδιο του κανόνα της ομοφωνίας.


Friday, June 4, 2021

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ ΜΠΑΪΝΤΕΝ: ΠΡΩΤΑ ΔΕΙΓΜΑΤΑ ΓΡΑΦΗΣ

Προδημοσίευση άρθρου από το τεύχος 136 των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ). 



Η αντιπαράθεση των υποψηφίων κατά τις πρόσφατες αμερικανικές προεδρικές εκλογές διεξήχθη κατά κύριο λόγο στο πεδίο της εσωτερικής πολιτικής. Ενώ και η αρχική φάση της προεδρίας Μπάιντεν κυριαρχήθηκε από την εσωτερική επικαιρότητα. Με τον νέο  ένοικο του Λευκού Οίκου να δηλώνει χαρακτηριστικά ότι προτίθεται να ασκήσει «εξωτερική πολιτική χάριν της [αμερικανικής] μεσαίας τάξης».  

Συγχρόνως όμως, αντιμέτωπος με την αδήριτη διεθνή πραγματικότητα, ο κ. Μπάιντεν έδωσε άμα τη αναλήψει των προεδρικών καθηκόντων του και τα πρώτα του δείγματα διεθνοπολιτικής γραφής. Ορισμένες δε επιλογές και χειρισμοί του είναι ήδη επαρκώς ορατά, ώστε, σε συνάρτηση και με τις  προεκλογικές του δεσμεύσεις, αλλά και με τα πεπραγμένα του προκατόχου του, να προσφέρονται σε μια πρώτη αξιολόγηση. 

Ι ΕΝΑΡΚΤΗΡΙΕΣ  ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

Στον εναρκτήριο λόγο του και, εν συνεχεία, επισκεπτόμενος το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και απευθυνόμενος στην Τηλεδιάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, ο πρόεδρος Μπάιντεν – σε προφανή αντιδιαστολή με το εμβληματικό σύνθημα του κ. Τραμπ «Πρώτα η Αμερική» και με την υποβάθμιση από τον προκάτοχό του των διεθνών οργανισμών, του διπλωματικού εργαλείου, και των ανθρώπινων δικαιωμάτων  – διακήρυξε την πίστη του στα δημοκρατικά ιδεώδη και την πρόθεσή του «να ανορθώσουμε τις συμμαχίες μας και να ανασυνδεθούμε με τον κόσμο»˙ και διαβεβαίωσε ότι «η Αμερική επέστρεψε, η Διπλωματία επέστρεψε» [America is back, Diplomacy is back].   Συνακόλουθα δε, σε εκπλήρωση ως επί το πολύ και προεκλογικών του δεσμεύσεων:

  • Ανακάλεσε τους επιβληθέντες επί προκατόχου του περιορισμούς στη μετανάστευση από μουσουλμανικές χώρες προς ΗΠΑ και αύξησε δραστικά το ανώτατο όριο των δεκτών κατ’ έτος στη χώρα προσφύγων. 
  • Επανένταξε τις Ηνωμένες Πολιτείες στη Συνθήκη του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή και στην Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, από τις οποίες τις είχε αποσύρει το προκάτοχός του. Διαθέτοντας δε ανάλογους οικονομικούς πόρους, κατέστησε εκ νέου τη χώρα του ηγέτιδα των παγκόσμιων προσπαθειών για την καταπολέμηση, τόσο της κορωνοϊκής πανδημίας, όσο και των λοιπών μολυσματικών ασθενειών – AIDS, φυματίωση, ελονοσία – που λυμαίνονται την ανθρωπότητα και ειδικότερα τον τρίτο κόσμο. Και σε μία ακόμη επίδειξη αμερικανικής ηγετικής πρωτοβουλίας, αλλά και τηρώντας συνάμα σχετική προεκλογική του δέσμευση, συγκάλεσε μια επιτυχή Παγκόσμια Διάσκεψη Κορυφής για το Κλίμα.
  • Προχώρησε σε επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας του 2015 για τα πυρηνικά  του Ιράν [Joint Comprehensive Plan of Action (JPOA), από την οποία οι ΗΠΑ είχαν επίσης αποσυρθεί επί προεδρίας Τραμπ. 
  • Παρέσχε κατηγορηματικές διαβεβαιώσεις για την «αδιάσειστη» προσήλωσή του στη Συνθήκη του Βόρειου Ατλαντικού, συμπεριλαμβανομένου και του σχετικού με τη συμμαχική αλληλεγγύη και σιωπηρώς υποβαθμισθέντος από τον προκάτοχό του άρθρου 5˙ αναστέλλοντας μάλιστα, εν αναμονή μιας αναθεώρησης της ευρύτερης ανά τον κόσμο αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας, την αποφασισθείσα επί διακυβέρνησης Τραμπ μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής δύναμης στη Γερμανία.  
  • Και εξήγγειλε την πρόθεσή του να συγκαλέσει στην  Ουάσιγκτον, εντός του έτους, «Διάσκεψη Κορυφής Δημοκρατιών».

Συγχρόνως όμως, συνεπής και κατά τούτο προς τις προεκλογικές του θέσεις, ο πρόεδρος Μπάιντεν εμφανίσθηκε τουλάχιστον εξ ίσου άτεγκτος με τον προκάτοχό του έναντι της Κίνας και της Ρωσίας – διαφοροποιούμενος ωστόσο από τον κ. Τραμπ ως προς τη συμβολή των συμμαχιών στην αντιμετώπισή τους. Με χαρακτηριστική την έκκλησή του προς τους Ευρωπαίους συμμάχους, να προαγάγουν διεθνώς, από κοινού με τις ΗΠΑ, τις «δημοκρατικές αξίες», ως μέρος τόσο «του μακροπρόθεσμου στρατηγικού ανταγωνισμού με την Κίνα» – τον οποίο προέβλεψε «σκληρό» [stiff] –, όσο και της αντίκρουσης «της απειλής από τη Ρωσία». Χαρακτηρίζοντας τις «προκλήσεις» της τελευταίας «διαφορετικές ίσως από εκείνες της Κίνας, αλλά εξ ίσου πραγματικές». 

Πράγματι δε, η προβληματική των σινο-αμερικανικών σχέσεων διαφέρει ουσιωδώς από εκείνη των ρωσο-αμερικανικών – με τις σχετικές διαφορές να αντανακλούν κυρίως το διαφορετικό διεθνές βάρος των δύο αυτών αμφισβητιών της παγκόσμιας αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας.      

