Tuesday, March 17, 2020

ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Το κείμενο αυτό αποτελεί προδημοσίευση από το προσεχές τεύχος των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ). 
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Όχι αδίκως, τα αποτελέσματα της ευρωκάλπης του περασμένου Μαΐου και η εν συνεχεία ανάδειξη των επικεφαλής των ευρωενωσιακών θεσμών διαμόρφωσαν κλίμα αισιοδοξίας για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Η οποία, ωστόσο, δεν παύει να τίθεται ενώπιον της καθοριστικής επιλογής μεταξύ της περαιτέρω προώθησης του ενοποιητικού εγχειρήματος και της αποτελμάτωσης και, κατά πάσαν πιθανότητα, και αποδυνάμωσής του. Με τις έμπρακτες απαντήσεις των κοινοτικών κυβερνήσεων στο καίριο αυτό δίλημμα μακράν να απέχουν, μέχρι στιγμής, μιας ενιαίας γραμμής. Καθώς αρκετές χώρες-μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, μεταξύ άλλων υπό το κράτος ακόμη της τραυματικής εμπειρίας της σοβιετικής καταπίεσης, διακατέχονται από εθνικά φοβικά σύνδρομα γενεσιουργά ευρωσκεπτικισμού. Απρόθυμα δε να συμπράξουν σε τολμηρές ενοποιητικές πρωτοβουλίες αποδεικνύονται και τα ανήκοντα στη «Νέα Χανσεατική Ένωση» κράτη του κοινοτικού Βορρά[1]. Ενώ ακόμη και στους κόλπους του ίδιου του αρχικού πυρήνα, ισχυρές αντιπολιτευτικές δυνάμεις – ειδικότερα η Εθνική Συσπείρωση (πρώην Εθνικό Μέτωπο) στη Γαλλία, η Λέγκα του Βορρά στην Ιταλία, και η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) στη Γερμανία – εκδηλώνουν έντονη αμφισημία έναντι της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Από την άλλη, χάρις στο γκωλικής έμπνευσης γαλλικό σύνταγμα, ο μεταρρυθμιστής πρόεδρος Μακρόν έχει εξασφαλισμένο τον έλεγχο της  διακυβέρνησης της χώρας του μέχρι συμπλήρωσης της πενταετούς θητείας του το 2022. Με την επίτευξη, ωστόσο, των φιλόδοξων ευρωπαϊκών στόχων που έθεσε κατά την εμβληματική ομιλία του της 6ης Σεπτεμβρίου 2017 στη Σορβόννη να προϋποθέτει: την εδραίωση του προσωπικού του  κύρους εκτός των γαλλικών συνόρων με την επιτυχή προώθηση του εντός της χώρας του μεταρρυθμιστικού του προγράμματος˙ [2] και – κυρίως – τη δραστηριοποίηση του γαλλογερμανικού άξονα. Την αποτελεσματικότητα του οποίου δυσχεραίνουν, αφενός, η εξασθένιση του κύρους της αποχωρούσης από την ενεργό πολιτική τον Σεπτέμβριο 2021 καγκελαρίου Μέρκελ, και, αφετέρου, οι αβεβαιότητες περί τη σύνθεση και επιλογές της μελλοντικής γερμανικής ηγεσίας.[3] Πέραν όμως του παράγοντος Μακρόν, ελπίδες για μια στιβαρότερη διαχείριση των κοινοτικών πραγμάτων προς ενοποιητική κατεύθυνση δημιουργεί και ο μεταρρυθμιστικός ζήλος, τόσο των επικεφαλής των ευρωπαϊκών θεσμών και ιδιαίτερα των προέδρων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας, όσο και της πλειοψηφίας του Ευρωκοινοβουλίου.[4]
Α. Υπό το πρίσμα δε αυτό, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο χειρισμός το περιώνυμου Μπρέξιτ. Το οποίο από κοινοτικής σκοπιάς προσφέρεται σε διττή ανάγνωση, καθώς, ανάλογα με τις αντιλήψεις τους για το μέλλον της ΕΕ, άλλοι το εισπράττουν ως πλήγμα κατά της ευρωπαϊκής υπόθεσης, και άλλοι – μεταξύ των οποίων πιθανώς και ο Γάλλος πρόεδρος – το βλέπουν ως απαλλαγή του ευρωενωσιακού εγχειρήματος από ένα μεγάλο βαρίδι, θεωρώντας, όχι αναίτια, τους Βρετανούς εκ προοιμίου εμπόδιο στην περαιτέρω συσσωμάτωση.[5] Ενώ ενθαρρυντική από τη σκοπιά των ευρωπαϊστών είναι η διττή διαπίστωση, ότι η έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου, όχι μόνο δεν αποτέλεσε παράδειγμα προς μίμηση, αλλά αντιθέτως λειτουργεί ως παράδειγμα προς αποφυγή, και ότι το κοινοτικό μέτωπο έχει παραμείνει αρραγές καθ’ όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων των Βρυξελλών με το Λονδίνο. Με τη βρετανική πλευρά να αντιμετωπίζει, πέραν από τις σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις μιας αποχώρησης προκληθείσης κυρίως από ένα σύνδρομο αυτοκρατορικής  νοσταλγίας, ακόμη και κινδύνους πολιτειακής συνοχής, στο μέτρο που Βόρειος Ιρλανδία και, ιδίως, Σκωτία ανησυχούν για τον αντίκτυπο του Μπρέξιτ στα ιδιαίτερα «εθνικά» τους συμφέροντα.
Εν πάση όμως περιπτώσει, από την 31η Ιανουαρίου τρέχοντος έτους η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου αποτελεί τετελεσμένο γεγονός, κατά τη σύνταξη δε του παρόντος Βρετανοί και Ευρωενωσιακοί λαμβάνουν ήδη «θέσεις μάχης» εν όψει διαπραγματεύσεων για τη μορφή των μετα-μπρέξιτ σχέσεών τους. Διαπραγματεύσεων που προμηνύονται δύσκολες καθ΄ ο μέτρο, ο μεν Βρετανός πρωθυπουργός επιδιώκει να εξασφαλίσει η χώρα του τα οφέλη της ευρωπαϊκής τελωνειακής ένωσης και κοινής αγοράς χωρίς να συμμορφωθεί με τις κοινοτικές ρυθμίσεις, κυριότατα για τον ανταγωνισμό, τις κρατικές ενισχύσεις, την κοινωνική προστασία, και το περιβάλλον, οι δε ιθύνοντες και εκπρόσωποι της ΕΕ, μολονότι επιθυμούν να διατηρήσουν στενούς δεσμούς με το Λονδίνο, όχι μόνο στον τομέα του εμπορίου, αλλά και σε εκείνους της εξωτερικής πολιτικής, της άμυνας, και της ασφάλειας, εμφανίζονται ανυποχώρητοι σε ό,τι αφορά στη διασφάλιση του «θεμιτού ανταγωνισμού». [6] Από την άλλη, όμως, το κόστος της αδυναμίας σύναψης συμφωνίας θα είναι υψηλό και για τις δύο πλευρές  – ιδιαίτερα δε για τη βρετανική,  το ήμισυ του εξωτερικού εμπορίου της οποίας διεξάγεται με κοινοτικές χώρες.
