Saturday, March 29, 2025

ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ ΕΠΙ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΠΡΟΕΔΡΙΑΣ ΤΡΑΜΠ

 Προδημοσίευση άρθρου από το τεύχος 151 των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ).

Εισαγωγή

Επιβεβαιώνοντας τη θουκυδίδειο διάγνωση, τα κέντρα  εξουσίας του πολυπολικού πλέον πλανήτη αναμορφώνουν απροσχημάτιστα το παγκόσμιο γεωπολιτικό τοπίο, με διττό κριτήριο τα στενά τους συμφέροντα και τους συσχετισμούς στρατιωτικής και οικονομικής ισχύος. Και, συνακόλουθα, ή έννοια της «διεθνούς έννομης τάξης» – η οποία, μολονότι έχει χρησιμοποιηθεί από τους εκάστοτε ισχυρούς και ιδιαίτατα  από την  Ουάσιγκτον μετά τον Β’ Παγκόσμιοι Πόλεμο ως φύλλο γεωπολιτικής συκής, δεν παύει να προσφέρεται ως πλαίσιο διεθνούς σύμπραξης προς αντιμετώπιση κοινών προκλήσεων της νέας εποχής – παρακάμπτεται ή και αγνοείται παντελώς.

Φυσικώ τω λόγω, η κυριότερη ώθηση στη μετεξέλιξη του παγκόσμιου περιβάλλοντος προέρχεται από την – κατά γενική παραδοχή και ασχέτως μελλοντολογικών εκτιμήσεων – πρώτη πάντοτε τη τάξει ως προς του κύριους συντελεστές ισχύος αμερικανική υπερδύναμη. Με τις προσπάθειες του νέου ενοίκου του Λευκού Οίκου να δικαιώσει το προεκλογικό του σύνθημα «Πρώτα η Αμερική» αναδιατάσσοντας τους άξονες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής να επηρεάζουν καθοριστικά το διεθνές γίγνεσθαι συνολικώς.

Από τη μέχρι τούδε δε διαδρομή του προκύπτει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος εμφορείται από μια αντίληψη των διεθνών σχέσεων συχνά αποκαλούμενη «ανταποδοτική» (transactional). Η οποία βέβαια στην πράξη ασκείται αθορύβως από όλους τους σημαντικούς  διεθνείς παίκτες. Πλην όμως την οποία μόνον ο κ. Τραμπ προβάλλει δημοσία ως τη διεθνοπολιτική πυξίδα του.[1] Υιοθετώντας αποφασιστικά, ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες και διακυβεύματα – και ανεξάρτητα  από το συχνά προβληματίζον επικοινωνιακό επικάλυμμα – από κλασικές γεωπολιτικές και οικονομικές στοχεύσεις έως και λίαν ανορθόδοξες εμπορικές και επιχειρηματικές πρακτικές.

Οι ρωσο-αμερικανικές σχέσεις

Άμα τη ενάρξει της δεύτερης  τετραετίας του στον Λευκό Οίκο, ο πρόεδρος Τραμπ αναστάτωσε την παγκόσμια σκακιέρα αντιστρέφοντας θεαματικά τις ρωσο-αμερικανικές σχέσεις  σε συνάρτηση με τη δρομολόγηση της επίλυσης του Ουκρανικού. Ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι βέβαια μια γεωπολιτική και, πρωτίστως, ανθρώπινη τραγωδία διάστικτη από εσφαλμένες εκτιμήσεις και ενέργειες όλων των πρωταγωνιστών της – του προέδρου Πούτιν ασφαλώς κατά πρώτιστο  λόγο. Η  αρχική όμως εμμονή των Δυτικών στην στρατιωτική επικράτηση του Κιέβου, με ορισμένους μάλιστα μεταξύ τους να έχουν επιδιώξει και την μέσω της σύρραξης ανατροπή του ρωσικού καθεστώτος, έχει από μακρού αποδειχθεί αδιέξοδη – συνεπαγόμενη ειδικώς για τους Ευρωπαίους  δυσβάστακτο οικονομικό, πολιτικό, αλλά και γεωπολιτικό κόστος.

Τοσούτω μάλλον καθόσον, παρά τις δικαιικά καταδικαστέες ενέργειες της ηγεσίας της στην Ουκρανία, η Ρωσία δεν συνιστά κίνδυνο για τη δυτική ασφάλεια, καθώς, ούτε ορατό συμφέρον έχει να «εισβάλει στην Ευρώπη», αλλ’ ούτε, το και καθοριστικό, διαθέτει τα  προς τούτο αναγκαιούντα στρατιωτικά και οικονομικά μέσα. Υπό τη θεμελιώδη όμως προϋπόθεση ότι ο ευρωατλαντικός κόσμος διατηρεί τη συνοχή του· και ειδικότερα ότι η αμερικανική υπερδύναμη θα εξακολουθήσει να εγγυάται την ασφάλεια των νατοϊκών συμμάχων της. Και ναι μεν ο πρόεδρος Τραμπ έχει ασκήσει πιέσεις επί των τελευταίων αυτών σε σχέση  με την κατανομή των συμμαχικών βαρών κραδαίνοντας κατά καιρούς την απειλή της περιστολής των αμερικανικών αμυντικών δεσμεύσεων ή ακόμη και της εξόδου των ΗΠΑ από την Ατλαντική Συμμαχία, το κατά πολύ πιθανότερο, αν όχι το βέβαιο όμως είναι ότι πρόκειται κυρίως για μια χαρακτηριστική διαπραγματευτική τακτική του – η οποία άλλωστε φαίνεται να αποδίδει – και ότι ουδόλως προτίθεται να αυτοτραυματισθεί περνώντας στην πράξη.[2]

Εν πάση όμως περιπτώσει, κατά τη σύνταξη του παρόντος οι ειρηνευτικές προσπάθειες της Ουάσιγκτον δείχνουν να αποφέρουν καρπούς. Η πολυεπίπεδη και δυναμική, έως και εκβιαστική, αμερικανική διαμεσολάβηση έχει δρομολογήσει μια διαπραγματευτική διαδικασία στενά συναρτημένη με τους πραγματικούς συσχετισμούς ισχύος μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών, και ικανή, δικαιούται κανείς να ελπίσει, να θέσει, σε ένα ορατό μέλλον – τα προς υπέρβαση εμπόδια παραμένουν μεγάλα – τέρμα στη σφαγή. Αλλά και να διαμορφώσει τις εδαφικές, στρατηγικές, και οικονομικές προϋποθέσεις, ώστε το Ουκρανικό να παύσει να αποτελεί εν δυνάμει εστία μιας ευρύτερης, ενδεχομένως παγκόσμιας, όπως έχει προειδοποιήσει και ο ίδιος ο κ. Τραμπ, σύρραξης.