ΙΙ ΟΙ ΡΩΣΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                

Η Ρωσική Ομοσπονδία αντλεί τη διεθνοπολιτική της σημασία, αφ’ ενός και πρωτίστως, από τη στρατιωτική της ισχύ – διαθέτοντας πυρηνικό οπλοστάσιο απολύτως συγκρίσιμο με το αμερικανικό και λίαν υπολογίσιμες συμβατικές δυνάμεις˙ και, κατά δεύτερο λόγο, από τη γεωγραφική της έκταση και θέση, από τους φυσικούς της πόρους, από την ιδιότητα του μονίμου μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, και από το ιδιαίτερα υψηλό επιστημονικό και μορφωτικό επίπεδο του πληθυσμού της. Από τον άλλη, όμως: ο αμερικανικός πληθυσμός είναι υπερδιπλάσιος του ρωσικού˙ το αμερικανικό ΑΕΠ είναι υπέρ-δεκαπλάσιο εκείνου της Ρωσικής Ομοσπονδίας – με τη  ρωσική, μάλιστα, οικονομία, σε αντίθεση με την πολυμορφία της αμερικανικής, να είναι εξαρτημένη από την παραγωγή και εξαγωγή πρώτων υλών ˙  και οι αμερικανικές συμβατικές στρατιωτικές δυνάμεις υπερέχουν και ποσοτικά και ποιοτικά των ρωσικών. Υπό το φως δε των δεδομένων αυτών, η μεταψυχροπολεμική Ρωσία δεν συνιστά ζωτική απειλή για την αμερικανική υπερδύναμη – εξαιρουμένης φυσικά της περίπτωσης προσφυγής της σε μια, κατά πάσαν βεβαιότητα αυτοκαταστροφική, πρώτη χρήση πυρηνικών όπλων κατά των ΗΠΑ ή των συμμάχων τους˙ ένα ενδεχόμενο, πάντως, ως προς το οποίο το ρωσικό στρατηγικό δόγμα διέπεται από προσεκτική, και συνετή, ασάφεια. Πως επομένως εξηγείται η οιονεί εχθρική αντιμετώπιση της Μόσχας από την Ουάσιγκτον;

Εν πρώτοις, το Δημοκρατικό Κόμμα και ο πρόεδρος Μπάιντεν προσωπικώς προσάπτουν στο Κρεμλίνο μόλις συγκεκαλυμμένη επέμβαση στις τελευταίες δύο αμερικανικές προεδρικές εκλογές, επί το τέλει της στήριξης του Ρεπουμπλικανού υποψηφίου, αλλά και προς διατάραξη και διασυρμό της όλης αμερικανικής εκλογικής διαδικασίας. Πέραν όμως των αιτιάσεων αυτών, στην αμερικανική στάση συμβάλλουν και βαθύτεροι και διαχρονικότεροι λόγοι. Ειδικότερα δε, η εκ διαμέτρου αντίθετη πρόσληψη στις δύο πρωτεύουσες των επίμονων προσπαθειών του προέδρου Πούτιν να ανακόψει και αντιστρέψει τη μεταψυχροπολεμική εσωτερική αποσάθρωση και γεωπολιτική υποβάθμιση της χώρας του. Με κορυφαίο, αυτή τη στιγμή, αλλά ασφαλώς όχι μόνο, πεδίο ρωσο-αμερικανικής διαμάχης, την Ουκρανία. Ενδεχόμενη ένταξη της οποίας στο δυτικό πλέγμα και ειδικότερα στο ΝΑΤΟ αντιμετωπίζεται από τον Ρώσο πρόεδρο ως ευθεία απειλή κατά ζωτικών συμφερόντων της χώρας του – εξ ου και η προσάρτηση στη Ρωσία της ρωσικού πληθυσμού και βάσης των ρωσικών ναυτικών δυνάμεων του Ευξείνου Πόντου Κριμαίας, καθώς και η στήριξη από τη Μόσχα των ρωσόφωνων αποσχιστικών στοιχείων της ανατολικής Ουκρανίας. Ενώ η Ουάσιγκτον διαβλέπει στις ενέργειες αυτές αναβίωση του παραδοσιακού επεκτατισμού της Ρωσίας. Και έχει αντιδράσει, μεταξύ άλλων, με την επιβολή οικονομικών κυρώσεων κατά της Ρωσικής Ομοσπονδίας˙ ήδη επί προεδρίας Τραμπ, κυρίως όμως από τη σημερινή κυβέρνηση. 

Συγχρόνως,  όμως, ο κ. Μπάιντεν αναγνώριζε δημοσία την ανάγκη να αποφευχθεί «η επιστροφή στην ανακλαστική αντιπαράθεση και τους άκαμπτους συνασπισμούς του Ψυχρού Πολέμου». Και στο πνεύμα αυτό, προχώρησε στην παράταση της ισχύος της μείζονος σημασίας ρωσο-αμερικανικής Συνθήκης για την Μείωση των Στρατηγικών [πυρηνικών] Όπλων [START]˙  και απηύθυνε στον κ. Πούτιν πρόσκληση – στην οποία ο Ρώσος πρόεδρος ανταποκρίθηκε – να συναντηθούν προσωπικώς σε «τρίτη χώρα».  Οι εξισορροπητικές δε αυτές ενέργειες δεν πρέπει να είναι άσχετες με τον εύλογο φόβο, ότι η ταυτόχρονη όξυνση των σχέσεων των ΗΠΑ με Ρωσία και Κίνα θα μπορούσε, παρά την ευεξήγητη σινο-φοβία των Ρώσων, να οδηγήσει σε μετατροπή σε συμμαχία της ήδη πολύπλευρης συνεργασίας των δύο αυτών γιγάντων της Ευρασίας.   

ΙΙΙ ΟΙ ΣΙΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Κατά τα λοιπά, όπως υπό τον απελθόντα πρόεδρο, έτσι και υπό τον σημερινό, ως κορυφαίο στρατηγικό της αντίπαλο η Ουάσιγκτον βλέπει τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Η οποία, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών για το 2021, «αποβαίνει όλο και περισσότερο σχεδόν-ισότιμος ανταγωνιστής [near-peer competitor] των Ηνωμένων Πολιτειών…ιδίως οικονομικώς, στρατιωτικώς, και τεχνολογικώς».  Και τη σχέση της οποίας με τις ΗΠΑ, ο υπουργός εξωτερικών κ. Μπλίνκεν έχει χαρακτηρίσει ως τη «μεγαλύτερη γεωπολιτική δοκιμασία  του 21ο αιώνα». Εκτιμώντας ότι «η Κίνα είναι η μόνη χώρα με την οικονομική, διπλωματική, στρατιωτική, και τεχνολογική ισχύ για να αμφισβητήσει σοβαρά το σταθερό και ανοικτό διεθνές σύστημα – τους κανόνες, αξίες και σχέσεις που επιτρέπουν στον κόσμο να λειτουργεί όπως θέλουμε». 

Πράγματι δε, η Κίνα διαθέτει όλως ιδιαίτερο βάρος στο διεθνές ισοζύγιο ισχύος, χάρις: σε έναν πληθυσμό τετραπλάσιο περίπου του αμερικανικού˙ σε μια οικονομία προσεγγίζουσα σε μέγεθος την αμερικανική και κατέχουσα την πρώτη θέση στο παγκόσμιο εμπόριο˙ στην ιδιότητα του μονίμου μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ˙ σε συμβατικές στρατιωτικές δυνάμεις περίπου διπλάσιες σε όγκο των αμερικανικών και ταχέως αναβαθμιζόμενες ποιοτικά˙ και σε ένα πυρηνικό οπλοστάσιο, το οποίο υπολείπεται μεν κατά πολύ του αμερικανικού, πλην όμως συνιστά ένα ισχυρό – και συνεχώς ενισχυόμενο – αποτρεπτικό. 