B. Η χάραξη, άλλωστε, της οικονομικής πολιτικής της αποτελεί μια διαχρονική, αλλά ιδιαίτερα πιεστική σήμερα, πρόκληση για την Κοινοτική Ευρώπη. Διότι μολονότι, εις πείσμα των Κασσανδρών, η «οικονομική Ευρώπη» αντεπεξήλθε με σχετική επιτυχία –  ακριβέστερα ίσως, με περιορισμένες απώλειες – στη χρηματο-οικονομική κρίση της περασμένης δεκαετίας, αναπάντητο μένει το καίριο ερώτημα αν η ΕE θα αρκεσθεί στην παρούσα οικονομική της συγκρότηση, με κίνδυνο μάλιστα οπισθοδρόμησης, ή θα προχωρήσει στη ριζική αναβάθμιση των οικονομικών της θεσμών, χρησιμοποιώντας τους μάλιστα και ως πρότυπο και μοχλό για ενοποιητικές προσπάθειες σε τομείς πέραν της οικονομίας.   
Προφανές δε ενδιαφέρον παρουσιάζει εν προκειμένω η τύχη των προτάσεων Μακρόν για την αναμόρφωση της Ευρωζώνης˙ και ειδικότερα των σχετικών με τη θεσμοθέτηση θέσης υπουργού οικονομικών, και χωριστού ευρωζωνικού προϋπολογισμού και κοινοβουλίου. Οι οποίες προτάσεις παραπέμπουν εκ των πραγμάτων στη μεθόδευση γενικότερα της ευρωπαϊκής ενοποίησης μέσω μιας Ευρώπης πολλαπλών ταχυτήτων. Και, κατά τα άλλα, συνάδουν και με την πρόταξη της εμβάθυνσης έναντι της διεύρυνσης της ΕΕ που ευνοεί ο Γάλλος πρόεδρος. Ο οποίος, ωστόσο, παρά τις αρχικές συναφείς επιφυλάξεις του, δείχνει να συναινεί, υπό προϋποθέσεις, στην άμεση δρομολόγηση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Β. Μακεδονία και την Αλβανία˙ αναγνωρίζοντας έτσι εμπράκτως τους κινδύνους αποσταθεροποίησης των Δυτικών Βαλκανίων εάν τους κλειστεί η ευρωενωσιακή θύρα εισόδου.[7]
Ενώ, χαρακτηριστική των εμποδίων στον δρόμο μιας συνεκτικότερης Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι και η βασανιστική διαδικασία έγκρισης του – ούτως ή άλλως γλίσχρου – κοινοτικού προϋπολογισμού για την περίοδο 2021-2027. Με τα καθαρώς συνεισφέροντα μέλη να αντιπαρατίθενται στους καθαρούς αποδέκτες – στους οποίους συγκαταλέγεται και η χώρα μας.
Γ. Ακόμη οξύτερο όμως και από την πρόκληση της οικονομίας είναι το δίλημμα δραστικές μεταρρυθμίσεις ή περιθωριοποίηση στον παγκόσμιο στίβο που η ΕΕ αντιμετωπίζει σε σχέση με την εξωτερική και αμυντική πολιτική της. Ως προς την οποία τα κράτη-μέλη είναι ιδιαιτέρως απρόθυμα να εκχωρήσουν κυριαρχικά δικαιώματα σε κοινοτικούς θεσμούς.
Και εκ πρώτης μεν όψεως, το υφιστάμενο συναφές ευρωενωσιακό θεσμικό οπλοστάσιο εντυπωσιάζει, καθώς, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει: πρόβλεψη για μια «Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ)[Common Foreign and Security Policy (CFSP)]˙ «Ύπατο Εκπρόσωπο της Ένωσης για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας»˙ και τη δυνατότητα μιας στενότερης συνεργασίας επί μέρους κρατών-μελών στους τομείς της ασφάλειας και της άμυνας μέσω της «Μόνιμης Διαρθρωμένης Συνεργασίας» [Permanent Structured Cooperation (PESCO)]. Με την αξιοποίηση, ωστόσο, των μηχανισμών αυτών να προσκόπτει στον συχνά παραλυτικό κανόνα της ομοφωνίας. Σε ένα μείζον δηλαδή εμπόδιο στη χάραξη ενιαίας κοινοτικής γραμμής και στη διάθεση επαρκών μέσων παρέμβασης, ιδίως στρατιωτικών, προκειμένου η Ευρωπαϊκή Ένωση να ενεργεί στον παγκόσμιο στίβο ως συμπαγής δύναμη. Χωρίς να διαφαίνεται επί του παρόντος προοπτική παράκαμψης του εμποδίου αυτού με τη θεσμοθέτηση - σύμφωνα και με τις εισηγήσεις των ηγετών της Γαλλίας και Γερμανίας, καθώς και της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του προκατόχου της – του κανόνος της «ειδικής πλειοψηφίας». [8]  Με επακόλουθο η διεθνής παρουσία της ΕΕ να παραμένει εν πολλοίς σκιώδης, εκείνη δε των επί μέρους κρατών-μελών να διέπεται, όχι σπανίως, από αποκλίνουσες ατζέντες.
Ενώ αβέβαιη αυτή τη στιγμή παραμένει η τύχη των ρηξικέλευθων προτάσεων του προέδρου Μακρόν για τη δημιουργία μιας, συμπληρωματικής μεν του ΝΑΤΟ, πλην όμως αυτόνομης ευρωπαϊκής αμυντικής ικανότητας, περιλαμβάνουσας: τη συγκρότηση μιας κοινής ευρωπαϊκής στρατιωτικής δύναμης, ενός, κατά την έκφρασή του, «πραγματικού ευρωπαϊκού στρατού», υπέρ του οποίου, σημειωτέον, ετάχθη και η καγκελάριος Μέρκελ επ’ ευκαιρία της σύναψης της Συνθήκης του Άαχεν του Ιανουαρίου 2019˙ τη διαμόρφωση κοινού ευρωπαϊκού αμυντικού δόγματος˙ και τη θεσμοθέτηση συναφούς προϋπολογισμού. Με τον Γάλλο πρόεδρο μάλιστα, επωφελούμενο ενδεχομένως και της αποχώρησης από την ΕΕ του Ηνωμένου Βασιλείου –  της μόνης εκτός της Γαλλίας κοινοτικής πυρηνικής δύναμης – να προτείνει επιπλέον «στρατηγικό διάλογο με ενδιαφερόμενους Ευρωπαίους εταίρους για τον ρόλο του γαλλικού πυρηνικού αποτρεπτικού σε σχέση με την συλλογική μας ασφάλεια». Χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει πως ακριβώς αντιλαμβάνεται τον ρόλο αυτόν – ευεξήγητα δε, δοθέντος του ιδιαίτερα ευαίσθητου χαρακτήρα του όλου θέματος των πυρηνικών όπλων, ιδιαίτατα στη Γερμανία.[9]
Δ. Παρά τις δομικές, όμως, αυτές αδυναμίες της, η ΕΕ καλείται να διαχειρισθεί μια σειρά από διεθνείς προκλήσεις, μερικές εκ των οποίων λίαν συνοπτικά επισημαίνονται ακολούθως:
Μολονότι απαξάπαντες οι κοινοτικοί εταίροι αναγνωρίζουν την καθοριστική σημασία των εντός και εκτός ΝΑΤΟ διατλαντικών δεσμών, [10] πολλούς εξ αυτών, συμπεριλαμβανομένων των πλέον σημαινόντων, προβληματίζει η τάση της Ουάσιγκτον να αντιμετωπίζει τους Ευρωπαίους συμμάχους της και την Ευρωπαϊκή Ένωση με στενά οικονομικά κριτήρια˙ επιζητώντας ετεροβαρείς, όπως τις αντιλαμβάνεται η ευρωπαϊκή πλευρά, εμπορικές ρυθμίσεις˙ και αξιώνοντας – ασφαλώς όχι παραλόγως, αλλά πάντως για πρώτη φορά τόσο πιεστικά – την ανταποδοτική, τρόπον τινά, ευρωπαϊκή συμβολή στις νατοϊκές στρατιωτικές δαπάνες. [11] Επιπροσθέτως δε, τις ευρω-αμερικανικές σχέσεις σκιάζει η πάγια αντίθεση της Ουάσιγκτον στη συγκρότηση μιας αυτόνομης ευρωπαϊκής άμυνας – με την αναφορά μάλιστα σε «ευρωπαϊκό στρατό» να έχει προκαλέσει τα οργίλα προσωπικά σχόλια του Αμερικανού προέδρου. Ενώ πηγή, όχι μόνο ευρω-αμερικανικών, αλλά και ενδο-ευρωπαϊκών τριβών αποτελούν, τόσο οι ευρω-ρωσικές, όσο και οι σινο-ευρωπαϊκές σχέσεις.  