Σημειωτέον ότι μεταξύ των κινήτρων που συνήθως αποδίδονται στον πρόεδρο Τραμπ για την απόφασή του να προβεί στη ριζική αναμόρφωση των ρωσο-αμερικανικών σχέσεων συμπεριλαμβάνονται, πέραν από το υψηλό δημοσιονομικό κόστος της στήριξης του Κιέβου: η αύξουσα αντίθεση στη στήριξη αυτή μεγάλου μέρους της αρχικά αδιάφορης για το Ουκρανικό αμερικανικής κοινής γνώμης· η διασφάλιση του εντός και εκτός ΗΠΑ προσωπικού κύρους του Αμερικανού προέδρου – πριν ακόμη αναλάβει την προεδρία είχε προαναγγείλει ότι θα τερματίσει τον πόλεμο «σε 24 ώρες» ·[3] και το ενδιαφέρον του για την αξιοποίηση των ουκρανικών φυσικών πόρων. Στο εικαζόμενο όμως αυτό προεδρικό σκεπτικό, θα πρέπει να προστεθεί και μία παράμετρος – ενδεχομένως η κρισιμότερη του Ουκρανικού – που ασφαλώς ο κ. Τραμπ δεν αγνόησε κατά την λήψη των αποφάσεών του: η υψηλή πιθανότητα η ειρήνευση να επηρεάσει υπέρ των αμερικανικών, αλλά και των ευρύτερων δυτικών συμφερόντων τους συσχετισμούς εντός του γεωπολιτικού τριγώνου ΗΠΑ-Ρωσία-Κίνα – του κορυφαίου αναμφίβολα αυτή τη στιγμή διεθνοπολιτικού συμπλέγματος.  [4]

Οι σινο-αμερικανικές σχέσεις

‘Ήδη η πρώτη προεδρία Τραμπ είχε επισήμως αποκαλέσει την Κίνα «δύναμη αναθεωρητική» «ενεργώς ανταγωνιζόμενη  τις  ΗΠΑ και επιδιώκουσα να «υποκαταστήσει τις Ηνωμένες στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού».[5] Εν συνεχεία δε η κυβέρνηση Μπάιντεν την χαρακτήρισε ως «την πλέον σημαντική γεωπολιτική πρόκληση της Αμερικής», και επιχείρησε – προσεκτικά – να αντικρούσει τις βλέψεις της.[6] Ωστόσο, η εξ αφορμής του πολέμου στην Ουκρανία κατολίσθηση των ρωσο-αμερικανικών σχέσεων προσέφερε στο Πεκίνο ανέλπιστη ευκαιρία να ενισχύσει τη θέση του στο πλαίσιο της αναμέτρησής του αυτής με την Ουάσιγκτον προσεταιριζόμενο την υπό δεινή πίεση Μόσχα ως ελάσσονα εταίρο. Τούτο δε παρά τη δυσαρέσκεια και τις ανησυχίες που προκαλεί στους Ρώσους η εις βάρος των συμφερόντων τους κινεζική διείσδυση από την Ανατολική και Κεντρική Ασία έως την Αρκτική. [7]

Και συνεπώς δεν εκπλήσσει το ότι η κινεζική ηγεσία εμφανίζεται ανήσυχη για τον αντίκτυπο της διαγραφόμενης ρωσο-αμερικανικής προσέγγισης στα κινεζικά συμφέροντα. Και το ότι αντιδρά, όχι μόνο παρέχοντας στη Μόσχα διαβεβαιώσεις «ειλικρινούς φιλίας», αλλά και προσπαθώντας να δυσχεράνει την επίλυση του Ουκρανικού – και, σε περίπτωση επίτευξής της, να αποτρέψει τον αποκλειστικό και  πάντως τον  πρωταγωνιστικό ρόλο της ρωσο-αμερικανικής σύμπραξης στις σχετικές διαδικασίες. Προτείνοντας προς τούτο τη συμμετοχή στις διαπραγματεύσεις και της Ευρωπαϊκής Ένωσης – οι συγκεχυμένες και μερικώς εξωπραγματικές θέσεις της οποίας επί του Ουκρανικού εξυπηρετούν εξ αντικειμένου τις κινεζικές στοχεύσεις. [8]

Κατά τα λοιπά, η σινο-αμερικανική αντιπαράθεση συνεχίζεται αδιάπτωτη, με ιδιαίτερη έμφαση αυτή τη στιγμή, αφ’ ενός στους τομείς του εμπορίου και της τεχνολογίας, και αφ’ ετέρου στον Ινδο-Ειρηνικό και στον Παγκόσμιο Νότο.[9] Παρά δε το σαφές αμερικανικό προβάδισμα στους κύριους συντελεστές ισχύος[10] – με την ψαλίδα, ωστόσο βαθμιαία να κλείνει – προμηνύεται μακρά και πείσμων· και με δεδομένα εκρηκτικά εν δυνάμει διεθνοπολιτικά προβλήματα, όπως το Ταϊβανικό,  συνεπάγεται σοβαρούς κινδύνους ακόμη και για την παγκόσμια ειρήνη.   

Ευρω-ατλαντικές ζυμώσεις και αντιπαραθέσεις

Η επιχειρούμενη, ωστόσο, από τον πρόεδρο Τραμπ αναγκαία αναθεώρηση των ρωσο-αμερικανικών σχέσεων έχει συναντήσει αντιστάσεις και στον ίδιο τον ευρωατλαντικό χώρο. Όπου, υπό το φως των αρνητικών για την ουκρανική πλευρά εξελίξεων επί του πεδίου και της διαπίστωσης ότι χωρίς ευθεία στρατιωτική εμπλοκή των Δυτικών δυνάμεων και πρωτίστως των ΗΠΑ η επικράτηση των ουκρανικών όπλων είναι  ανέφικτη, η  πάνδημη, «απεριόριστη» αρχική υποστήριξη προς το Κίεβο έχει δώσει προοδευτικά τη θέση της σε προβληματισμούς και διαφωνίες, τόσο ως προς τη σκοπιμότητα μιας διαπραγμάτευσης, όσο, κυρίως, και ως προς τους όρους μιας συμφωνίας με τη Μόσχα προς τερματισμό του πολέμου. Και στους κόλπους μεν του ΝΑΤΟ, η αμερικανική ηγετική παρουσία διασφαλίζει τη στήριξη των επιλογών του προέδρου Τραμπ παρά τις σοβούσες διαφοροποιήσεις. Στους ευρωπαϊκούς όμως κύκλους σημειώνεται αντιθέτως πολιτική σύγχυση και γεωπολιτική αμηχανία.

Η Κοινοτική Ευρώπη ειδικότερα αδυνατεί να χαράξει κοινή γραμμή. Η δε απόπειρα παρέμβασης στα ουκρανικά δρώμενα της αυτοαποκαλούμενης «συμμαχίας των προθύμων», απλώς επιβεβαιώνει τις διαιρέσεις μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, εκ των οποίων λιγότερα από τα μισά συμμετέχουν στις υπό τον Βρετανό πρωθυπουργό και τον Γάλλο πρόεδρο σχετικές διαβουλεύσεις. Με τις τελευταίες αυτές να καταδεικνύουν συγχρόνως ότι, εν απουσία των ΗΠΑ, οι όποιες «δυναμικές» διακηρύξεις έναντι της πυρηνικής υπερδύναμης Ρωσίας δεν είναι παρά έπεα πτερόεντα – στερούνται πειστικότητας. Διό άλλωστε, σε τελευταία ανάλυση, οι πρωτεργάτες τους, προκειμένου να αποφύγουν τη περιθωριοποίηση, τείνουν να ευθυγραμμισθούν ευσχήμως με τις αμερικανικές αποφάσεις.[11]