Εύλογο συνεπώς είναι οι κινεζικές δυνατότητες και βλέψεις να ανησυχούν τους Αμερικανούς. Και στον ευρύτερο μεν διεθνή χώρο, εμβληματική των στοχεύσεων της κινεζικής ηγεσίας είναι η «Πρωτοβουλία Ζώνης και Δρόμου» [Belt and Road Initiative (BRI)]: μια φιλόδοξη προσπάθεια δημιουργίας κατά μήκος της Αφρικής και της Ευρασίας ενός δικτύου κατασκευής υποδομών και επενδύσεων, το οποίο, πέραν της οικονομικής του σκοπιμότητας, προσφέρεται και για την επίτευξη γεωπολιτικής επιρροής˙ τώρα μάλιστα, σε συνδυασμό και με την άσκηση «εμβολιακής διπλωματίας» [vaccine diplomacy] μέσω της κινεζικής σύμπραξης στην αντιμετώπιση της κορωνοϊκής πανδημίας.  Σε ό,τι δε αφορά στην ίδια την κινεζική επικράτεια και στο εγγύς γεωπολιτικό της περιβάλλον, το Πεκίνο, αφ’ ενός, αποκρούει αποφασιστικά κάθε απόπειρα ανάμιξης στη λειτουργία του πολιτικο-κομματικού του συστήματος, συμπεριλαμβανομένων της μεταχείρισης των Ουιγούρων και των Θιβετιανών και της διαχείρισης του Χονγκ Κονγκ, και, αφ’ ετέρου, διεκδικεί τη στρατηγική ηγεμονία στη Θάλασσα της Ιαπωνίας και στη Νότια Σινική Θάλασσα, αποβλέποντας όλως ιδιαίτερα στη δημιουργία συνθηκών ευνοουσών την ανάκτηση της Ταϊβάν˙ με σοβαρούς παρατηρητές, μεταξύ των οποίων και ο Αμερικανός ναύαρχος και πρώην Ανώτατος Συμμαχικός Διοικητής Ευρώπης James Stavridis, να θεωρούν την αμφισβήτηση περί το καθεστώς της ως πιθανή αφορμή ενδεχόμενης σινο-αμερικανικής στρατιωτικής σύρραξης. 

Εν πάση περιπτώσει όμως, ο πρόεδρος Μπάιντεν δείχνει αποφασισμένος και να αποτρέψει την επαπειλούμενη επικράτηση της Κίνας στο παγκόσμιο οικονομικό-τεχνολογικό πεδίο με συνακόλουθο την αποκαθήλωση της Ουάσιγκτον από την ιθύνουσα θέση της, και να ελέγξει τις κινεζικές περιφερειακές βλέψεις. Και προς επίτευξη του δεύτερου στόχου, όχι μόνο ενισχύει, στο πνεύμα της «στροφής προς Ασία» των προκατόχων του, την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στον Ινδοειρηνικό, αλλά και επιχειρεί να αναζωογονήσει τις εκεί αμερικανικές συμμαχίες – τις οποίες οι συχνά αδέξιοι και αντιφατικοί χειρισμοί επί της προηγούμενης προεδρίας, ειδικότερα έναντι της Ιαπωνίας, της Ν. Κορέας, των Φιλιππίνων, και της Αυστραλίας, είχαν θέσει υπό δοκιμασία.  

Σημαντική δε  διαφοροποίηση από τους χειρισμούς Τραμπ συνιστά και η ανάδειξη από τον πρόεδρο Μπάιντεν σε μείζον θέμα της καταπάτησης από το κινεζικό καθεστώς των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και η συνακόλουθη επιβολή  αμερικανικών κυρώσεων κατά κινέζων αξιωματούχων˙ διατηρουμένων σημειωτέον των επί προεδρίας Τραμπ επιβληθέντων δασμών στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης σινο-αμερικανικής εμπορικής αντιπαράθεσης. Με τους ιδιαίτερου, ωστόσο, γεωπολιτικού βάρους Ιάπωνες να εμφανίζονται απρόθυμοι να συμπράξουν στη σκλήρυνση αυτή της πολιτικής των Αμερικανών συμμάχων τους – προϊδεάζοντας έτσι την Ουάσιγκτον για τα εμπόδια στα οποία θα προσκρούσει η διαφαινόμενη προσπάθειά της να συμπήξει ένα ευρύτερο περιφερειακό μέτωπο κατά του Πεκίνου.

Ενώ, αναφερόμενος γενικότερα στη στάση της χώρας του έναντι των δύο κύριων στρατηγικών της ανταγωνιστών, ο Αμερικανός διεθνολόγος  Charles Kupchan εύστοχα επισημαίνει: «Θα είναι πολύ δύσκολο για τις ΗΠΑ να συνεργαστούν με την Κίνα και τη Ρωσία επί πρακτικώς οποιουδήποτε ζητήματος, εάν η αμερικανική υψηλή στρατηγική εστιάζεται στην κατεδάφιση των ανελεύθερων δυνάμεων. Αντί να εξαπολύει ιδεολογικές ομοβροντίες, η κυβέρνηση Μπάιντεν πρέπει να διαμορφώσει υπολογισμένες αποκρίσεις στις συγκεκριμένες απειλές από την Κίνα και τη Ρωσία, επιδιώκοντας συγχρόνως ρεαλιστική συνεργασία με αυτές

ΙV. ΕΥΡΥΤΕΡΗ Μ. ΑΝΑΤΟΛΗ ΚΑΙ ΑΤΕΛΕΙΩΤΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ

Μερική σύμπτωση των στρατηγικών επιλογών του σημερινού προέδρου με εκείνες του προκατόχου του σημειώνεται και στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, στο μέτρο που ο πρόεδρος Μπάιντεν μειώνει δραστικά το εκεί αμερικανικό «στρατιωτικό αποτύπωμα»˙ επικαλούμενος μεν προς τούτο την νίκη επί της – ούτως ή άλλως υπερτιμηθείσης, παρά την προφανή της επικινδυνότητα – ισλαμικής τρομοκρατίας και την προεκλογική του δέσμευση να τερματίσει τους «αιώνιους πολέμους», στην πραγματικότητα όμως προς εξασφάλιση πρόσθετων πόρων για το μέτωπο του Ινδοειρηνικού. Ωστόσο, η απεμπλοκή των Αμερικανών από το μεσανατολικό γεωπολιτικό ναρκοπέδιο αποδεικνύεται δυσχερέστερη από την αρχική θριαμβική εμπλοκή τους. Καθώς συνεπάγεται τον διττό κίνδυνο της αναζωπύρωσης των περιφερειακών συγκρούσεων, και της κάλυψης του προκύπτοντος στρατηγικού κενού από τη Ρωσία και την Κίνα, σε σύμπραξη με το Ιράν, και εις βάρος, μεταξύ άλλων: των υπό αμερικανική επιρροή αραβικών κρατών – Σαουδικής Αραβίας, Αιγύπτου, Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων˙ των στηριζόμενων από τους Αμερικανούς  κυβερνήσεων του Αφγανιστάν και του Ιράκ˙ αλλά και του στενότερου συμμάχου των Αμερικανών στην περιοχή και υπό αμερικανική προστασία Ισραήλ. 

Τις ανησυχίες του οποίου διεγείρει, επιπροσθέτως, η απομάκρυνση της προεδρίας Μπάιντεν από τη γραμμή Τραμπ σε δύο μείζονος σημασίας από ισραηλινής σκοπιάς θέματα: Ως προς το Παλαιστινιακό, οι νέοι Αμερικανοί ιθύνοντες εμφανίζονται απρόθυμοι να συνεχίσουν τη στήριξη που οι προκάτοχοί τους παρείχαν σε ακραίες ισραηλινές επιλογές˙ με τον πρόεδρο Μπάιντεν να καταβάλλει, κατά τα άλλα, εμφανή προσπάθεια να αποφύγει τον εγκλωβισμό του, υπό την πίεση των σχετικών αντιθέσεων στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος,  στην, κατά την έκφραση του σχολιογράφου της Γκάρντιαν Jonathan Freedland, «μαύρη τρύπα» της ισραελο-παλαιστινιακής αντιπαράθεσης. Kαι, παρά τις ζωηρές ισραηλινές ενστάσεις, η Ουάσιγκτον συμπράττει ενεργώς στην επαναδιαπραγμάτευση της πυρηνικής συμφωνίας με την Τεχεράνη. 