Και σε ό,τι μεν αφορά στη Ρωσία, αρκετοί κοινοτικοί, με προεξάρχοντες τους Γάλλους και τους Γερμανούς, μολονότι συμμορφώνονται με τις κυρώσεις που της έχουν επιβληθεί λόγω Ουκρανικού, επιχειρούν συγχρόνως να την προσεγγίσουν – το Βερολίνο, ειδικότερα, με εμπορικά-ενεργειακά πρωτίστως κίνητρα και το Παρίσι κυρίως με γεωπολιτικά. [12] Αγνοώντας έτσι και οι μεν και οι δε τη σκληρή αντιρωσική διακομματική γραμμή των ΗΠΑ – η οποία λίγο δείχνει μέχρι στιγμής να επηρεάζεται από τις κατά καιρούς διαλλακτικότερες προσωπικές τοποθετήσεις του προέδρου Τραμπ. Και προκαλώντας, συγχρόνως, την οργίλη αντίδραση ορισμένων εταίρων της Ανατολικής και Βαλτικής Ευρώπης που θεωρούν τη Μόσχα υπαρξιακή απειλή.
Ενώ εμφανής είναι η διαφοροποίηση της κοινοτικής Ευρώπης από την Ουάσιγκτον και σε σχέση με την Κίνα. Την οποία, μολονότι έχει επισήμως χαρακτηρισθεί από την ΕΕ «συστημικός αντίπαλος», η πλειονότητα των κοινοτικών πρωτευουσών, εις πείσμα αμερικανικών εκκλήσεων και πιέσεων, αντιμετωπίζει στην πράξη με κυρίαρχο γνώμονα το στενό οικονομικό όφελος. [13] Καθ’ ην στιγμήν η κινεζική πλευρά φαίνεται να χρησιμοποιεί το εμπόριο και τις επενδύσεις ως μέσο, όχι μόνο οικονομικής, αλλά και – πιθανότατα πρωτίστως – γεωπολιτικής διεμβόλισης του ευρω-ενωσιακού χώρου˙ αποσκοπώντας, μεταξύ άλλων, στη διάσπαση της ενότητας της Δύσης.  
Τόσο δε τη διεθνοπολιτική σύμπλευση στους κόλπους της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσο και την κοινοτική σύμπραξη με τους Αμερικανούς, δοκιμάζει επί πλέον η πλοήγηση στα ταραγμένα γεωπολιτικά νερά της ευρύτερης Μέσης Ανατολής. Με την αμερικανική προσέγγιση, μεταξύ άλλων, του Συριακού, του Ιρανικού, και του Παλαιστινιακού να διαφέρει σημαντικά – και κατά περίπτωση ριζικά – από εκείνη της ΕΕ. Και με την τελευταία, προκειμένου επί παραδείγματι για το Λιβυκό, να στερείται μέχρι στιγμής και ή ίδια ενιαίας γραμμής, καθώς  οι μεν Ιταλοί στηρίζουν την κυβέρνηση της Τρίπολης, οι δε Γάλλοι τον αντίπαλό της στρατηγό Χαφτάρ και τον υπ’ αυτόν «Εθνικό Στρατό της Λιβύης».
Ε. Ειδικής, τέλος, μνείας σε σχέση με τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η κοινοτική Ευρώπη χρήζουν οι προσφυγικές και μεταναστευτικές εισροές. Οι οποίες κατά κύριο λόγο τροφοδοτούνται, αφενός, από τη γεωπολιτική αποσταθεροποίηση της ευρύτερης Μέσης Ανατολής – εν πολλοίς προκληθείσα από εσφαλμένους δυτικούς χειρισμούς, και προκειμένου για τις κρίσεις στη Συρία και στη Λιβύη όλως ιδιαίτερα από ευρωπαϊκούς – και, αφετέρου, από την εκρηκτική δημογραφική ανάπτυξη, χωρίς ανάλογη οικονομική, στην υποσαχάρια Αφρική˙ και θέτουν στο εσωτερικό των κοινοτικών κρατών-μελών οξέα προβλήματα στους τομείς της πολιτισμικής συνοχής, της οικονομίας και της δημόσιας τάξης. Προβλήματα που η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται, εις πείσμα των φοβικών τοπικιστικών αντανακλαστικών μέρους του ευρωπαϊκού κοινού και κυβερνήσεων, να χειριστεί σε συλλογική βάση, με κύρια ζητούμενα: τη φρούρηση των ευρωπαϊκών συνόρων με τη συνδρομή μιας αποτελεσματικής κοινοτικής δύναμης συνοριοφυλάκων˙ την μεταξύ των εταίρων λογική κατανομή όσων τυγχάνουν ασύλου ή γίνονται δεκτοί ως μετανάστες˙ και την επιστροφή στη χώρα προέλευσης των μη δικαιουμένων να παραμείνουν. Ενώ η εκβιαστική γεωπολιτική εργαλειοποίηση  του μεταναστευτικού από την Τουρκία θέτει, ειδικότερα, υπό σοβαρή απειλή την ασφάλεια  της ελληνικής επικράτειας – και υπό κρίσιμη δοκιμασία την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη.
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Οι απαντήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα προαναφερθέντα διλλήματα, και γενικότερα οι προοπτικές του κοινοτικού εγχειρήματος έχουν αυταπόδεικτα ζωτική σημασία και για το ελληνικό μέλλον. Όχι μόνο υπό το πρίσμα της οικονομικής μας ευημερίας και ισχύος, αλλά και σε σχέση με τα αποκαλούμενα παρ’ ημίν «εθνικά θέματα» - ήτοι τα μείζονα ζητήματα της εξωτερικής και αμυντικής μας πολιτικής. Διότι, άλλες ασφαλώς θα είναι η διάθεση και ικανότητα των κοινοτικών μας εταίρων να μας συμπαρασταθούν στην προάσπιση των εθνικών μας συμφερόντων, εάν η ΕΕ μετεξελιχθεί, συνολικώς ή μερικώς, σε πραγματική Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία˙ άλλες, εάν η ενοποιητική προσπάθεια αποτελματωθεί – ήδη διαπιστώνουμε σε κάποιο βαθμό τις συνέπειες μιας τέτοιας φοράς των πραγμάτων˙ και ακόμη άλλες, ασφαλώς, σε περίπτωση επαλήθευσης των καταστροφολόγων και ολοσχερούς κατάρρευσης του ευρωενωσιακού οικοδομήματος. Το βέβαιο είναι ότι η Ελλάδα έχει ζωτικούς λόγους να προσβλέπει στην επικράτηση του πρώτου από τα τρία αυτά ενδεχόμενα – και να επιδιώκει παγίως την παρουσία της στην ευρωπαϊκή πρωτοπορία και πυρήνα. Με την Ουάσιγκτον, ειδικότερα, να βλέπει την Τουρκία πρωτίστως ως νατοϊκό σύμμαχο και ως επιθυμητό μεσανατολικό εταίρο, και συνακόλουθα να συνεχίζει την πολιτική των ίσων αποστάσεων έναντι Άγκυρας και Αθηνών, η Κοινοτική Ευρώπη είναι η μόνη – εν δυνάμει, ήτοι υπό την προϋπόθεση της μετάβασής της σε συνεκτικότερη μορφή – ορατή πηγή αποφασιστικής στήριξης της χώρας μας έναντι της εξ Ανατολών γείτονος.