Η ουκρανική κρίση έχει συνεπώς φέρει εις φως, μεταξύ άλλων, και τις δομικές αδυναμίες της υποτίθεται «Κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ)» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Καθώς η αρχή της ομοφωνίας – φυσικό επακόλουθο της  διατήρησης αλώβητης της εθνικής κυριαρχίας των κρατών-μελών – παρεμβάλλει ανυπέρβλητα κατά κανόνα εμπόδια στην επίτευξη ενιαίων  θέσεων, και ακόμη περισσότερο στην ανάληψη κοινής δράσης για μείζονα, επίμαχα θέματα εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής, όπως είναι κατ’ εξοχήν οι σχέσεις με τη Μόσχα – αλλά και με την Ουάσιγκτον. Χωρίς μάλιστα να υπάρχει στις τάξεις της ΕΕ εταίρος με επαρκές εκτόπισμα για να συμπαρασύρει τα λοιπά κράτη-μέλη, κατά το αμερικανικό προηγούμενο στο ΝΑΤΟ. Ενώ τα περί συγκρότησης  «γαλλο-γερμανικού άξονα» ικανού να καλύψει έστω και μερικώς το ηγετικό κενό ουδόλως πείθουν, δεδομένου ότι και οι δύο συνιστώσες του υποθετικού αυτού άξονα δοκιμάζονται από οξείες εσωτερικές αμφισβητήσεις πλήττουσες καίρια  την εκτός συνόρων επιρροή τους. Τα δε επιμελώς σταθμισμένα ευχολόγια του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου μάλλον αναδεικνύουν, παρά αποκρύπτουν, την υποβάθμιση του κοινοτικού παράγοντα στη διαχείριση μιας κρίσης ζωτικού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος.

Τέλος, είναι ανάγκη να γίνει κατανοητό ότι, εν απουσία ενιαίου πολιτικού κέντρου με αποφασιστικές αρμοδιότητες, οι διατυμπανιζόμενες από τις Βρυξέλλες αυξήσεις των στρατιωτικών δαπανών των εταίρων, αναμφίβολα επιβεβλημένες κατά περίπτωση σε εθνικό πλαίσιο και χρήσιμες  στο νατοϊκό – μεταξύ άλλων ως ανταπόκριση στο όχι παράλογο αίτημα της Ουάσιγκτον –, μακράν απέχουν του να συμβάλλουν στη συγκρότηση ενός ευρωπαϊκού στρατιωτικού βραχίονα· κατά τους πλέον ευφαντάστους, ενός «ευρωστρατού». Υπό το ίδιο δε αυτό πρίσμα πρέπει να αξιολογηθούν και οι αφορώσες στην ευρωπαϊκή άμυνα εξαγγελίες του Εκτάκτου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 6ης Μαρτίου. [12]

Προς νέο δόγμα Μονρόε;

Εκτός των ορίων τού υπό στενή οπτική γωνία ρωσο-σινο-αμερικανικού γεωπολιτικού πλέγματος – όπου, λόγω της φύσης και του μεγέθους των διακυβευμάτων, οι χειρισμοί των τριών παγκόσμιων πυρηνικών δυνάμεων υπόκεινται σε αυτονόητους  περιορισμούς –,[13] οι διεθνείς επιλογές και μεθοδεύσεις του προέδρου Τραμπ φέρουν πολύ ευκρινέστερη τη σφραγίδα της αμερικανοκεντρικής «ανταποδοτικότητας» της εξωτερικής του πολιτικής. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της οποίας είναι η απροκάλυπτη επίκληση της αμερικανικής ισχύος για την επιβολή της βούλησης της Ουάσιγκτον· και η προς τούτο άσκηση οικονομικών πιέσεων με συστηματική μεταξύ άλλων προσφυγή στο δασμολογικό όπλο.

Και στο μεν Δυτικό Ημισφαίριο οι  στοχεύσεις του Αμερικανού προέδρου – συνοριακές, μεταναστευτικές, οικονομικές, εμπορικές, στρατηγικές , και ακόμη υπό κάποια έννοια και εδαφικές σε σχέση με τον Παναμά και τη  Γροιλανδία – έχουν λάβει τέτοια έκταση και στηρίζονται τόσο αποφασιστικά έναντι εξωαμερικανικών επιρροών – με ιδιαίτερη, πρέπει να σημειωθεί, έμφαση στην κινεζική –   ώστε να έχει γίνει λόγος ακόμη και για «αναβίωση του Δόγματος Μονρόε»· ήτοι για επιδίωξη υπαγωγής της αμερικανικής ηπείρου σε σφαίρα αποκλειστικής επιρροής της Ουάσιγκτον. [14]

Οι BRICS

Ενώ στον ευρύτερο διεθνή χώρο, την προσοχή της προεδρίας Τραμπ συγκρατεί όλως ιδιαίτερα η εμφάνιση των BRICS. Ενός συνασπισμού γνωστού υπό τα αρχικά των ιδρυτικών μελών του, τα  συγκροτούντα τον οποίο κράτη – κατά τα άλλα άκρως ανομοιογενή και με αποκλίνοντα και σε πολλές περιπτώσεις αλληλοσυγκρουόμενα στρατηγικά και οικονομικά συμφέροντα, όπως, επί παραδείγματι, προκειμένου για τις ινδο-σινικές σχέσεις – έχουν ως κύριο, αν όχι μόνο, ουσιαστικό συνδετικό κρίκο την αμφισβήτηση του κομβικού αμερικανικού ρόλου στη διεθνή οικονομική ζωή, και αμεσότερα την κατάλυση της διεθνούς κυριαρχίας του δολαρίου ως αποθεματικού νομίσματος και νομίσματος των συναλλαγών. Η διαφαινόμενη δε πρόθεσή τους να επιδιώξουν τη δημιουργία ενός εναλλακτικού διεθνούς νομίσματος – ένα, κατά τα λοιπά, λίαν δυσχερές, αν όχι εκ των προτέρων καταδικασμένο εγχείρημα – έχει επισύρει την οργίλη, απειλητική προειδοποίηση του Αμερικανού προέδρου, ότι ως αντίποινα θα επιβάλει ασφυκτικούς δασμούς.[15] Το διακύβευμα δε της αντιπαράθεσης αυτής περί το αμερικανικό νόμισμα είναι κάθε άλλο παρά αμελητέο, δοθέντος ότι, χάρις στη διεθνή του εμβέλεια, το δολάριο, πέραν του στενά οικονομικού του ρόλου, προσφέρεται στην αμερικανική ηγεσία ως ισχυρό γεωπολιτικό όπλο – όπως κατέδειξαν και οι κυρώσεις που η Ουάσιγκτον επέβαλε στη Μόσχα μετά τη  ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Αβεβαιότητες

Η ως άνω επισκόπηση του διεθνούς περιβάλλοντος  υπό το πρίσμα  κυρίως των αμερικανικών προσανατολισμών, πέραν του λίαν συνοπτική, είναι βέβαια και ατελέστατη. Ειδικότερα, παραλείπεται μια έστω βραχεία αναφορά στα κρίσιμης σημασίας διαδραματιζόμενα στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Έναντι των οποίων, όμως, τη στιγμή που συντάσσεται το παρόν κείμενο, η δεύτερη προεδρία Τραμπ δεν έχει ακόμη διασαφηνίσει τη στάση της.