Τις γεωπολιτικές δε αυτές παραμέτρους της μεσανατολικής του πολιτικής, ο  πρόεδρος Μπάιντεν καλείται να εναρμονίσει με την κεκηρυγμένη προσήλωσή του στα ανθρώπινα δικαιώματα και τις δημοκρατικές αξίες. Εγχείρημα ιδιαίτερα δυσχερές – και έως και ανέφικτο – σε μια περιοχή εγγενώς ρέπουσα προς πάσης φύσεως αυταρχισμούς. Και όπου το ιδεολόγημα του «εκδημοκρατισμού» εργαλειοποιήθηκε, κατά το πρόσφατο ακόμη παρελθόν, για να δικαιωθεί η έξωθεν επιβολή «καθεστωτικών αλλαγών», που από το Αφγανιστάν και το Ιράκ έως τη Λιβύη και τη Συρία αποδείχθηκαν καταστροφικές, τόσο υπό ανθρωπιστική έποψη, όσο και υπό το πρίσμα της περιφερειακής σταθερότητας, και συνακόλουθα και των ίδιων των αμερικανικών συμφερόντων. 

Μια όλως ιδιαίτερου, τέλος, ελληνικού ενδιαφέροντος πτυχή της μεταλλασσόμενης  μεσανατολικής πραγματικότητας είναι η μετεξέλιξη των σχέσεων της Τουρκίας με τη Δύση και με τα προσκείμενα στην τελευταία αυτή καθεστώτα.

Παρά την αύξουσα και ποικιλόμορφη συνεργασία της με τη Ρωσία και την Κίνα και την κοινή δυσαρέσκεια  για την αμερικανική πολιτική, φυσικό είναι η Άγκυρα να αντιμετωπίζει τις δύο κατά βάσιν ανταγωνιστικές της αυτές δυνάμεις με ανήσυχη καχυποψία. Ενώ η χειμαζόμενη τουρκική οικονομία χρειάζεται πιεστικά δυτική αιμοδοσία. Εξ ου και η προσπάθεια της τουρκικής ηγεσίας να βελτιώσει, χωρίς θυσία, ει δυνατόν, της γεωπολιτικής της αυτονομίας, τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ και την ΕΕ˙ αλλά και τα ανοίγματά της προς Αίγυπτο, Σαουδική Αραβία, και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.  Μέχρι πρότινος δε και προς τους Ισραηλινούς. Με τους οποίους όμως οι σχέσεις της έχουν εκ νέου εκτραχυνθεί συνεπεία της όξυνσης του Παλαιστινιακού και της συνακόλουθης επιλογής του προέδρου Ερντογάν, στο πλαίσιο των ηγεμονικών περιφερειακών φιλοδοξιών του, να ενδυθεί άπαξ έτι τον μανδύα του κύριου προμάχου των Παλαιστινίων κατά του «κράτους τρομοκράτη Ισραήλ». 

Από τη δική τους πάλι πλευρά, οι Αμερικανοί, αλλά και οι κοινοτικοί Ευρωπαίοι, , εκτιμούν ότι οι Τούρκοι είναι σε θέση στρατηγικώς,  είτε να συμπράξουν, είτε να εγείρουν προσκόμματα στην προεξοφλούμενη προσπάθεια Ρώσων, Κινέζων, και Ιρανών να επωφεληθούν της συρρίκνωσης της δυτικής παρουσίας στον μεσανατολικό χώρο για να επεκτείνουν την εκεί επιρροή τους. Δοθέντος δε ότι η σημερινή Τουρκία, σε σύγκριση με την προ Ερντογάν, διαθέτει και μεγαλύτερο γεωπολιτικό και στρατιωτικό εκτόπισμα, αλλά και εκ των πραγμάτων περισσότερες διεθνοπολιτικές επιλογές, η Δύση – παρά τη γνωστή αποστροφή του κ. Μπάιντεν και των σημαντικότερων ευρωπαίων ηγετών προς τον αυταρχισμό του κ. Ερντογάν, και παρά, επίσης, προκλητικές ενέργειες της τουρκικής ηγεσίας, όπως κατ’ εξοχήν οι έναντι της χώρας μας και της Κυπριακής Δημοκρατίας – εξακολουθεί να επενδύει στον τουρκικό παράγοντα, αν και με επικαιροποιημένο στρατηγικό σκεπτικό. Το πιθανότερο δε είναι να συνεχίσει την έναντι της Άγκυρας δοκιμασμένη τακτική του μαστιγίου και του καρότου – με έμφαση στο δεύτερο. 

ΙV ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΕΥΡΩΠΑΙΟΥΣ ΣΥΜΜΑΧΟΥΣ ΚΑΙ ΕΤΑΙΡΟΥΣ

Η εμφανέστερη διαφοροποίηση της εξωτερικής πολιτικής του σημερινού Αμερικανού προέδρου από εκείνη του προκατόχου του σημειώνεται στο πεδίο των σχέσεων της Ουάσιγκτον με τους Ευρωπαίους συμμάχους και εταίρους της. Τους δεσμούς με του οποίους ο κ. Μπάιντεν, όπως προαναφέρθηκε, κατέβαλε ευθύς άμα τη αναλήψει των προεδρικών του καθηκόντων προσπάθειες να ενισχύσει, τόσο σε διακηρυκτικό επίπεδο – που ασφαλώς δεν πρέπει να υποτιμηθεί –, όσο και με την επιστροφή των ΗΠΑ σε διεθνείς θεσμούς και συμφωνίες, η απόσυρσή τους εκ των οποίων είχε προκαλέσει την έντονη ευρωπαϊκή δυσαρέσκεια. Ενώ και εν συνεχεία, η αμερικανική πλευρά, του προέδρου προσωπικώς συμπεριλαμβανομένου, έχει συμμετάσχει ενεργώς στα νατοϊκά δρώμενα, δίδοντας παραλλήλως ένα κατ’ αρχήν ευπρόσδεκτο από ευρωπαϊκής σκοπιάς «παρών» στο ευρωενωσιακό γίγνεσθαι. 

Ωστόσο, όλα δείχνουν ότι η αδιάσπαστη ευρωατλαντική ενότητα της ψυχροπολεμικής εποχής, ή ακόμη και η σύμπνοια της μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ «αμερικανικής μονοπολικής στιγμής», ανήκουν στο παρελθόν. Στο υπό διαμόρφωση νέο παγκόσμιο γεωπολιτικό τοπίο οι στοχεύσεις και προτεραιότητες των δύο ακτών του Ατλαντικού συχνά αποκλίνουν˙ με την αναγκαία, κατά τα λοιπά, χάραξη κοινής γραμμής να περιπλέκεται περαιτέρω από τις διαφωνίες στους ίδιους τους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ενδεικτικώς: 

Ως προς τις σχέσεις με τους Ρώσους, ο πρόεδρος Μακρόν υιοθετεί προσέγγιση παραπέμπουσα σε κάποιο βαθμό στη ντεγκολική αντίληψη της Ρωσίας ως αναπόσπαστου τμήματος μιας ευρύτερης Ευρώπης˙ το Βερολίνου τείνει να προτάξει την οικονομική διάσταση – με χαρακτηριστική περίπτωση τον, απαράδεκτο για τους Αμερικανούς, ενεργειακό γερμανο-ρωσικό αγωγό˙ ενώ, αντιθέτως Πολωνοί και Βάλτοι διακατέχονται από αμυντικό σύνδρομο, ενίοτε προσεγγίζον το φοβικό – και ως εκ τούτου συντάσσονται προθύμως με την μαχητική αμερικανική στάση. 