[1] Πρόκειται για τις Δανία, Εσθονία, Ιρλανδία, Λετονία, Λιθουανία, Ολλανδία, Σουηδία, και Φινλανδία.
[2] Κατά τη σύνταξη του παρόντος, ο Γάλλος πρόεδρος υλοποιεί αποφασιστικά το πρόγραμμα αυτό. Βλ. Macron Doesn’t Blink on Pension Reform, Wall Street Journal, 05-03-2020.
[3] Βλ. Tony Barber, Angela Merkel is running out of road and should step down, Financial Times, 03-03-2020.
[4] Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έχει προτείνει και οι Γάλλος πρόεδρος και Γερμανίδα καγκελάριος υποστηρίζουν τη διεξαγωγή κατά τη διετία 2020-2 μιας «Διάσκεψης για το μέλλον της Ευρώπης» με ευρεία μεταρρυθμιστική ατζέντα και συμμετοχή. Βλ. Shaping the Conference on the Future of Europe, https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/en/ip_20_89, 22-01-2020. Για το σχετικό γαλλογερμανικό μνημόνιο, βλ. https://www.politico.eu/wp-content/uploads/2019/11/Conference-on-the-Future-of-Europe.pdf 
[5] Βέβαια, στις σχετικές δημόσιες δηλώσεις του, ο πρόεδρος Μακρόν, όχι μόνο δεν αφήνει να διαφανεί μια τέτοια ικανοποίηση, αλλ’ αντιθέτως εκφράζει τη λύπη του για το μπρέξιτ και προσβλέπει στην εν συνεχεία στενή συνεργασία του Ηνωμένου Βασιλείου, τόσο με τις Βρυξέλλες, όσο και διμερώς με το Παρίσι. Βλ. ειδικότερα, A letter from Emmanuel Macron to the British people, The Times, 01-02-2020.                                                                                   
                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                
[6] Βλ. U.K., EU Gear Up for Thorny Post-Brexit Negotiations. Both sides take a tough line ahead of talks covering trade, data sharing, security and more Wall Street Journal, 28-02-2020. Για  μια αναλυτικότερη παρουσίαση των κύριων προσκομμάτων στην επίτευξη συμφωνίας επί του μέλλοντος των ευρω-βρετανικών σχέσεων, βλ. 5 potential clashes in the next phase of Brexit talks, Politico, 03-02-2020.


[7] Βλ. 2/15/2020 Macron gives Albania and North Macedonia hope on EU talks – POLITICO
[8] Βλ. μεταξύ άλλων, Γ.Ε. Σέκερης, Το Νέο Ευρωενωσιακό Τοπίο της Τουρκίας του Ερντογάν, Εθνικές Επάλξεις, Τεύχος 129. Για τη γαλλογερμανική στάση ειδικότερα, βλ. τη «Διακήρυξη Μέζεμπεργκ», https://www.diplomatie.gouv.fr/en/country-files/germany/events/article/europe-franco-german-declaration-19-06-18, όπου ο πρόεδρος Μακρόν και η καγκελάριος Μέρκελ εισηγούνται «την εξέταση της δυνατότητας να χρησιμοποιείται ο κανόνας της πλειοψηφίας στον τομέα της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας»
[9] Βλ. Macron calls for European dialogue on French nuclear arms. “The vital interests of France have a European dimension,” president says. Politico, 07-02-2020. Για μια ενδιαφέρουσα αναλυτική, αν και μονομερή αν όχι προκατειλημμένη, παρουσίαση του ιστορικού των σχετικών γαλλικών πρωτοβουλιών και των αντιδράσεων των κοινοτικών εταίρων, βλ. Rebecca Johnson, Macron’s post-Brexit nuclear ambitions are destined to fail, The Guardian, 10-02-2020.
[10] Είναι αξιοσημείωτο ότι, προκειμένου για τη συλλογική άμυνα, η πλειοψηφία της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης επαφίεται στις Ηνωμένες Πολιτείες, και συγχρόνως αντιτίθεται στη στρατιωτική εμπλοκή των ίδιων των  ευρωπαϊκών χωρών. Για σχετικές μετρήσεις του αξιόπιστου Pew Research Center, βλ. La défense des Alliés repose largement sur les États-Unis pour l'opinion publique, bruxelles2.eu 
[11] Κατά τη φετινή Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, ο Αμερικανός υπουργός εξωτερικών, απαντώντας σε ευρωπαϊκές αιτιάσεις περί αμερικανικής αποδέσμευσης από τον ευρωπαϊκό χώρο, αντέτεινε ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν σήμερα για την προστασία της Ευρώπης περισσότερους πόρους παρά ποτέ από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Βλ.  Trump camp finds no appeasement at Munich. The security gathering shows the U.S. and Europe have very different views on health of transatlantic relations, Politico, 16-02-2020. Από την άλλη, στο ίδιο φόρουμ, ο κ. Πομπέο επεσήμανε τον κίνδυνο ενεργειακής εξάρτησής των Ευρωπαίων από τη Μόσχα συνεπεία του – υπό κατασκευή ήδη – πετρελαιαγωγού Nord Stream 2 μεταξύ Ρωσίας και Γερμανίας. Βλ. At Munich Security Conference, an Atlantic divide, Washington Post, 15-02-2020.
[12] Βλ. σχετικώς δήλωση κ. Μακρόν ότι «[π]ρέπει να οικοδομήσουμε μια ‘αρχιτεκτονική εμπιστοσύνης’ στην Ευρώπη…Δεν μπορούμε να ξαναχτίσουμε την Ευρώπη χωρίς να επανασυνδεθούμε με την Ρωσία, η οποία άλλως θα προσεγγίσει άλλες δυνάμεις».  Βλ. www.euractiv.com/section/global-europe/news/frances-macron-makes-russia-a-top-diplomatic-priority/1369182/.
[13] Για τον χαρακτηρισμό της Κίνας από την ΕΕ, βλ. από 12-03-2019 έκθεση Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπό τον τίτλο EU-China – A strategic outlook, https://ec.europa.eu/commission/news/eu-china-strategic-outlook-2019-mar-12_en . Σε ό,τι αφορά στις αμερικανικές ενστάσεις, υπ΄όψιν ότι από το βήμα της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου ο κ. Πόμπεο, επικαλούμενος λόγους δυτικής ασφαλείας και εκφράζοντας ως προς τούτο και τις απόψεις της Δημοκρατικής προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων, απέτρεψε τους Ευρωπαίους από την προσφυγή για την κατασκευή ψηφιακών κυψελοειδών δικτύων 5G στην εταιρεία Huawei – γνωστού όντως ότι στους επιθυμούντες να προσφύγουν στις υπηρεσίες της κινεζικής αυτής εταιρείας συγκαταλέγεται και η Γερμανίδα καγκελάριος. Βλ. Europe turns deaf ear to US warnings on Chinese 5G. Washington warns its allies that Huawei is a Trojan horse for Beijing’s expansion plans, Politico, 15-02-2020.