Κατά την πρώτη προεδρική θητεία του, ο κ. Τραμπ είχε ταχθεί αναφανδόν υπέρ των θέσεων και των συμφερόντων του Ισραήλ, μεταξύ άλλων αναγνωρίζοντας την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσά του· προτείνοντας λύση του παλαιστινιακού σαφώς ευνοούσα την ισραηλινή πλευρά· και διαμεσολαβώντας για την ομαλοποίηση των σχέσεων του εβραϊκού κράτους με σημαντικά αραβικά κράτη μέσω των   γνωστών ως Abraham Accords συμφωνιών. Και παραλλήλως είχε σκληρύνει τη στάση της Ουάσιγκτον έναντι του Ιράν,  αποσύροντας τις ΗΠΑ από τη συμφωνία για τα πυρηνικά (το JCPOA ή Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης), και ασκώντας έναντι της Τεχεράνης πολιτική «μεγίστης πίεσης» (maximum pressure), συνεπαγόμενη επιβολή κυρώσεων κατά της ιδίας και στρατιωτικά πλήγματα κατά των περιφερειακών συμμάχων-οργάνων της. Ασφαλώς δε τα προηγούμενα αυτά προϊδεάζουν  σε ικανό βαθμό και για τους μελλοντικούς χειρισμούς του Αμερικανού προέδρου. Χωρίς όμως κατ’ ανάγκην και να τους προδικάζουν, δεδομένων των ραγδαία μεταβαλλόμενων περιφερειακών και γενικότερων γεωπολιτικών συνθηκών – αλλά και της προσωπικής ροπής του κ. Τραμπ προς αιφνιδιασμό. [16]

Υστερόγραφο

Μολονότι η «διεθνής έννομη τάξη» δοκιμάζεται από την επικράτηση των «πολιτικών ισχύος», η εκρηκτική ανάπτυξη της τεχνολογίας, τα ογκούμενα περιβαλλοντικά   προβλήματα,  οι φονικές πανδημίες, η στενότητα των φυσικών πόρων, οι εντεινόμενες μεταναστευτικές ροές και η πάντοτε ενεργός διεθνής τρομοκρατία – με την απαρίθμηση αυτή μακράν να απέχει του να είναι εξαντλητική  – καθιστούν τη σύμπραξη κρατών και λοιπών συναφών φορέων στους κόλπους του ΟΗΕ και των άλλων παγκόσμιας εμβέλειας διεθνών οργανισμών ανάγκη επιτακτική. Με τους ανήκοντες στον Δυτικό Κόσμο, από την πλευρά τους, να καλούνται, όπου και όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, να προάγουν τις αξίες του Δυτικού Πολιτισμού των πολιτικών συμπεριλαμβανομένων, αποφεύγοντας όμως επιμελώς να επιχειρούν να τις επιβάλουν – οι τραγικά ατυχείς σχετικές εμπειρίες τους αποτελούν παράδειγμα προς αποφυγήν – ή και να καθιστούν την αποδοχή των αξιών αυτών  προϋπόθεση για την αναγκαία συνεργασία με τα λοιπά μέλη της διεθνούς κοινότητας.



[1] Χαρακτηριστική η αποστροφή του προς τον Ουκρανό πρόεδρο κατά την επεισοδιακή συνάντησή τους της 28η2 Φεβρουαρίου:“You’re not in a good position. You don’t have the cards right now.Βλ. Adriana Gomez Licon, Associated Press, What Trump and Zelenskyy said during their heated argument in the Oval Office, PBS, 28-02-2025.

[2] Βλ. επί παραδείγματι, Trump casts doubt on willingness to defend Nato allies ‘if they don’t pay’. The remarks could trigger alarm bells in capitals from Europe to Asia, where leaders were already worried about a withdrawal of US security support, Guardian, 07-03-2025.

[3] Trump says he can end the Russia-Ukraine war in one day, ΑΡ, 02-Ο7-024.

[4] Βλ. ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ανταπόκριση του ρωσικού πρακτορείου TASS, Ukraine crisis, Trump wants to settle Ukrainian conflict to switch to China — source,  04-03-2025. Βλ. επίσης Γ. Ε. Σέκερης, Η δύσκολη, αλλά επιτακτικά αναγκαία ευρωαμερικανική στρατηγική σύμπραξη, Εθνικές Επάλξεις τεύχος 149, όπου επισημαίνεται ότι «η εντεινόμενη ..σινορωσική σύμπραξη ..συνηγορεί υπέρ της αναζήτησης από τη Δύση ενός modus vivendi με τη Ρωσία, ανέφικτου κατά πάσαν βεβαιότητα εφόσον συνεχίζονται οι εχθροπραξίες στην Ουκρανία.».

[5]  T. R. Heath, America’s New Security Strategy reflects the intensifying strategic competition with China, Rand, 27-12-2017

[6] Βλ. National Security Strategy, October 2022, The White House.

[7] Για μια εμπεριστατωμένη παρουσίαση του μείζονος αυτού θέματος βλ. Simone McCarthy, What China fears most about Trump’s turn toward Russia, CNN, 20-02-2025.

 

 

[8] Για τις επίσημες ευρωπαϊκές θέσεις επί του Ουκρανικού, βλ. Έκτακτο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο 6ης Μαρτίου 2025, https://www.consilium.eurtopoa.eu/el/. Βλ. επίσης: China anxious about Trump and Putin, tells Russia it is a ‘true friend’, Washington Post. 25-02-2025· Dang Yuan, Why China wants EU to be involved in Ukraine peace talks, Deutche Welle, 22-02-2025· Reid Standish, China ‘Nervous’ Over U.S- Russia  Reset, Despite Beijing’s Public Support, Radio Free Europe Radio Liberty, 21-02-2025· και για τις ευρω-αμερικανικές διαφωνίες, Richard Gowan, U.S. Volte-Face on Ukraine  Exposes e in the UN, Crisis Group, 26-02-2025.

[9] Για την κινεζική στρατηγική και τακτική έναντι της Ουάσιγκτον στον εμπορικό τομέα, βλ Lili Pike,Why Isnt China Playing Trumps Game?, Foreign Policy, 07 -03-2025.

[10] Για μια σοβαρή σύγκριση των κύριων συντελεστών ισχύος των ΗΠΑ και της Κίνας, βλ. Lowy Institute, https://power.lowyinstitute.org/compare/?countries=china,united-states  

[11] Β.  μεταξύ άλλων, Vicky Wong, Starmer announces 'coalition of the willing' to guarantee Ukraine peace, BBC, 03-03-2025.

 

[12] Βλ.. Έκτακτο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο 6ης  Μαρτίου 2025, https://www.consilium.europa.eu/el/ .

[13] Χαρακτηριστική η προειδοποίηση  του Αμερικανού προέδρου προς τον  Ουκρανό ομόλογό του ότι,  εμμένοντας ο κ. Ζελένσκι στις άκαμπτες θέσεις του, “παίζει χαρτιά με τον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο”. Βλ. Ukraine ‘gambling with world war three’, Trump tells Zelenskyy in fiery meeting, Guardian, 01-03-2025.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[14] Βλ. Trump revives Monroe Doctrine in U.S. relations with Western Hemisphere, Washington Post, 28-02-2025· και Trump vows to reclaim Panama Canal, extends invitation to Greenland to join the United States, The Economic Times, 05-03-2025.