Ακόμη δε εντονότερες, ίσως, είναι οι ευρω-ατλαντικές διαφωνίες σε ό,τι αφορά στην αντιμετώπιση του Πεκίνου˙ με τους Ευρωπαίους να δίδουν προτεραιότητα, ως επί το πολύ, στις σινοευρωπαϊκές εμπορικές ανταλλαγές – οι οποίες, σημειωτέον, ήδη το 2020 υπερέβησαν σε όγκο τις ευρωαμερικανικές. 

Ενώ, η αναζωπύρωση του  Παλαιστινιακού, αποκαλύπτοντας  πρόσθετες ρωγμές στο οικοδόμημα της «κοινής ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής» – με Γάλλους, Σουηδούς και Ιρλανδούς να στηρίζουν τους Παλαιστινίους, και Γερμανούς, Αυστριακούς και Σλοβένους το Ισραήλ – δυσχέρανε περαιτέρω τον συντονισμό των Βρυξελλών με την, ούτως ή άλλως ταλαντευόμενη επί του θέματος Ουάσιγκτον.

Ενθαρρυντικό, ωστόσο, είναι ότι και στα τρία αυτά γεωπολιτικά μέτωπα, και όχι μόνον, έχει μέχρι στιγμής επιτευχθεί μια – συχνά ελάχιστου κοινού παρανομαστή, πλην όμως καθοριστικής σημασίας –  διατλαντική συνεννόηση.  

ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ

Η εξωτερική πολιτική της προεδρίας Μπάιντεν διέρχεται ακόμη στάδιο διαμόρφωσης.  Ωστόσο είναι ήδη προφανές ότι, ενώ στον εσωτερικό τομέα ο νέος πρόεδρος διαφοροποιήθηκε εντυπωσιακά από τον προκάτοχό του  με τον, μεταξύ άλλων, ρηξικέλευθο χειρισμό της κορωναϊκής πανδημίας και της οικονομίας, στον διεθνή χώρο οι κεντρικές επιλογές του παρουσιάζουν σαφώς  μεγαλύτερη συνέχεια με εκείνες της προεδρίας Τραμπ. Όπερ όμως δεν σημαίνει ότι και εκεί δεν σημειώνονται διαφοροποιήσεις, και δη σημαντικές. Μεταξύ των οποίων ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη είναι η αλλαγή του επικοινωνιακού ύφους της αμερικανικής ηγεσίας έναντι των συμμάχων και εταίρων˙ και άρα η θεαματική βελτίωση της διεθνούς εικόνας και η συνακόλουθη αύξηση της «ήπιας ισχύος» των ΗΠΑ. 

Ενώ αύξουσα σημασία για τη χάραξη της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής προσλαμβάνει η εντός των κόλπων του κυβερνώντος Δημοκρατικού Κόμματος αντιπαράθεση μεταξύ ακραίων ιδεαλιστών και ρεαλιστών. Με τον ίδιον τον πρόεδρο, παρά τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις και ευαισθησίες, να ανήκει, όπως όλα δείχνουν, στους τελευταίους.  Αλλά και με τον πολιτικό, ακριβώς, ρεαλισμό να του επιβάλλει να συνυπολογίζει τις, έστω και υπερβολικές, ιδεαλιστικές φωνές. Καταβάλλοντας μεν έτσι ως τίμημα τη δυσχέρανση και επιμήκυνση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων, αλλά πιθανότατα εξασφαλίζοντας τη βιωσιμότητα των αποφασισθέντων. 


Friday, March 26, 2021

ΠΕΡΙ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ

Προδημοσίευση άρθρου από το τεύχος 135 των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ). 


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Διαχρονικά, και εν πολλοίς δικαίως, οι μετέχοντες στον ελληνικό δημόσιο διάλογο συχνά επισημαίνουν έλλειμμα εθνικής στρατηγικής. Χωρίς, όμως, να δείχνουν πάντοτε ότι κατανοούν σε τι ακριβώς συνίσταται η τελευταία αυτή και πως καταστρώνεται. 

Κατά μία διαδεδομένη άποψη, για την κάλυψη του διαπιστούμενου στρατηγικού κενού αρκεί οι κύριες πολιτικές δυνάμεις του τόπου να συμφωνήσουν σε ορισμένες γενικές αρχές κρατικής συμπεριφοράς, όπως  ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου και των δημοκρατικών αξιών, και, στο μέτρο του δυνατού, και στους βασικούς διεθνοπολιτικούς προσανατολισμούς της χώρας. Mολονότι, όμως, μια τέτοια αδρομερής διακομματική συναίνεση διευκολύνει τη χάραξη εθνικής στρατηγικής, δεν την υποκαθιστά. Καθώς πρόσθετο  και εξ ίσου καίριο ζητούμενο εν προκειμένω είναι, το μεν η συνεχής, υπό το φως του διεθνούς περιβάλλοντος, επικαιροποίηση και εξειδίκευση των εθνικών στόχων, το δε  η εξασφάλιση των αναγκαίων για την επίτευξή τους μέσων. Ειδικότερα:

Ι. ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ,  ΕΘΝΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΙΣΧΥΣ

Το διεθνές περιβάλλον

Τόσο το ευρύτερο, όσο και το εγγύς διεθνές μας περιβάλλον διέρχονται φάση αυξημένης ρευστότητας αναπόφευκτα περιπλέκουσας τους στρατηγικούς μας σχεδιασμούς. 

Σε ότι αφορά στο πρώτο: Οι βεβαιότητες του επί Ψυχρού Πολέμου διπολισμού και της εν συνεχεία αμερικανικής οιονεί μονοκρατορίας έχουν δώσει τη θέση τους στις αβεβαιότητες ενός αύξοντος πολυκεντρισμού, κυριαρχούμενου από την ανάδυση του κινεζικού κολοσσού ως κύριου αντιπάλου των ΗΠΑ και της Δύσης γενικότερα, και από την αναβάθμιση του ρόλου μεγάλων περιφερειακών δυνάμεων – και πρωτίστως, λόγω του πυρηνικού της οπλοστασίου, της Ρωσίας. Και συγχρόνως δοκιμάζονται οι σχέσεις της Ουάσιγκτον με την Κοινοτική Ευρώπη εντός και εκτός ΝΑΤΟ, αλλά και οι δεσμοί μεταξύ των ίδιων των Ευρωπαίων εταίρων. 

Στον στενότερο δε γεωπολιτικό μας περίγυρο, ενώ, υπείκοντες μεταξύ άλλων στην ευρωενωσιακή πίεση, οι προς βορράν γείτονές μας δείχνουν διατεθειμένοι να συμπράξουν στην  ομαλοποίηση της περιφερειακής τάξης πραγμάτων – με χαρακτηριστική του κλίματος αυτού την επίλυση του χρονίζοντος «Σκοπιανού» –, στην Ανατολική Λεκάνη της Μεσογείου, και όλως ιδιαίτερα στον αιγαιακό και κυπριακό χώρο, οι αύξουσες, υπέρμετρες ηγετικές φιλοδοξίες της Άγκυρας θέτουν τη σταθερότητα, και ακόμη και την ειρήνη, σε κίνδυνο.