Saturday, December 7, 2019

ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΡΑΜΠ: ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΠΕΡΙΒΛΗΜΑ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑ


Το κείμενο αυτό αποτελεί προδημοσίευση από το τεύχος 130 των "Εθνικών Επάλξεων", περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης [ΣΕΕΘΑ]

Εισαγωγή
Η ρήση του Γάλλου φυσιοδίφη του δέκατου όγδοου αιώνα ντε Μπυφόν «το ύφος είναι ο ίδιος ο άνθρωπος»[1] ισχύει και για τα κράτη, στο μέτρο που η δημόσια συμπεριφορά των ιθυνόντων τους αποτυπώνεται στη διεθνή εικόνα τους. Η παρομοίωση όμως σταματά εδώ. Διότι, ναι μεν το υπό ευρεία έννοια επικοινωνιακό περίβλημα των πράξεων της ηγεσίας αποτελεί σημαντικότατη συνιστώσα της κρατικής «ήπιας ισχύος», ιδιαίτερη όμως βαρύτητα πρέπει να αποδοθεί και στα ουσιαστικά – θετικά ή αρνητικά – συνολικά αποτελέσματα της όποιας κυβερνητικής πολιτικής. Με τη διάκριση μεταξύ ύφους και ουσίας να διευκολύνει, ειδικότερα, την κριτική προσέγγιση της εξωτερικής πολιτικής του προέδρου Τραμπ˙ ο άκρως ιδιοσυγκρασιακός και αντισυμβατικός τρόπος έκφρασης και ενεργείας του οποίου, αφενός συσκοτίζει την αντιστοιχία πολλών επιλογών του με κάθε άλλο παρά αμελητέα ρεύματα της αμερικανικής κοινής γνώμης, αλλά και με ορισμένες διαχρονικές τάσεις της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, και αφετέρου δυσχεραίνει την αντικειμενική αξιολόγηση των πεπραγμένων του.  [2]
I. Το «Δόγμα» Τραμπ
Τα  επικοινωνιακά ολισθήματα και οι αυτοσχέδιοι και συχνά σπασμωδικοί χειρισμοί  του Αμερικανού προέδρου επισύρουν, ως γνωστόν, τις επικρίσεις ακόμη και φίλα προσκείμενων προς αυτόν αξιωματούχων και παρατηρητών, Αμερικανών και ξένων˙ και αναμφίβολα επηρεάζουν αρνητικά το διεθνές κύρος των ΗΠΑ. Δεν προσφέρουν όμως επαρκή βάση για να αποτιμηθεί συνολικώς η φύση και αποτελεσματικότητα της εξωτερικής του πολιτικής. Η οποία, υπό το φως των προεκλογικών και μετεκλογικών τοποθετήσεών του – μεταξύ άλλων της ομιλίας του στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ τον περασμένο Σεπτέμβριο – αλλά και της μέχρι τούδε πρακτικής του, φαίνεται να συμπυκνώνεται στις ακόλουθες κατευθυντήριες γραμμές: [3]
·      Στήριξη των αμερικανικών εθνικών συμφερόντων κατ’ απόλυτη προτεραιότητα (America First), και συναφής αντιδιαστολή των «πατριωτών» προς τους θιασώτες της «παγκοσμιοποίησης» [Globalists].
·      Ισχυρές ένοπλες δυνάμεις – επί προεδρίας του αυξήθηκε σημαντικά ο αμυντικός προϋπολογισμός – αλλά χρήση στρατιωτικών μέσων μόνο όταν διακυβεύονται αμερικανικά εθνικά συμφέροντα˙ όπως προκειμένου για την πάταξη της ισλαμογενούς τρομοκρατίας. Και συνακόλουθα, αντίθεση στη μετατροπή των ΗΠΑ σε «παγκόσμιο χωροφύλακα» και τερματισμός των «ατέλειωτων πολέμων» στον ευρύτερο μεσανατολικό χώρο, αποσυρομένων και των εμπλεκόμενων αμερικανικών δυνάμεων. [4]
·      Προβάδισμα στη διμερή διπλωματία έναντι της πολυμερούς, τόσο στον γεωπολιτικό, όσο και στον οικονομικό τομέα˙ ευελιξία κατά την εκάστοτε επιλογή συμμάχων και εταίρων˙ και υποβάθμιση και κατά περίπτωση παράκαμψη του ΟΗΕ, αλλά και αξιοποίηση του παγκόσμιου επικοινωνιακού βήματος που προσφέρει. 
·      Αναμόρφωση της διεθνούς οικονομικής τάξης και εμπορίου, ούτως ώστε να αρθούν οι υφιστάμενες εις βάρος των ΗΠΑ ανισορροπίες. Και ευρεία χρησιμοποίηση του οικονομικού όπλου – συχνά και ως υποκαταστάτου της στρατιωτικής δράσης – για την επίτευξη γενικότερα των αμερικανικών  στοχεύσεων στον διεθνή χώρο.   [5]
·      Αποπυρηνικοποίηση της Βόρειας Κορέας και αποτροπή της πυρηνικοποίησης του Ιράν με παράλληλη αναχαίτιση των ανατρεπτικών περιφερειακών βλέψεων και δραστηριοτήτων της Τεχεράνης. Σε συνάρτηση δε με τον χειρισμό του Ιρανικού, αναβάθμιση της συμμαχίας με το Ισραήλ και σύμπραξη με συντηρητικά αραβικά καθεστώτα και κατά κύριο λόγο με τη Σαουδική Αραβία.
·      Και, παρ’ όλον ότι σύμφωνα με την φέρουσα την προεδρική υπογραφή «Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας», τόσο η Ρωσία, όσο και η Κίνα «θέλουν να διαμορφώσουν έναν κόσμο αντιθετικό προς τις αξίες και τα συμφέροντα των ΗΠΑ»,  υποβάθμιση στην πράξη της εκ Μόσχας απειλής σε σύγκριση με την εκ Πεκίνου.[6]  
Οι θέσεις δε αυτές – και ειδικότερα η επιφυλακτικότητα έναντι των στρατιωτικών επεμβάσεων – απηχούν σε κάποιο βαθμό μια από τις κυρίαρχες συνιστώσες της αμερικανικής διεθνοπολιτικής παράδοσης: την τάση προς εθνική εσωστρέφεια. Τάση απορρέουσα από τα ιδιάζοντα γεωγραφικά, κοινωνικοοικονομικά, και στρατιωτικά αμερικανικά δεδομένα και φέρουσα συχνά χαρακτηριστικά απομονωτισμού. Και η οποία, χρονολογούμενη από την επαύριον ήδη της Αμερικανικής Επανάστασης  και τις σχετικές παραινέσεις των «ιδρυτικών πατέρων» της αμερικανικής συμπολιτείας Τζορτζ Ουάσιγκτον και Τόμας Τζέφερσον, σφράγισε, ειδικότερα, την αμερικανική εξωτερική πολιτική καθ’ όλη τη χρονική περίοδο μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Εναλλασσόμενη, όμως, με φάσεις επεμβατικότητας, τόσο στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα και στις αρχές του εικοστού, όσο, κυρίως, κατά τη διάρκεια των δύο παγκόσμιων συρράξεων και του Ψυχρού Πολέμου˙ αλλά και  μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, κατά την αποκαλούμενη «αμερικανική στιγμή».