 

 

[15] Βλ. Ismail Shakil, Trump repeats tariffs threat to dissuade BRICS nations from replacing US dollar, Reuters, 31-01-2025.

[16] Βλ. π.χ. Doina Chiacu, Trump says he sent letter to Iran leader to negotiate nuclear deal, Reuters, 07-03-2025. Από  την άλλη, ο Αμερικανός πρόεδρος καταβάλλει ήδη ισχυρά πλήγματα κατά των συμμάχων της Τεχεράνης Χούθι. Βλ. Trump says ‘decisive’ military action against Houthis in Yemen is underway, CNN, 16-03-2025.

 

Sunday, January 19, 2025

ΣΙΝΟΡΩΣΙΚΗ ΣΥΜΠΟΡΕΥΣΗ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΑ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ

 Προδημοσίευση άρθρου από το τεύχος 150 των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ).

Εισαγωγή

Επί δύο τουλάχιστον αιώνες το γεωπολιτικό σχήμα Δύση-Ρωσία-Κίνα έχει υποστεί διαδοχικές μεταλλάξεις. Με Δυτικούς και Ρώσους, σε μια πρώτη φάση, να συμπράττουν ανταγωνιστικά στην καταλήστευση της εκπνέουσας «Ουράνιας Αυτοκρατορίας». Και με τη Δύση εν συνεχεία να επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας ως αντίβαρο στη σοβιετική απειλή. Ενώ, διαρκούσης της σύντομης, αν και μεστής γεωπολιτικών περιπετειών, αμερικανικής μονοπολικής στιγμής μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η Ουάσιγκτον, ακολουθούμενη ως επί το πολύ από τους συμμάχους και εταίρους της, αντιμετώπισε, τόσο το Πεκίνο, όσο και τη Μόσχα, χωρίς εμφανή στρατηγικό σχεδιασμό – αν όχι και με ικανή δόση ανέμελης υπεροψίας.  Ωστόσο, η εκθετική άνοδος της κινεζικής ισχύος, η δυναμική επιστροφή της Ρωσίας στο παγκόσμιο γεωπολιτικό γίγνεσθαι, και η διαγραφόμενη προσέγγιση Μόσχας και Πεκίνου εις βάρος των δυτικών συμφερόντων θέτουν ήδη τη Δύση προ του ζωτικής σημασίας διλήμματος, είτε να συνεχίσει και πιθανότατα εκ των πραγμάτων να εντείνει την εκρηκτικά επικίνδυνη, ταυτόχρονη μετωπική αντιπαράθεση με τις δύο αυτές  δυνάμεις, είτε να επιδιώξει με ευέλικτους χειρισμούς τη διάσπαση του υπό συγκρότηση κοινού μετώπου τους. 

Συσχετισμοί σκληρής ισχύος

Τη σημασία δε του διλήμματος αυτού  καθιστά εμφανή ακόμη και μια σύντομη  ματιά στον συσχετισμό «σκληρής δύναμης» – τον και κρισιμότερο –  μεταξύ, αφ’ ενός, των τεσσάρων στρατιωτικά ισχυρότερων δυτικών κρατών – ΗΠΑ, Ηνωμένου Βασιλείου, Γερμανίας και Γαλλίας – και, αφ’ ετέρου, της Κίνας και της Ρωσίας. Διότι, ναι μεν ως προς τη μείζονος πράγματι σημασίας παράμετρο που είναι οι στρατιωτικές δαπάνες οι Δυτικοί υπερέχουν κατά πολύ του εν δυνάμει σινο-ρωσικού «άξονος» – αφ’ εαυτού ο αμερικανικός αμυντικός προϋπολογισμός είναι υπερδιπλάσιος του αθροίσματος των αντίστοιχων κινεζικού και ρωσικού –  το ρωσικό όμως πυρηνικό οπλοστάσιο είναι ως προς το μέγεθος πρώτο στις παγκόσμιες κατατάξεις, οριακά υπερβαίνον και το αμερικανικό.[1] Σημειωτέον δε ότι επί προεδρίας Σι το Πεκίνο υλοποιεί φιλόδοξο πρόγραμμα ενίσχυσης του ήδη σημαντικού δικού του πυρηνικού δυναμικού.

Όλως ιδιαίτερο ωστόσο ενδιαφέρον σε σχέση με τους στρατιωτικούς αυτούς συσχετισμούς παρουσιάζει το ότι, τόσο οι Ρώσοι, όσο και οι Κινέζοι – όπως άλλωστε, από δυτικής πλευράς, εκτός των Αμερικανών και οι Βρετανοί και οι Γάλλοι – διαθέτουν «ικανότητα δευτέρου πυρηνικού πλήγματος» (second strike capability), συνεπαγόμενη «αμοιβαία εξασφαλισμένη καταστροφή» (mutually assured destruction). Με επακόλουθο μια συμβατική πολεμική αναμέτρηση με τις δύο αυτές δυνάμεις να ενέχει υψηλό κίνδυνο εκτροπής προς πυρηνικό ολοκαύτωμα. Και συνακόλουθα, ο στοιχειώδης στρατηγικός ρεαλισμός να υπαγορεύει στους  Δυτικούς την αποφυγή στο μέτρο του δυνατού μιας πολεμικής κλιμάκωσης με εκάστη εξ αυτών μεμονωμένως και κατά μείζονα λόγο με αμφότερες ταυτοχρόνως. Κατά πάσαν δε βεβαιότητα, οι ηγεσίες της Ρωσίας και της Κίνας, ασχέτως ευκαιριακών δημόσιων δηλώσεων, τρέφουν αντίστοιχους προβληματισμούς σε σχέση με τις δυτικές πυρηνικές δυνάμεις. [2]

Οι κινεζικές στοχεύσεις

Σε  ό,τι αφορά ειδικότερα στις σχέσεις της Δύσης με το Πεκίνο: Κατά την πιο πρόσφατη αμερικανική «Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας»,  η Κίνα αποτελεί «τον μόνο ανταγωνιστή που έχει, τόσο την πρόθεση να αναδιατάξει τη διεθνή τάξη, όσο, όλο και περισσότερο,  και …τη δύναμη να το κάνει». [3] Και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ιουνίου 2023, την αποκάλεσε μεν «εταίρο»,  χαρακτηρίζοντάς την όμως συγχρόνως «ανταγωνιστή και συστημικό αντίπαλο».[4] Πέραν δε των φραστικών ισορροπιών των επισήμων κειμένων, κατά γενική αναγνώριση η συνεχώς διευρυνόμενη παρουσία του κινεζικού γίγαντα στο παγκόσμιο γίγνεσθαι προσλαμβάνει πλέον ιστορικές διαστάσεις. Τηρουμένων των αναλογιών, δεν θα ήταν ίσως αδόκιμος ο παραλληλισμός με τη σταδιακή παρέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών στα διεθνή πράγματα από τις αρχές του εικοστού αιώνα. Προς αντιμετώπιση δε των κινδύνων για τα αμερικανικά συμφέροντα που συνεπάγεται η δυναμική αυτή ανάδυση του κινεζικού παράγοντος, η Ουάσιγκτον επί προεδρίας Ομπάμα προέβη  σε μια μείζονα αναθεώρηση της πολιτικής της έναντι του Πεκίνου με άξονα την επικέντρωση των αμερικανικών πολιτικών, οικονομικών, και στρατιωτικών πόρων στην ανάσχεση της κινεζικής επιρροής – πρωτίστως στην περιοχή της  Ασίας- Ειρηνικού, αλλά όχι μόνο. Η διατυμπανισθείσα όμως αυτή «Στροφή προς Ασία»» ουδέποτε ολοκληρώθηκε. Ανεκόπη, εν μέρει μεν από τις δυτικές περιπέτειες στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, κυριότατα όμως από την όξυνση των σχέσεων της Δύσης με τη Ρωσία. Με επακόλουθο τη δυσχέρανση της έναντι της ΛΔΚ επιχειρούμενης από τις διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις στρατηγικής αποτροπής. Δοθέντος μάλιστα ότι, όπως επισημαίνεται εν συνεχεία, πλείονες Ευρωπαίοι υιοθετούν έναντι του Πεκίνου στάση  σαφώς ηπιότερη της αμερικανικής.