Το εθνικό συμφέρον

Πρόκειται περί πραγματικοτήτων προφανούς σημασίας για τη χάραξη μιας αποτελεσματικής εθνικής στρατηγικής. Βάθρο, κατά τα λοιπά, της οποίας είναι αυτονοήτως το εθνικό συμφέρον. Μια έννοια πολυσήμαντη, καλύπτουσα σε ό,τι μας αφορά, φάσμα εκτεινόμενο από τα ζωτικά συμφέροντα του Ελληνισμού, με πυρήνα την ασφάλεια της ελληνικής επικράτειας και της Κυπριακής Δημοκρατίας, έως σειρά άλλων, υψίστης σπουδαιότητας στόχων˙ μεταξύ των οποίων η στήριξη της εθνικής οικονομίας, η συμπαράσταση στους εκτός συνόρων ελληνικούς μειονοτικούς πληθυσμούς, η αξιοποίηση των Αποδήμων, και η ενίσχυση της διεθνούς πολιτικής, οικονομικής, πολιτισμικής και στρατιωτικής παρουσίας της χώρας μας. 

Με τους διαμορφωτές της εθνικής μας στρατηγικής να καλούνται, αφ’ ενός, να συγκεκριμενοποιήσουν και ιεραρχήσουν τα επί μέρους αυτά συμφέροντα, και, αφ’ ετέρου, να εξασφαλίσουν τη στήριξή τους με επιλεκτική προσφυγή στην εθνική ισχύ: στην «ήπια» – διπλωματική, οικονομική, πολιτισμική, επικοινωνιακή˙ αλλά εν ανάγκη και στη «σκληρή» – ήτοι στον στρατιωτικό βραχίονα του κράτους.  

Η εθνική ισχύς

Και η μεν προσφυγή στη στρατιωτική συνιστώσα της εθνικής ισχύος, απευκταία κατ’ αρχήν, αποδεικνύεται ενίοτε αναπόφευκτη – όταν διακυβεύονται ζωτικής σημασίας εθνικά συμφέροντα, ή στο πλαίσιο υποχρεώσεων που απορρέουν από διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας – από συμμαχίες της, συμμετοχή της σε διεθνείς οργανισμούς, κ.τ.τ.. Κατά τα άλλα, όμως, ο ειρηνικός συμβιβασμός των αντικρουόμενων κρατικών συμφερόντων ανήκει στην καθημερινότητα της  διεθνούς ζωής. Και συνακόλουθα τον κεντρικό ρόλο στις διακρατικές σχέσεις επωμίζεται κατά κανόνα η διπλωματία˙ αξιοποιώντας τα πολλαπλά ειρηνικά μέσα στη διάθεση του κράτους – κατά περίπτωση δε και τη στρατιωτική του ισχύ, ως επικουρικό όμως μέσο πίεσης ή αποτροπής.

Σημειωτέον ότι υπό την έποψη της σκληρής ισχύος, η χώρα μας κατέχει προέχουσα θέση μεταξύ των δυτικών μας συμμάχων και εταίρων, τόσο ποιοτικά, όσο, τηρουμένων των δημογραφικών αναλογιών, και ποσοτικά.  Υπερέχει δε απολύτως όλων των βόρειων γειτόνων μας. (Παρά ταύτα, αντιμέτωποι με μια εντατικώς εξοπλιζόμενη και διεθνοπολιτικά ανήσυχη και ανησυχητική Τουρκία, είμεθα αναγκασμένοι το ήδη σημαντικό αυτό στρατιωτικό δυναμικό να το ενισχύσουμε περαιτέρω.)   

Ενώ, ως προς την ήπια ισχύ, πλεονεκτούμε πολλαπλώς έναντι του συνόλου των χωρών που μας περιστοιχίζουν: Διπλωματικά, χάρις, κυρίως, στην από μακρού  ένταξή μας στη Δύση και τους θεσμούς της˙  οικονομικά, μεταξύ άλλων, με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ μας να υπερβαίνει κατά πολύ εκείνο των γειτόνων μας και με  τον ελληνικής ιδιοκτησίας εμπορικό στόλο να κατέχει την πρώτη θέση παγκοσμίως˙ και πολιτισμικά, διαθέτοντας το ανεκτίμητο κεφάλαιο της πνευματικής και καλλιτεχνικής παρακαταθήκης του διαχρονικού Ελληνισμού και της αίγλης που τον περιβάλλει, σε συνδυασμό με την όχι ευκαταφρόνητη σύγχρονη ελληνική διανόηση και με το δυναμικό παρών της Ελληνικής Διασποράς.

ΙΙ. ΦΟΡΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΧΑΡΑΞΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ

Ο ρόλος της αντιπολίτευσης

Εκ των ως άνω προκύπτει ότι την κύρια ευθύνη για τη χάραξη της εθνικής στρατηγικής φέρουν κατ’ ανάγκην οι και επιφορτισμένοι με την υλοποίησή της εκάστοτε κυβερνώντες – στο πρωθυπουργοκεντρικό πολιτειακό μας σύστημα, σε τελευταία ανάλυση ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Στο μέτρο όμως που το επιτρέπει η ενίοτε ιδιαίτερα ευαίσθητη φύση των υπό αντιμετώπιση ζητημάτων, είναι σκόπιμο, χάριν της πληρότητας, αλλά και του εντός και εκτός συνόρων κύρους των στρατηγικών μας σχεδιασμών, όπως οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης, όχι μόνο τηρούνται ενήμερες των σχετικών αποφάσεων, αλλά και έχουν τη δυνατότητα να συμβάλουν συμβουλευτικά στη λήψη τους. Επαρκή δε προς τούτο θεσμικό χώρο παρέχουν, εκτός των συνόδων της ολομέλειας της Βουλής, η  Διαρκής Επιτροπή Εθνικής 'Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων και το Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής [Ε.Σ.Ε.Π.], καθώς  και οι υπό τον πρόεδρο της Δημοκρατίας συσκέψεις των αρχηγών των εκπροσωπούμενων στη Βουλή κομμάτων – εφ’ όσον, βέβαια, οι θεσμοί αυτοί αξιοποιούνται δεόντως, τόσο από κυβερνητικής, όσο και από αντιπολιτευτικής πλευράς. 

Το θεσμικό στρατηγικό κενό

Το ανησυχητικό, ωστόσο, είναι ότι η ίδια η εκτελεστική εξουσία πάσχει από στρατηγική ένδεια, εν απουσία ενός θεσμικού φορέα ικανού να την συνδράμει αποτελεσματικά στην εκπλήρωση ενός κρίσιμου μέρους της αποστολής της˙ αφ’ ενός,  καλύπτοντας το κενό μακρόπνοης στρατηγικής σχεδίασης, και, αφ’ ετέρου, παρακολουθώντας και αξιολογώντας τις εξελίξεις στα  εξωτερικά μέτωπα της χώρας, προκειμένου να ενημερώνει εγκαίρως τον πρωθυπουργό και να του υποβάλλει, κατά περίπτωση, εισηγήσεις επί του πρακτέου. 