Κατά την οποία, υπό το κράτος του αισθήματος παντοδυναμίας που η απουσία αντιπάλου δέους ενέπνεε στους κρατούντες, η Ουάσιγκτον ανέπτυξε έναν έντονο στρατιωτικό παρεμβατισμό. Με τους οπαδούς μιας αμερικανικής έμπνευσης “φιλελεύθερης παγκόσμιας τάξης», αφ’ ενός, και τους υπερμάχους της αμερικανικής ηγεμονίας «νεοσυντηρητικούς» [neoconservatives ή neocons], αφ΄ετέρου, να συμπίπτουν, παρά τις μεταξύ τους ιδεολογικές διαφορές, στην επιδίωξη της επιβολής των «αμερικανικών αξιών» στον διεθνή χώρο. Κυρίως μέσω βίαιης «καθεστωτικής αλλαγής» – η οποία, όμως, όπως κατέδειξαν τα γεγονότα, συνεπάγεται κατά κανόνα την αποσάθρωση των τοπικών κρατικών δομών και συνακόλουθα την εκεί επ’ αόριστον στρατιωτική και οικονομική εμπλοκή των ΗΠΑ. Με πλέον χαρακτηριστικές περιπτώσεις: την επί προεδρίας Μπους του νεότερου ανατροπή, υπό την ώθηση των νεοσυντηρητικών, των αυταρχικών καθεστώτων του Αφγανιστάν και του Ιράκ˙ και την εν ονόματι των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας σύμπραξη του «προοδευτικού» προέδρου Ομπάμα στην αποσταθεροποίηση της Λιβύης και της Συρίας.
Στο διαμορφωθέν δε από τις γεωπολιτικές αυτές περιπέτειες και απογοητεύσεις πολιτικό κλίμα, η αμερικανική κοινή γνώμη – ούτως ή άλλως παραδοσιακά εστιασμένη στα εσωτερικά δρώμενα – εμφανίζεται σήμερα αντίθετη σε εξωτερικά εγχειρήματα συνεπαγόμενα ανθρώπινες απώλειες και υψηλό οικονομικό κόστος.[7] Και συνεπώς δεν εκπλήσσει, ότι το ούτως ειπείν «δόγμα Τραμπ» επικροτείται από μια, ναι μεν μάλλον μειοψηφική, πλην όμως πολιτικά σημαντική μερίδα του εκλογικού σώματος.
II. Αξιολόγηση της εξωτερικής πολιτικής Τραμπ
Πέραν όμως της όποιας δημοφιλίας της, μένει να διαπιστωθεί και η αποτελεσματικότητα της εξωτερικής πολιτικής του Αμερικανού προέδρου.
Ρωσία και Κίνα.
Εν πρώτοις, σε επίπεδο κεντρικών γεωπολιτικών συσχετισμών και ειδικότερα σε σχέση τους αμφισβητίες της αμερικανικής ηγεμονίας. Διότι, ενώ, όπως είναι φυσικό, η διεθνής ειδησιογραφία κυριαρχείται από την καθημερινότητα – εμπορικούς πολέμους, τρομοκρατικά κτυπήματα, περιφερειακές κρίσεις – το μείζον γεωπολιτικό γεγονός της εποχής μας είναι αναμφίβολα η αμφισβήτηση του αμερικανικού μονοπωλίου ισχύος, του λεγόμενου «μονοπολικού» διεθνούς συστήματος, από την δυναμικά επανεμφανιζόμενη Ρωσία και την θεαματικά ανερχόμενη Κίνα στα παγκόσμια δρώμενα. Με κύριο ζητούμενο τη διαχείριση από την Ουάσιγκτον της διαγραφόμενης αυτής μετάλλαξης του διεθνούς περιβάλλοντος.
Αλλά και με τις εν προκειμένω απόψεις των Αμερικανών αρμοδίων να διχάζονται. Καθώς στους κόλπους του πολιτικού κόσμου και της πολιτικής και στρατιωτικής γραφειοκρατίας, χωρίς να αγνοείται ο σινικός κίνδυνος, ως κύρια απειλή εκλαμβάνεται η Μόσχα υπό τον Πούτιν.
Ενώ, αντιθέτως, ο πρόεδρος Τραμπ, όπως διαπιστώνει επιδοκιμαστικά σε κύριο άρθρο της η κάθε άλλο παρά φιλική του «Νιου Γιορκ Τάιμς», «επιχειρεί να αναπτύξει μια ορθότερη σχέση με τη Ρωσία» για «να την αποσπάσει από την Κίνα»˙ [8] μη αποκρύπτοντας συγχρόνως την πρόθεσή του να επιδιώξει τη συνεργασία του Ρώσου ομολόγου του για τη διευθέτηση σειράς περιφερειακών κρίσεων και την καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους, [9] και προτείνοντας την επανένταξη της Ρωσίας στην Ομάδα των Επτά [
G7]. Σημειωτέον δε ότι από την πλευρά της η ρωσική ηγεσία δείχνει να ανταποκρίνεται στα ανοίγματα αυτά, επιδεικνύοντας συγκράτηση ως προς το Ουκρανικό, και διάθεση συντονισμού ενεργειών σε σχέση με το Βορειοκορεατικό, το Συριακό, και την τρομοκρατία.
Από την άλλη, κινούμενος ως προς τούτο στη γραμμή των προκατόχων του, ο Αμερικανός πρόεδρος αποσκοπεί στην αναχαίτιση της Κίνας, μέσω της αύξησης της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στον Ινδο-Ειρηνικό και της τόνωσης των εκεί αμερικανικών συμμαχιών, και κατά κύριο λόγο με τη Νότια Κορέα, την Ιαπωνία, και την Ινδία˙ επιδιώκοντας συγχρόνως[10] πλέον ισόρροπες εμπορικές σχέσεις με το Πεκίνο. [11] Ωστόσο, η απόφασή του να ανακαλέσει την αμερικανική συμμετοχή στη συναφθείσα ερήμην του τελευταίου, και ως εκ τούτου προσφερόμενη για τον περιορισμό της περιφερειακής κινεζικής επιρροής, «Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου του Ειρηνικού» [Trans-Pacific Partnership Agreement (TPP) δικαίως επικρίνεται ως  κοντόφθαλμη. Τόσο μάλλον που οι Κινέζοι επιχειρούν τώρα να επωφεληθούν της, συνεπεία της  αμερικανικής υπαναχώρησης, ματαίωσης της εν λόγω συμφωνίας για να πρωτοστατήσουν στη σύναψη ανάλογης με δεκαπέντε άλλες χώρες της ευρύτερης περιοχής.[12]
ΝΑΤΟ και ΕΕ
Τον έτερο βασικό άξονα του παγκόσμιου γεωπολιτικού γίγνεσθαι συγκροτούν προφανώς οι συμμαχικοί δεσμοί των Αμερικανών με τους Ευρωπαίους στο πλαίσιο της Ατλαντικής Συμμαχίας και σε συνάρτηση και με τις σχέσεις της Ουάσιγκτον με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Και σε ό,τι μεν αφορά στο ΝΑΤΟ, μολονότι ο κ. Τραμπ ως υποψήφιος  το είχε αποκαλέσει "απηρχαιωμένο" και "δυσανάλογα» «δαπανηρό» για τις Ηνωμένες Πολιτείες, όχι μόνο κατά την τελευταία τριετία η αμερικανική συμμετοχή στις νατοϊκές δράσεις συνεχίσθηκε αμείωτη, αλλά και αρκετοί Ευρωπαίοι σύμμαχοι έχουν προβεί σε αύξηση των αμυντικών δαπανών τους˙ παρακινούμενοι εν μέρει από τις – ομολογουμένως ήκιστα διπλωματικές – σχετικές δημόσιες αιτιάσεις του Αμερικανού προέδρου. Συγχρόνως, όμως, τα απρεπή προσωπικά σχόλια του τελευταίου αυτού για τη Γερμανίδα καγκελάριο και άλλους κοινοτικούς ηγέτες, και, κυρίως, ορισμένες λίαν αντιδημοφιλείς στον ευρωενωσιακό χώρο διεθνοπολιτικές του επιλογές – όπως η απόσυρση των ΗΠΑ του από τη Συμφωνία των Παρισίων για την κλιματική αλλαγή και από εκείνη του 2015 για τον έλεγχο του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, η δημόσια ενθάρρυνση του Μπρέξιτ, και η εμπορική αντιπαράθεση της Ουάσιγκτον με τις Βρυξέλλες – έχουν θέσει τις σχέσεις της χώρας του με την Ευρωπαϊκή Ένωση υπό σοβαρότατη δοκιμασία. Με τον πρόεδρο Τραμπ να δίνει μάλιστα την εντύπωση ότι βλέπει την ΕΕ πρωτίστως ως εμπορικό αντίπαλο. Ενόσω όμως οι κοινοτικοί Ευρωπαίοι θα αδυνατούν – παρά τις αξιέπαινες πρωτοβουλίες του Γάλλου προέδρου Μακρόν, η έκβαση των οποίων όμως είναι άδηλη – να αποκτήσουν ενιαία στρατιωτική δύναμη και κοινή αμυντική πολιτική, η – κυρίως μέσω ΝΑΤΟ – αμερικανική εγγύηση της ευρωπαϊκής ασφάλειας θα παραμένει αναντικατάστατη.