Οι καταρρέουσες σχέσεις της Δύσης με τη Ρωσία

Άλλωστε, αυτή  τη στιγμή, η προσοχή, τόσο της Ατλαντικής Συμμαχίας, όσο και της Κοινοτικής Ευρώπης, είναι στραμμένη κατά κύριο λόγο προς τη Ρωσία. Την οποία στο κλίμα που διαμόρφωσε το Ουκρανικό, η «Στρατηγική Αντίληψη του ΝΑΤΟ» [NATO Strategic Concept] του Ιουνίου 2022 αποκαλεί «τη σημαντικότερη και πλέον ευθεία απειλή κατά της ασφάλειας των Συμμάχων και της ειρήνης και σταθερότητας στην Ευρω-Ατλαντική περιοχή»· και η κοινοτική «Στρατηγική πυξίδα για την ασφάλεια και την άμυνα του Μαρτίου 2022, «μακροπρόθεσμη και ευθεία απειλή κατά της ευρωπαϊκής ασφάλειας». Ενώ η νατοϊκή «Διακήρυξη Κορυφής της Ουάσιγκτον» του Ιουλίου 2024 προειδοποιεί ότι «η καθολική [all-domain] απειλή που η Ρωσία συνιστά για το ΝΑΤΟ  θα συνεχισθεί και μακροπρόθεσμα.

Για την κλιμακούμενη δε ένταση μεταξύ Δύσης και Μόσχας η πρώτη δεν είναι άμοιρος ευθυνών. Η αμερικανική, ειδικότερα, στάση έναντι της μετα-σοβιετικής Ρωσίας ασφαλώς δεν διευκόλυνε τη διαμόρφωση μεταξύ τους σχέσεων εμπιστοσύνης και συνεργασίας. Χωρίς βέβαια η διαπίστωση αυτή να δικαιολογεί το παράπαν  την ανεπιφύλακτα καταδικαστέα ρωσική εισβολή στην Ουκρανία – στην απόκρουση της οποίας ορθότατα η Δύση παρέσχε την αποφασιστική συνδρομή της.

Η  τροπή όμως των στρατιωτικών επιχειρήσεων θέτει τώρα τους Δυτικούς προ οξέος διλήμματος περί του πρακτέου. Ουχί δε αμελητέες φωνές και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού έχουν κατ’ ουσίαν ταχθεί κατά του τερματισμού του πολέμου διά της διαπραγματευτικής οδού και υπέρ της συνέχισης και εντατικοποίησης των εχθροπραξιών με στόχο την εξουθένωση της Ρωσίας και τη καθεστωτική αλλαγή.[5] Ο στόχος όμως αυτός, φαινομενικώς τουλάχιστον επιτεύξιμος κάποια στιγμή μετά τις αρχικές ρωσικές στρατιωτικές αποτυχίες, είναι πλέον κατά πάσαν βεβαιότητα ανέφικτος. Οι εμμένοντες δε στην επιδίωξή του αγνοούν, όχι μόνο το ως άνω ήδη επισημανθέν φάσμα της πυρηνικής κλιμάκωσης, αλλά και τους πολυσχιδείς κινδύνους για τη Δύση που εγκυμονεί η παγίωση και περαιτέρω σύσφιγξη των σινο-ρωσικών σχέσεων.

Μια προβληματίζουσα σύμπλευση

Διότι υπό τη δυτική πίεση, η Μόσχα τείνει  όλο και περισσότερο να μετατραπεί, κατά τον χαρακτηρισμό έγκυρης αμερικανικής εφημερίδας, σε «ήσσονα εταίρο» [junior partner]) του Πεκίνου.[6] Θα ήταν δε η εσχάτη πλάνη να υποτιμηθούν οι αρνητικές επιπτώσεις της σινο-ρωσικής αυτής συμπόρευσης στα δυτικά συμφέροντα. Επιπτώσεις που άλλωστε είναι ήδη ορατές. Με ιδιαίτερα ανησυχητική την απόσπαση από τη δυτική επιρροή του λεγόμενου Παγκόσμιου Νότου – ήτοι της πλειοψηφίας της ανθρωπότητας, συμπεριλαμβανομένων μεγάλων περιφερειακών δυνάμεων της Ασίας, Μέσης Ανατολής, Αφρικής, και Λατινικής Αμερικής.

Χαρακτηριστική η περίπτωση των BRICS: Ενός διακυβερνητικού οργανισμού επικριτικού της δυτικής τάξης πραγμάτων, στις τάξεις του οποίου, όπου εκπροσωπείται το 45 τοις εκατό του παγκόσμιου πληθυσμού με αυξητική προοπτική, η μεν Ρωσία, σύμφωνα με δύο σοβαρούς αναλυτές έχει ρόλο «οργισμένης θορυβώδους αιχμής του δόρατος», η Κίνα όμως είναι «η πραγματική κινούσα δύναμη».[7] Ενώ ένα ακόμη ανησυχητικό επακόλουθο της σινο-ρωσικής σύμπλευσης είναι η διαμόρφωση, υπό κινεζική κατ’ ουσίαν αιγίδα, ενός αντι-δυτικού γεωπολιτικού σχήματος περιλαμβάνοντος, ομού με την Κίνα και τη Ρωσία, τη Βόρεια Κορέα και το Ιράν.[8] ΄