Και τύποις μεν, το διττό αυτό έργο έχει εν μέρει ανατεθεί στο Κυβερνητικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας [ΚΥ.Σ.Ε.Α].  Ένα όργανο το οποίο, συνεδριάζοντας υπό την προεδρία του πρωθυπουργού και με τη συμμετοχή των υπουργών εξωτερικών, εθνικής άμυνας, και ναυτιλίας και νησιωτικής πολιτικής, και του Α/ΓΕΕΘΑ, καλείται θεωρητικώς να «διαμορφώνει την στρατηγική εθνικής ασφάλειας, λαμβάνοντας υπόψη την εξωτερική και αμυντική πολιτική, την πολιτική δημόσιας τάξης και πολιτικής προστασίας, την πολιτική κυβερνοασφάλειας, ενεργειακής ασφάλειας και ασφάλειας κρίσιμων εθνικών υποδομών» και να «συντονίζει παράλληλα τους εμπλεκόμενους αρμόδιους φορείς και τους αναγκαίους πόρους για την εφαρμογή της». Αλλά το οποίο στην πράξη, συγκαλούμενο ευκαιριακά και ως επί το πολύ για θέματα στελέχωσης και προμηθειών των ενόπλων δυνάμεων, έχει σαφώς εκτραπεί από την ευρύτερη  αποστολή του˙ για την εκτέλεση της οποίας, άλλωστε, λόγω σύνθεσης και κανόνων λειτουργίας δεν διαθέτει την αναγκαία ευελιξία. 

Μια πρόταση

Θεσμικό συνεπώς κενό υπάρχει. Το οποίο θα μπορούσε να καλυφθεί με τη σύσταση παρά τω πρωθυπουργώ και υπό τη διεύθυνση προσώπου της επιλογής του ενός αυστηρώς συμβουλευτικού, ολιγομελούς επιτελικού οργάνου – ενός «Συμβουλίου Εθνικής Στρατηγικής», αλλά η ονομασία του είναι τριτεύουσας σημασίας – εν λειτουργία επί 24ώρου βάσεως, και συγκροτούμενου από στελέχη της κρατικής διοίκησης εκπροσωπούντα τα κυρίως εμπλεκόμενα στο έργο του υπουργεία και υπηρεσίες. 

Πρέπει δε να τονισθεί ότι, σε όλους τους τομείς που εν προκειμένω ενδιαφέρουν – διπλωματικό, στρατιωτικό, κλπ. – το κράτος διαθέτει άριστο στελεχικό δυναμικό. Η αξιοποίηση του οποίου θα συμβάλει και στη διαχρονικά προβληματική παρ’ ημίν διϋπουργική συνεργασία και συντονισμό. Ενώ ένα επί πλέον πλεονέκτημα μιας τέτοιας στελέχωσης – σε αντιδιαστολή με την προσφυγή σε πρόσωπα εκτός κρατικής υπηρεσίας – θα είναι η ελαχιστοποίηση της επιβάρυνσης του κρατικού προϋπολογισμού. Κατά τα λοιπά, η χρησιμότητα του όποιου συμβουλευτικού οργάνου εξαρτάται από τον βαθμό στον οποίο ο έχων και τον αποφασιστικό λόγο στα της χάραξης της εθνικής στρατηγικής εκάστοτε πρωθυπουργός επιλέγει να το αξιοποιήσει. 

ΙΙΙ. ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΜΑΣ  ΕΠΙΛΟΓΩΝ

Η διεθνοπολιτική μας πυξίδα

Μολονότι η ρευστότητα του διεθνούς μας περιβάλλοντος περιπλέκει τους εθνικούς μας χειρισμούς, ορισμένες βασικές διεθνοπολιτικές μας επιλογές παραμένουν σταθερές παρά την εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία˙ αποτελώντας τρόπον τινά την πυξίδα της πλοήγησής μας στον διεθνή χώρο. 

Α. Εν πρώτοις, αναγνωρίζεται ευρύτατα ότι η παρουσία μας στον ευρωατλαντικό κόσμο και τους θεσμούς του εξακολουθεί να εξυπηρετεί μείζονα εθνικά μας συμφέροντα. 

Η συμμετοχή μας στο ΝΑΤΟ, χωρίς να αποτελεί στρατηγική πανάκεια, συμβάλλει, αφ’ ενός, στην πολυσχιδή ενίσχυση των ενόπλων μας δυνάμεων, και, αφ’ ετέρου, στην εμπέδωση και διεύρυνση των δεσμών μας με την αμερικανική υπερδύναμη˙ της οποίας τον συνεχιζόμενο, και ενδεχομένως και διευρυνόμενο υπό τον πρόεδρο Μπάιντεν, ρόλο στην ευρύτερη περιοχή μας – μεσανατολική, μεσογειακή, και βαλκανική – θα ήταν ασύνετο να υποτιμήσουμε.  

Ενώ ιδιαίτερη βαρύτητα έχει προσλάβει συν τω χρόνω η ευρωενωσιακή μας ταυτότητα. Η οποία ήδη μας προσφέρει πολλαπλά οφέλη – οικονομικά, διπλωματικά, θεσμικά, αλλά, καθ’ ό μέτρο αναπτύσσεται η Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας, και στρατιωτικά˙ και θα αποβεί καθοριστικής σημασίας για το εθνικό μας μέλλον, εάν κάποτε οικοδομηθεί η συμπολιτεία που οραματίζονται οι πλέον ρηξικέλευθοι ευρωπαϊστές. 

Δεν πρέπει ωστόσο να μας διαφεύγει ότι η σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει μια ιδιότυπη, προωθημένη μορφή σύμπραξης κυρίαρχων εθνικών κρατών, τα περισσότερα εκ των οποίων, και δη τα μεγαλύτερα, εμφανίζονται απρόθυμα να θυσιάσουν κυριαρχικά τους δικαιώματα χάριν μιας αποτελεσματικότερης συλλογικής δράσης – ιδιαίτερα στους κατ’ εξοχήν ενδιαφέροντες την Ελλάδα τομείς της ασφάλειας και άμυνας. Τη διαπίστωση δε αυτή οι διαμορφωτές της ευρωπαϊκής μας στρατηγικής οφείλουν να έχουν μονίμως προ οφθαλμών˙ χωρίς ασφαλώς να παραμελούν την επιτελική προετοιμασία μας για την έγκαιρη αξιοποίηση ενδεχόμενης αναζωογόνησης της ευρωπαϊκής ενοποιητικής δυναμικής. 

Β. Η δυναμική επιστροφή της μεταψυχροπολεμικής Ρωσίας και η θεαματική άνοδος της Κίνας στη διεθνή σκηνή θέτουν την Ελλάδα προ νέων στρατηγικών προκλήσεων και διλημμάτων. 