Περιφερειακές κρίσεις και τρομοκρατία
Aνισότητα όμως ουσιαστικών αποτελεσμάτων χαρακτηρίζει και τον χειρισμό από την προεδρία Τραμπ των ανά την υφήλιο περιφερειακών κρίσεων – στις οποίες η στενότητα χώρου ενός άρθρου δεν επιτρέπει παρά μια λίαν επιλεκτική και οιονεί τηλεγραφική αναφορά. 
Η χρησιμοποίηση από τον Αμερικανό πρόεδρο εναλλακτικά απειλών και φιλοφρονήσεων έναντι της Πιονγκγιάνγκ προς επίτευξη της αποπυρηνικοποίησης της Βόρειας Κορέας – διαχρονικής επιδίωξης της Ουάσιγκτον και κεκηρυγμένου στόχου του ίδιου του κ. Τραμπ – φαίνεται να οδηγεί, αντί της επιδιωκόμενης ανατροπής, στην παγίωση του πυρηνικού status quo στην κορεατική χερσόνησο. Καθώς η βορειοκορεατική ηγεσία, από τη μια μεν αρνείται μεν με προσχηματική επιχειρηματολογία να θυσιάσει το πυρηνικό της οπλοστάσιο, θεωρώντας το κατά πάσαν βεβαιότητα εγγύηση καθεστωτικής επιβίωσης, από την άλλη όμως έχει – μέχρι στιγμής τουλάχιστον – αναστείλει κατ’ ουσίαν την περαιτέρω ανάπτυξή του˙ η δε αμερικανική πλευρά δείχνει όλο και περισσότερο να συμβιβάζεται με ένα τέτοιο πάγωμα.
Ενώ σε ανάλογες αντιστάσεις προσέκρουσαν και οι αρχικές μαξιμαλιστικές  στοχεύσεις της κυβέρνησης Τραμπ έναντι του Ιράν˙ και ειδικότερα η μόλις αποκρυπτόμενη επιδίωξη καθεστωτικής αλλαγής,  υποκινούμενη από τοπικούς συμμάχους των ΗΠΑ – κυρίως τους Ισραηλινούς και τους Σαουδάραβες – και από ιέρακες στην Ουάσιγκτον. Με τον Αμερικανό πρόεδρο – ενθαρρυνόμενο και από συμμάχους ηγέτες, όπως ο Γάλλος πρόεδρος και ο Ιάπων πρωθυπουργός – ενδεχομένως να αρκείται τώρα στην επίτευξη μιας βελτιωμένης πυρηνικής συμφωνίας και στην περιστολή των περιφερειακών αποσταθεροποιητικών δραστηριοτήτων του ιρανικού καθεστώτος.
Δριμεία, τέλος, κριτική έχει ασκηθεί κατά των χειρισμών Τραμπ στη Συρία. Όπου, σημειωτέον, ο Αμερικανός πρόεδρος κληρονόμησε μια χαώδη κατάσταση, απότοκο της γεωπολιτικά λανθασμένης – πλην συνεπούς με το σκεπτικό της ατυχούς αντιμετώπισης από τη Δύση της «Αραβικής Άνοιξης» γενικότερα –  απόπειρας των μεγάλων Δυτικών πρωτευουσών να ανατρέψουν το καθεστώς Ασάντ˙ χωρίς μάλιστα να διαθέσουν επαρκή προς τούτο στρατιωτική δύναμη ή να προετοιμάσουν στοιχειωδώς την επόμενη ημέρα. Με επακόλουθο την μετατροπή της περιοχής σε εκκολαπτήριο ισλαμικής τρομοκρατίας, αλλά και σε πρόσφορο έδαφος για την παρέμβαση, με διαφορετικές και εν πολλοίς ανταγωνιστικές ατζέντες,  της Μόσχας και της Τεχεράνης˙ και βέβαια και της Άγκυρας, ανήσυχης για την ανάδυση επί των τουρκικών συνόρων κουρδικού κράτους συμπράττοντος στενά με το εντός της τουρκικής επικράτειας αποσχιστικό ΡΚΚ.  
Και συζητείται μεν το εάν, ή όχι, συνιστά προδοσία έναντι των Κούρδων συμπολεμιστών των Αμερικανών κατά των τζιχαντιστών η απόφαση του  
προέδρου Τραμπ, μετά την εξουδετέρωση του Ισλαμικού Στρατού, να αποσύρει από τη Συρία – χώρο, στον οποίο ο κ. Τραμπ εκτιμά ότι δεν διακυβεύονται πλέον ζωτικά αμερικανικά συμφέροντα – το μείζον μέρος της αμερικανικής στρατιωτικής δύναμης˙ δίνοντας έτσι εμμέσως στους Τούρκους το πράσινο φως για να καταλάβουν μια «ζώνη ασφαλείας» εντός του συριακού εδάφους – με κύριο στόχο  την αποτροπή της συγκρότησης κουρδικού κράτους επί των συνόρων τους. Το γιατί, όμως, αντιμέτωπος με το δίλημμα Κούρδοι ή Άγκυρα, ο Αμερικανός πρόεδρος επέλεξε την τελευταία είναι προφανές: Βλέπει την Τουρκία ως ένα στρατιωτικά και γεωπολιτικά σημαντικό νατοϊκό σύμμαχο, τον οποίο η Μόσχα επιχειρεί συστηματικά να απομακρύνει από την αμερικανική σφαίρα επιρροής˙ και ο οποίος υπό τις κατάλληλες συνθήκες θα μπορούσε να αποβεί χρήσιμος συμπαίκτης της Ουάσιγκτον στο μεσανατολικό ζατρίκιο. Εξ ου και οι προσπάθειες που καταβάλλει, σε προσωπική επικοινωνία και με τον Τούρκο ομόλογό του,  για να άρει τα εμπόδια σε μια αμερικανοτουρκική ανασύνδεση – με σοβαρότερο αυτή τη στιγμή την υπόθεση των S-300. Αυτά δε παρά το λίαν αρνητικό για την τουρκική ηγεσία κλίμα, τόσο στην αμερικανική κοινή γνώμη, όσο και στο Κογκρέσο – ενδεικτικές των διαθέσεων του οποίου είναι και η αναγνώριση της αρμενικής  γενοκτονίας και η επιβολή στην Άγκυρα οικονομικών κυρώσεων εξ αφορμής του Συριακού.[13]
Τουρκία, ΗΠΑ, και Ελληνικά συμφέροντα ασφαλείας
Στο σημείο αυτό επιβάλλεται να παρεμβληθούν, οιονεί παρενθετικά, οι ακόλουθες δύο καίριες επισημάνσεις σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τα ελληνοτουρκικά:
·      Εν πρώτοις, σε περίπτωση κλιμάκωσης της έντασης της χώρας μας με τη γείτονα, μόνο η Ουάσιγκτον θα είναι σε θέση να διαμεσολαβήσει αποτελεσματικά για την αποτροπή του χείρονος.