Επίλυση του Ουκρανικού ασφαλώς δεν σημαίνει παράδοση στις ορέξεις του Κρεμλίνου. Το ζητούμενο είναι ο τερματισμός του πολέμου μέσω ενός ρεαλιστικού, βιώσιμου συμβιβασμού. Κάτι που σύμφωνα με σοβαρούς παρατηρητές θα είχε ήδη επιτευχθεί, εάν, την κατάλληλη στιγμή, η αμερικανική ηγεσία είχε ασκήσει την καθοριστική επιρροή της επί της ουκρανικής – η πολιτική ατζέντα της οποίας δεν συμπίπτει κατ’ ανάγκην πάντοτε με το ευρύτερο δυτικό συμφέρον. Ωστόσο, ενδέχεται ο πρόεδρος Πούτιν, παρά τις ευνοϊκές για τη ρωσική πλευρά εξελίξεις στο πολεμικό μέτωπο και την περιορισμένη αποτελεσματικότητα των δυτικών κυρώσεων, αλλά συνυπολογίζοντας το υψηλό κόστος  της διαιώνισης του πολέμου για τη χώρα και τον λαό του και ίσως και για το καθεστώς του, να παραμένει ανοικτός σε διαπραγματεύσεις, αν όχι προς την επιθυμητή,  πάντως προς αποδεκτή από δυτικής σκοπιάς κατεύθυνση.[9] Άλλωστε, κατά τα είκοσι τέσσερα χρόνια που, είτε ως πρωθυπουργός, είτε ως πρόεδρος κυβερνά – και παρά τους όποιους τραγικά εσφαλμένους υπολογισμούς και χειρισμούς του, ειδικότερα περί το Ουκρανικό – έχει αποδειχθεί, ως επί το πολύ, «ορθολογικός γεωπολιτικός παίκτης».[10] Και άρα γνωρίζει τους κινδύνους που διατρέχει μια Ρωσία εμπεπλεγμένη συγχρόνως σε οξεία αντιπαράθεση με τη Δύση και σε σχέση εξάρτησης από την Κίνα. Εν πάση όμως περιπτώσει, οι Δυτικοί έχουν κάθε συμφέρον να δοκιμάσουν εμπράκτως τις διαθέσεις και προθέσεις του, καθώς, θεωμένη υπό δυτικό πρίσμα, μια συμφωνία, όχι μόνο θα έθετε τέλος στην πολεμική τραγωδία και θα απομάκρυνε τον συναφή κίνδυνο πυρηνικής κλιμάκωσης, αλλά και ενδεχομένως θα συνέβαλλε στην απεξάρτηση της Μόσχας από τον εναγκαλισμό του Πεκίνου. Εκτός των άλλων, λόγω της υψηλής  πιθανότητας να επακολουθήσει η αναζωπύρωση των διαχρονικών σινο-ρωσικών αντιθέσεων και των συναφών ανησυχιών της ρωσικής κυρίως πλευράς.

Υποβόσκουσες σινο-ρωσικές εντάσεις

Οι οποίες αντιθέσεις και ανησυχίες, παρά τη συγκυριακή προσέγγιση των δύο γιγάντων της Ευρασίας, εξακολουθούν να υφέρπουν. Επί παραδείγματι: Μολονότι προ εικοσαετίας επετεύχθη συμβατική ρύθμιση της μακροχρόνιας σινο-ρωσικής συνοριακής διένεξης, οι Ρώσοι δεν έχουν παύσει να ανησυχούν για ενδεχόμενες κινεζικές βλέψεις εις βάρος της ρωσικής επικράτειας. Πηγή προβληματισμού για τη Μόσχα αποτελεί επίσης η επισκίαση της επιρροής της στην Κεντρική Ασία από την κινεζική «Πρωτοβουλία μιας ζώνης και ενός δρόμου», και στην Αρκτική από την εκεί αύξουσα κινεζική δραστηριοποίηση. Όπως σαφώς ανταγωνιστική σφραγίδα φέρουν και οι δραστηριότητες των δύο εταίρων στην Ανατολική Ασία και τον Ειρηνικό. Ενώ, στον στρατιωτικό τομέα, οι κινεζικοί εξοπλισμοί και ιδίως το φιλόδοξο κινεζικό πυρηνικό πρόγραμμα φυσικό είναι να μην αφήνουν τους Ρώσους αδιάφορους. Και επομένως, σε περίπτωση μερικής έστω εξομάλυνσης των σχέσεων της Ρωσίας με τη Δύση, το πιθανότερο είναι οι υποβόσκουσες αυτές σινο-ρωσικές εντάσεις να διογκωθούν προς όφελος των δυτικών συμφερόντων –  υπό την προϋπόθεση ότι οι Δυτικοί θα προβούν εγκαίρως σε μια επανεξέταση της έναντι της Ρωσίας πολιτικής τους. [11]

Εγκαταλείποντας, κατά πρώτο λόγο, τη χίμαιρα της μετατροπής της Ρωσίας σε ομοίωμα της Δύσης. (Κάποιοι μαθητευόμενοι μάγοι του δυτικού κόσμου δείχνουν να παίζουν εν ου παικτοίς, οδηγώντας εξ αντιδράσεως σε αποτελέσματα εκ διαμέτρου αντίθετα προς τα προσδοκώμενα.) Η στροφή της ρωσικής ηγεσίας, αλλά και κοινωνίας, προς τις αυταρχικές παραδόσεις του ρωσικού κράτους αποτελεί μια εξέλιξη, όχι μόνο βραχυπρόθεσμα αναπόφευκτη ίσως, αλλά και ενδεχομένως μη αναστρέψιμη, στο μέτρο που συμβάλλει στη συνοχή και την εξωτερική ασφάλεια της χώρας· τις οποίες ο υπό δυτική αιγίδα ψευδεπίγραφος εκδημοκρατισμός μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ έθεσε υπό δεινή δοκιμασία. Και συνεπώς ο γεωπολιτικός ρεαλισμός επιβάλλει στους ιθύνοντες του Δυτικού Κόσμου την αναζήτηση ενός modus vivendi με την αυταρχική Ρωσία του Πούτιν και όχι με εκείνη των ονείρων μας. Γενικότερα δε, ΝΑΤΟ και ΕΕ καλούνται να διαχειρισθούν το γεωπολιτικό τρίγωνο Δύση-Ρωσία-Κίνα με ένα συνδυασμό αποφασιστικότητας και ρεαλισμού. Αξιοποιώντας τη δυτική στρατιωτική, οικονομική, και πολιτισμική ισχύ για την επίτευξη αποδεκτών και βιώσιμων ισορροπιών.

Κατά τα λοιπά, οι μεν Κοινοτικοί Ευρωπαίοι φυσικό είναι να επικεντρώσουν την προσοχή και τις προσπάθειές τους στις σχέσεις με τη Μόσχα·  στην καλύτερη – αλλά δυστυχώς όχι και πιθανότερη -  περίπτωση, δίδοντας σάρκα και οστά στην καχεκτική «Κοινή Εξωτερική Πολιτική» τους, έτσι ώστε να ακουσθεί ευκρινέστερα η ευρωπαϊκή φωνή σε θέματα κατ’ εξοχήν ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος. Ενώ εκ των πραγμάτων, η διαμόρφωση των σχέσεων της Δύσης με την Κίνα βαρύνει πρωτίστως τους Αμερικανούς. Διότι, ναι μεν μέχρι τούδε οι επίσημες θέσεις της ΕΕ και των ΗΠΑ έναντι του Πεκίνου κατά βάσιν συμπίπτουν, η στρατιωτική όμως παρουσία των Ευρωπαίων στον απωανατολικό χώρο είναι περιορισμένη, το δε ενδιαφέρον τους για την περιοχή, με κύριες εξαιρέσεις τη Βρετανία και τη Γαλλία, ως επί το πολύ στενά οικονομικό. Και συνακόλουθα οι έμπρακτες ευρωπαϊκές επιλογές έχουν συχνά αποκλίνει από τις στοχεύσεις της Ουάσιγκτον. Η οποία ως κορυφαία προτεραιότητα θέτει την αντιμετώπιση των κινεζικών επεκτατικών βλέψεων μέσω στρατιωτικής, οικονομικής, και ιδεολογικής αποτροπής.[12] Διατηρώντας ωστόσο, μέχρι στιγμής, ανοικτούς διπλωματικούς και στρατιωτικούς διαύλους και συνεχίζοντας επιλεκτικά τις σινοαμερικανικές οικονομικές σχέσεις, προκειμένου να αποφευχθεί η αποσταθεροποίηση της διεθνούς γεωπολιτικής και οικονομικής τάξης – και ίσως μια πολεμική σύρραξη απρόβλεπτων διαστάσεων.