Με τη Ρωσία μας συνδέουν παραδοσιακοί πολιτισμικοί δεσμοί. Οι οποίοι όμως δεν μεταφράζονται κατ’ ανάγκην σε εξ ίσου στενές διακρατικές σχέσεις. Ενίοτε μάλιστα, οι ρωσικές γεωπολιτικές επιλογές στην ευρύτερη περιοχή μας συμβαίνει να βρίσκονται σε δυσαρμονία με τα ελληνικά συμφέροντα. Είτε πρόκειται για τις εξελίξεις στα Δυτικά Βαλκάνια˙ είτε για το αιγαιακό νομικό καθεστώς˙ είτε για τον ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Παρά ταύτα, έχουμε κάθε λόγο να αποφεύγουμε τη δραματοποίηση των όποιων διαφωνιών μας με τη μεγάλη αυτή δύναμη, και να καλλιεργούμε αμοιβαίως επωφελείς σχέσεις σε προσφερόμενους προς τούτο τομείς, όπως ο οικονομικός, ο ενεργειακός, και ο πολιτισμικός˙ με θετικό ενδεχομένως αντίκτυπο και στις λοιπές ελληνικού ενδιαφέροντος εκφάνσεις της ρωσικής πολιτικής. Αυτά όμως, υπό την προϋπόθεση ότι οι όποιες σχετικές ενέργειές μας δεν είναι ασύμβατες με τις αποφάσεις των κρίσιμης για τη χώρα μας σημασίας δυτικών θεσμών. 

Η επιφύλαξη δε αυτή ισχύει ακόμη περισσότερο στην περίπτωση των ελληνο-σινικών σχέσεων. Με το ελληνικό ενδιαφέρον για την Κίνα να εστιάζεται κυρίως στον οικονομικό τομέα –  μολονότι η κινεζική πολιτική στην Κεντρική Ασία και στη Μέση Ανατολή, στο μέτρο ιδίως που συναρτάται με τον τουρκικό παράγοντα, είναι και γεωπολιτικά σημαντική για την Ελλάδα. Ενώ το πιθανότερο είναι ότι το Πεκίνο προσεγγίζει την Ελλάδα με πρωτίστως γεωπολιτικά κίνητρα˙ βλέποντας τη χώρα μας ως πολιτικο-οικονομική πύλη προς τον ευρωκοινοτικό χώρο – και στοχεύοντας στη διάσπαση της ατλαντικής συνοχής, αν όχι και της ευρωπαϊκής. Δοθέντος δε ότι ο σινο-αμερικανικός ανταγωνισμός αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του παγκόσμιου γίγνεσθαι στο προβλεπτό μέλλον, οφείλουμε να καταβάλουμε κάθε προσπάθεια ώστε η επιθυμητή ανάπτυξη των σχέσεών μας με την Κίνα να μην τραυματίσει τους πολύ σημαντικότερους δεσμούς μας με την αμερικανική υπερδύναμη. Πρόκειται άλλωστε για ένα δίλημμα που αντιμετωπίζουν και άλλες κοινοτικές πρωτεύουσες, με ιδιαίτερα αξιοσημείωτη την περίπτωση του
Βερολίνου.

 Γ. Οι σχέσεις μας με τους βόρειους γείτονες διατηρούν ακέραιη τη σημασία τους. Και είναι ευτύχημα ότι για  πρώτη φορά στη διαδρομή του νεότερου ελληνικού κράτους, όχι μόνον «η εκ βορρά απειλή» αποτελεί παρελθόν  – με τον συσχετισμό στρατιωτικών και διπλωματικών δυνάμεων να κατοχυρώνει την ασφάλεια της ελληνικής επικράτειας˙ αλλά και οι διμερείς σχέσεις μας με τα όμορα αυτά κράτη, είτε ακμάζουν, και είναι η περίπτωση της Βουλγαρίας, είτε κινούνται προς πλήρη εξομάλυνση και αύξουσα πολιτικο-οικονομική συνεργασία, όπως συμβαίνει με την Αλβανία και τη Βόρεια Μακεδονία. Προφανές δε εθνικό μας συμφέρον επιβάλλει τη συνέχιση αυτής της διπλωματικής δυναμικής˙ με πλήρη αξιοποίηση των ευρωατλαντικών θεσμών˙ και προς όφελος και των Βορειοηπειρωτών, αλλά και των λοιπών εγκατεσπαρμένων στην περιοχή ομογενών μας. 

Γ. Περιττόν τέλος να τονισθεί η ζωτική σημασία των υπό ευρεία έννοια Ελληνοτουρκικών – με το Κυπριακό σε περίοπτη θέση. Προφανώς αποτελούν  υψίστης προτεραιότητας στοιχείο μιας ολοκληρωμένης, κατά τα ως άνω εκτεθέντα, εθνικής στρατηγικής. Περιορίζομαι εδώ σε μερικές θεμελιώδεις διαπιστώσεις, οι οποίες, μολονότι κοινότοπες, καλόν είναι να επαναλαμβάνονται.

Ο διάλογος με τη γείτονα για την εξεύρεση πεδίου συνεννόησης είναι η οδός της σωφροσύνης. Ανεξάρτητα από την έκβασή της, μια πολεμική αναμέτρηση θα αποδειχθεί ανείπωτη τραγωδία και για τις δύο πλευρές. 

Δεδομένης, ωστόσο, της εκ συστήματος διπλωματικής εργαλειοποίησης  από την Άγκυρα των στρατιωτικών απειλών, επιβάλλεται, παράλληλα με τις διπλωματικές προσπάθειες, να μεριμνούμε για τη διατήρηση αξιόπιστης στρατιωτικής δύναμης αποτροπής. 

Ενώ δε, όπως επισημάνθηκε και στο προηγούμενο τεύχος των Εθνικών Επάλξεων, η σύμπραξη με κράτη των οποίων τα συμφέροντα συμπλέουν με τα δικά μας είναι αυτονόητη, δεν πρέπει να τρέφουμε ψευδαισθήσεις για τη στάση των συμμάχων και εταίρων αυτών σε περίπτωση πολεμικής εμπλοκής μας με τη γείτονα. Εσφαλμένες εν προκειμένω εκτιμήσεις συνεπάγονται δυσβάστακτο κόστος.

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ: ΠΕΡΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑΣ

Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω, αντί επιλόγου, σχετικές με την άσκηση της  διπλωματίας απόψεις του διάσημου δημοσιολόγου του περασμένου αιώνα και κατ' ουσίαν ιδρυτή της "ρεαλιστικής σχολής" διεθνών σχέσεων Hans Morgenthau.                                                                                                                   

Τέσσερις βασικοί κανόνες διεξαγωγής της διπλωματίας:

1. Η διπλωματία πρέπει να αποσυνδεθεί από τον σταυροφορικό ζήλο. 

2. Οι στόχοι της εξωτερικής πολιτικής πρέπει να καθορίζονται με όρους εθνικού συμφέροντος και να στηρίζονται από επαρκή ισχύ.

3. Η διπλωματία πρέπει να εξετάζει την πολιτική σκηνή και από τη σκοπιά των άλλων εθνών.

4. Τα έθνη πρέπει να είναι διατεθειμένα να συμβιβασθούν εφ’ όλων των ζητημάτων που δεν είναι ζωτικής για αυτά σημασίας.

Πέντε παραινέσεις προς διαπραγματευτές:

1. Θυσιάστε τη σκιά άχρηστων δικαιωμάτων χάριν πραγματικών πλεονεκτημάτων.

2. Ποτέ μην οδηγήσετε εαυτούς σε θέση από την οποία δεν μπορείτε να υποχωρήσετε χωρίς απώλεια γοήτρου και από την οποία δεν μπορείτε να προχωρήσετε χωρίς σοβαρούς κινδύνους.

3. Ποτέ μην επιτρέψετε σε ασθενή σύμμαχο να αποφασίζει για εσάς. 

4. Οι ένοπλες δυνάμεις είναι όργανο της εξωτερικής πολιτικής, όχι κύριός της.

5. Η κυβέρνηση είναι ο ηγέτης της κοινής γνώμης, όχι δούλος της.


                                            ====================