·      Από την άλλη, όμως, θα διαπράτταμε ασύγγνωστο σε μια τέτοια περίπτωση στρατηγικό σφάλμα, εάν, ασχέτως του προσώπου του Αμερικανού προέδρου της στιγμής, υπολογίζαμε στην απόκλιση των ΗΠΑ από την πάγια – και σε αρμονία με την αυξημένη αντίθεση του αμερικανικού εκλογικού σώματος σε στρατιωτικές επεμβάσεις – στάση των ίσων, ή περίπου, αποστάσεων έναντι των δύο αντιμαχόμενων συμμάχων τους, και στην ενεργό και δη στρατιωτική τους στήριξη προς την πλευρά μας.
Κατά τα λοιπά, η σημασία του αμερικανικού παράγοντος για τη χώρα μας επαυξάνεται εκ του γεγονότος ότι ο φυσικός μας συμπαραστάτης, η Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν διαθέτει, ούτε τα στρατιωτικά μέσα, αλλά ούτε και την πολιτική βούληση, για να δράσει ως ενιαία και άρα ως αξιόπιστη και αποτελεσματική δύναμη στην περιοχή μας. Με την ευρωενωσιακή μας πάντως ταυτότητα να παραμένει χρήσιμη, μεταξύ άλλων, για την επίτευξη της τουρκικής συνεργασίας επί του μεταναστευτικού και, φυσικά, και σε σχέση με το Κυπριακό – παρ’ όλον ότι το οριστικό πλέον ναυάγιο της τουρκικής κοινοτικής ένταξης περιορίζει μεγάλως την ικανότητα των Βρυξελλών να επηρεάζουν τις τουρκικές αποφάσεις.
Συμπερασματικώς
Παρά το συχνά απωθητικό επικοινωνιακό του επικάλυμμα, ο εθνοκεντρισμός του Αμερικανού προέδρου αντανακλά σε σημαντικό βαθμό, τόσο εσωτερικές αμερικανικές συνθήκες, όσο και παγκόσμιες πραγματικότητες. Και συνεπώς, εάν κατά τις προεδρικές εκλογές του προσεχούς έτους ο κ. Τραμπ ηττηθεί, είναι αμφίβολο κατά πόσον ο ή η διάδοχός του θα απομακρυνθεί ως προς τα ουσιώδη από την παρούσα διεθνοπολιτική γραμμή του Λευκού Οίκου – παρά το πολύ διαφορετικό επικοινωνιακό αφήγημα που πιθανότατα θα προβάλει. Χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι δεν θα πρέπει, σε μια τέτοια περίπτωση, να αναμένεται βελτίωση, όχι μόνο στο κλίμα, αλλά σε κάποιο βαθμό και στην ουσία των σχέσεων των Ηνωμένων Πολιτειών με τους συμμάχους και εταίρους τους – και κυριότατα με τους εν Ευρώπη.



[1] « Le style c’est l’homme même”.
[2] Για μια αναλυτική και στο μέτρο του δυνατού αντικειμενική παρουσίαση της εξωτερικής πολιτικής του Αμερικανού προέδρου βλ. Council on Foreign Relations, Special Report No. 84, April 2019, Trump’s Foreign Policies Are Better Than They Seem.
[3] Remarks by President Trump to the 74th Session of the United Nations General Assembly, White House, 25-9-2019
[4] Ως υποψήφιος, ο κ. Τραμπ είχε επικρίνει την αμερικανική στρατιωτική υπερέκταση και αποκαλέσει «λάθος» τον Πόλεμο του Ιράκ. Bλ. σχετικώς, Rand Paul (Γερουσιαστής), President Donald Trump moves to stop 'endless wars', USA Today, 16-10-2019. Για τη συνεχιζόμενη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ εκτός αμερικανικού εδάφους, βλ. Despite Vow to End ‘Endless Wars,’ Here’s Where About 200,000 Troops Remain, New York Times, 21-10-2019.
[5] Mεταξύ άλλων, Philip Stephens, Nations have often employed economic coercion. Donald Trump has gone three steps further. He has merged America’s economic policy with its national security strategy, Financial Times, 17-10-2019, και Simon Tisdall, Money wars: how sanctions and tariffs became Trump’s big guns, Financial Times, 19-8-2019.
[6] National Security Strategy of the United States of America, December 2017.
[7] Για στατιστικά στοιχεία σχετικά με την αντίθεση της πλειοψηφίας της αμερικανικής κοινής γνώμης στους «μεσανατολικούς πολέμους», βλ. Simon Jenkins, The US and Britain face no existential threat. So why do their wars go on? The Guardian, 15-11-2019.
[8] The Editorial Board, What’s America’s Winning Hand if Russia Plays the China Card? The New York Times, 21-07-2019.
[9] Δικαιολογώντας την απόφασή του να συγχαρεί τον πρόεδρο Πούτιν επί τη επανεκλογή του, ο κ. Τραμπ υποστήριξε ότι «οι καλές σχέσεις με τη Ρωσία είναι καλό, όχι  κακό πράγμα…Μπορούν να μας βοηθήσουν να επιλύσουμε προβλήματα σχετικά με τη Βόρεια Κορέα, τη Συρία, την Ουκρανία, τον Ισλαμικό Στρατό, το Ιράν, και ακόμη και με τον επερχόμενο Ανταγωνισμό Εξοπλισμών.» Βλ. Aubree Eliza Weaver, Trump criticizes predecessors in defending congratulatory call to Putin, Politico, 21/03/2018.”
[11] Κατά τη σύνταξη του παρόντος, η τύχη των μείζονος σημασίας για τις σινο-αμερικανικές σχέσεις – αλλά ενδεχομένως και σημαντικών για τις προσωπικές πολιτικές προοπτικές του κ. Τραμπ, ου μην αλλά και του προέδρου Σι – εμπορικών διαπραγματεύσεων μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου εμφανίζεται αβέβαιη.
[12] Πρόκειται για την «Περιφερειακή Συμπεριληπτική Οικονομική Σύμπραξη» [Regional Comprehensive Economic Partnership ή RCEP], η οποία όμως κατά τη σύνταξη του παρόντος προσκρούει στην υπαναχώρηση της Ινδίας.
[13] Για μια ενδιαφέρουσα εκτίμηση των αμερικανοτουρκικών πραγμάτων από αντιπολιτευόμενο  τον πρόεδρο Ερντογάν Τούρκο δημοσιογράφο, βλ. Burak Bekdil, Washington and Ankara: Sweet Words, Sour Deeds, BESA Center Perspectives, Paper No. 1,350, 20-11-2019.