Επίμετρο

Το ως άνω κείμενο αντανακλά την παγκόσμια γεωπολιτική πραγματικότητα και την αμερικανική εξωτερική πολιτική κατά την ύστερη φάση της προεδρίας Μπάιντεν. Μένει να φανεί κατά πόσο και πως, αναλαμβάνοντας το πηδάλιο του κράτους, ο εν αναμονή πρόεδρος Τραμπ, πέραν της προεξοφλούμενης  αλλαγής επικοινωνιακού τόνου και διαπραγματευτικής τακτικής, θα διαφοροποιηθεί από τον προκάτοχό του ως προς τους διεθνείς προσανατολισμούς της – πάντοτε κορυφαίας στην παγκόσμια ιεραρχία στρατιωτικής και οικονομικής ισχύος – Ουάσιγκτον.

Εξυπακούεται, τέλος, αλλά δεν βλάπτει να τονίζεται, ότι η υιοθέτηση από τη Δύση του γεωπολιτικού ρεαλισμού ως γνώμονα στη διαχείριση των σχέσεών της με τις δύο μεγάλες δυνάμεις της Ευρασίας ουδόλως συνεπάγεται την υποβάθμιση των δυτικών κοινωνικοπολιτικών αξιών και θεσμών. Η ειρηνική προβολή των οποίων λειτουργεί, αντιθέτως, ως πολλαπλασιαστής της δυτικής «ηπίας ισχύος». Υπό την  αυστηρή όμως προϋπόθεση ότι δεν επιχειρείται η αποσταθεροποιητική και πάντως καταδικασμένη  εκ των προτέρων επιβολή τους.

 



[1] Οι στρατιωτικοί προϋπολογισμοί ΗΠΑ, Κίνας, Ρωσίας, Ηνωμένου Βασιλείου, Γερμανίας και Γαλλίας για το 2023 ανήλθαν αντιστοίχως σε 916, 296, !09, 74.9, 66.8 και 61.3 δισεκατομμύρια δολάρια. Βλ. https://www.statista.com/statistics/262742/countries-with-the-highest-military-spending/.  Για τα πυρηνικά, https://www.statista.com/chart/8301/the-countries-holding-the-worlds-nuclear-arsenal/,  και Carter Malkasian, America’s Crisis of Deterrence, Foreign Affairs, 20-09-2024.

             

[2] Για μια ευρεία επισκόπηση του πυρηνικού ορίζοντα, βλ. Laurence Norman, Nuclear-War Risks Rise Again, Stoked by Global Conflicts, The Wall Street Journal, 16-10-2024. Για το   ρωσικό πυρηνικό δόγμα, βλ Alexander Gabuev, How Serious a Threat Is Russia’s New Nuclear Doctrine, Carnegie Russia Eurasia Center, 03-10-2024. Για την ενίσχυση του πυρηνικού οπλοστασίου και τη μετεξέλιξη του πυρηνικού δόγματος του Πεκίνου, βλ. How is China Modernizing its Nuclear Forces?, CSIS, China Power, https://chinapower.csis.org/china-nuclear-weapons /  

[5] Χαρακτηριστικό, σε αγγλική μετάφραση, το ακόλουθο άρθρο του Σπίγκελ αμέσως μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα Wagner: Regime Change in Russia must not be a Taboo for the West, https://libmod.de/en/wagner-rebellion-sannikova-fuecks/. Βλ. επίσης, σε ανάλογο πνεύμα σε μετέπειτα φάση των εχθροπραξιών, Anders Åslund, A Unified Western Strategy for Ukraine, Project Syndicate, 15-05-2024. Για μια εμπεριστατωμένη παρουσίαση των άκαρπων αρχικών διαπραγματευτικών προσπαθειών,  βλ. Samuel Charap και Sergey Radchenko, The Talks That Could Have Ended the War in Ukraine, Foreign Affairs, 16-04-2024/

[6] Editorial Board, The U.S. should beware of the Beijing-Moscow axis, Washington Post, 25-03-2023.

[7] Βλ. Alexander Gabuev και Oliver Stuenkel, The Battle for the BRICS. Why the Future of the Bloc Will Shape Global Order, Foreign Affairs, 24-09-2024. Επίσης, Daniel Runde, China is Winning the Global South, The National Interest, 21-08-2024.

[8] Βλ. Christopher S. Chivvis και Jack Keating, Cooperation Between China, Iran, North Korea, and Russia: Current and Potential Future Threats to America, Carnegie Endowment for International Peace, 08-10-2024.

[9] Michael Crowley, U.S. Rejects Putin’s Latest Call for Ukraine Negotiations, The New York Times, 09-02-2024. Για τις προθέσεις του προέδρου Πούτιν και τους δυτικούς προβληματισμούς, βλ. Walter Russell Mead, Putin’s Rising Price for Peace in Ukraine, Wall Street Journal, 21-10-2024.

 

[10] Για μια αυστηρή, ρεαλιστική αξιολόγηση των χειρισμών του Ρώσου προέδρου σε σχέση με την Ουκρανία από γνωστό Αμερικανό αναλυτή, με αρκετή όμως δόση δογματισμού και με συμπεράσματα αποκλίνοντα από εκείνα του παρόντος άρθρου, βλ. Robert Kagan, Are Americans ready to give up on Ukraine?  Washington Post, 15-10-2024. Για μια ανασκόπηση των διαπραγματεύσεων επί του Ουκρανικού από τον Ρώσο υπουργό εξωτερικών, βλ. Kiev's violation of agreements means less territory for Ukraine — Lavrov, TASS, 02-11-2024.

[11] Himany Pant, Russia-China Relations and a Changing World Order, Indian Council of World Affairs, Μάιος, 2023. This country is trying to stoke Russia-China differences, The Economic Times, 04-09-2024. Callum Fraser, Russia and China: The True Nature of their Cooperation, RUSI, 07-06-2024. Far East territorial dispute tests PRC-Russia ties, Indo-Pacific Defence Forum, 27-03-2024. Russia Relationship?, China  Power, 10-10-2024, https://chinapower.csis.org/china-russia-relationship-weaknesses-mistrust/ 

[12] Σύμφωνα με τη σινολόγο καθηγήτρια του Πανεπιστημίου John Hopkins, Jessica Chen Weiss, «οι εταίροι και σύμμαχοι των ΗΠΑ θα επικροτούσαν τη στροφή» «προς μια σταθερότερη και παραγωγικότερη σχέση». Βλ. The Case Against the China Consensus, Foreign Affairs, 16-09-2024.