Friday, June 23, 2023

Η ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΤΟΥ ΚΙΝΕΖΙΚΟΥ ΓΙΓΑΝΤΑ

 Προδημοσίευση άρθρου από το τεύχος 144 των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ).


Πάλαι ποτέ ηγεμονεύουσα ως «Μέσο Βασίλειο» και αφού εν συνεχεία υπέστη τραυματική αποικιακή διαρπαγή εκ μέρους Ευρωπαίων, Αμερικανών και Ιαπώνων, από τα μέσα του εικοστού αιώνα η Κίνα, υπό το δικής της κοπής κομμουνιστικό καθεστώς και με τεράστιο ανθρώπινο κόστος, ανασυγκροτείται θεαματικά. Ήδη δε πειστικά διεκδικεί ιθύνουσα θέση στο ρευστό διεθνές περιβάλλον, κλονίζοντας έτσι τις γεωπολιτικές και γεωοικονομικές ισορροπίες της αμερικανικής μονοπολικής στιγμής. Ειδικότερα δε, ανασυντάσσει τις σχέσεις της, τόσο με την Ουάσιγκτον, όσο και με την Κοινοτική Ευρώπη, τη Μόσχα και τον Παγκόσμιο Νότο˙ και συνακόλουθα επιδρά εμμέσως, πλην ουσιαστικά και κατά περίπτωση καθοριστικά, και στον επί μέρους ρόλο των μειζόνων συνιστωσών του διεθνούς συστήματος.

Α' Η Κίνα υπό τον Σι.

Αντίθετα προς τη συντηρητική διεθνοπολιτική πλοήγηση της μετα-μαοϊκής Κίνας υπό τον Ντενγκ Σιαοπίνγκ – χαρακτηριστική της μεθοδολογίας του οποίου είναι η εμβληματική προτροπή του «κρύβε τη δύναμή σου, κέρδιζε χρόνο» – ο νυν κινέζος ηγέτης Σι Τζινπινγκ, πρόεδρος της ΛΔΚ και συγχρόνως και του κυβερνώντος ΚΚΚ, αμφισβητεί ενεργώς την αμερικανοκρατούμενη παγκόσμια τάξη πραγμάτων. Μη αποκρύπτοντας τη φιλοδοξία του να  εξασφαλίσει για τη χώρα του κυρίαρχη παρουσία στο εγγύς γεωπολιτικό της περιβάλλον και τουλάχιστον ισότιμη θέση στην κορυφή της διεθνούς ιεραρχίας ισχύος˙ [1]και δημιουργώντας συγχρόνως τις αναγκαίες προς τούτο οικονομικές, στρατιωτικές και διπλωματικές προϋποθέσεις. Πιο συγκεκριμένα:

Η κινεζική οικονομία, παρά, μεταξύ άλλων, τις αρνητικές επιπτώσεις της σινοαμερικανικής αντιπαράθεσης, του υψηλού κινεζικού δημόσιου χρέους, και δυσμενών δημογραφικών και περιβαλλοντικών συνθηκών, συνεχίζει, αν και με χαλαρότερους ρυθμούς, μια ανάπτυξη που την έχει ήδη φέρει στη δεύτερη, ως προς το μέγεθος, θέση παγκοσμίως. [2]                                                                                                                                                                                                                                               Χάρις δε στην Πρωτοβουλία Μιας Ζώνης και ενός Δρόμου (Belt and Road Initiative) και την επακόλουθη ανάληψη έργων υποδομής σε δεκάδες χώρες – ασιατικές, αφρικανικές, λατινοαμερικανικές, αλλά και ευρωπαϊκές –, το Πεκίνο εξασφαλίζει αγορές πρώτων υλών και εξαγωγών, και συγχρόνως αποκτά ένα αποτελεσματικό όργανο άσκησης γεωπολιτικής και στρατηγικής επιρροής.

Παράλληλα η Κίνα αναβαθμίζει ταχύρρυθμα τη στρατιωτική ισχύ της. Καταλαμβάνοντας και ως προς τις αμυντικές δαπάνες τη δεύτερη παγκοσμίως θέση: εκσυγχρονίζει  τις συμβατικές της δυνάμεις˙ αναπτύσσει το μέχρι τούδε περιορισμένο, σε σύγκριση με το αμερικανικό και το ρωσικό, πυρηνικό της οπλοστάσιο˙ και  εγκαθιστά στρατιωτικές βάσεις σε ιδιαίτερου ενδιαφέροντός της γεωστρατηγικούς χώρους – κυρίως στη Νότια Σινική Θάλασσα. [3]

Αξιοποιώντας δε τους αυξανόμενους αυτούς οικονομικούς και στρατιωτικούς πόρους, η κινεζική διπλωματία:

·      Αναπτύσσει ένα συνεχώς διευρυνόμενο δίκτυο διμερών και πολυμερών διεθνών σχέσεων, στο πλαίσιο του οποίου, παράλληλα και συμπληρωματικά προς την Πρωτοβουλία Μιας Ζώνης και ενός Δρόμου, έχει δρομολογήσει δύο πρόσθετα εγχειρήματα – την Πρωτοβουλία της Παγκόσμιας Ανάπτυξης [Global Development Initiative (GDI)] και την Πρωτοβουλία Παγκόσμιας Ασφάλειας [Global Security Initiative (GSI)] –  τα οποία η Ουάσιγκτον εισπράττει ως έμπρακτη αμφισβήτηση της αμερικανο-κεντρικής διεθνούς τάξης πραγμάτων.

·      Μεθοδεύει την πρωτοκαθεδρία της Κίνας στις όμορές της περιοχές, προβάλλοντας και εδαφικές βλέψεις.

·      Και εμμένει ανυποχώρητα στην τήρηση διεθνώς της αρχής της Μιας Κίνας έναντι της Ταϊβάν – δοθέντος ότι η αποτροπή της ανεξαρτοποίησης της Ταϊπέι είναι ζωτικής σημασίας για την ίδια την ευστάθεια του κινεζικού καθεστώτος. Ενώ, αντιθέτως, αβεβαιότητα περιβάλλει το εάν και πότε το Πεκίνο θα επιχειρήσει να ανακτήσει δια των όπλων τη σήμερα αυτοκυβέρνητη νήσο.

Β’ Ο σινοαμερικανικός ανταγωνισμός.

Επί μακρόν, οι Αμερικανοί θεωρούσαν την Κίνα ελέγξιμη. Επί Ψυχρού, μάλιστα, Πολέμου, τη χρησιμοποίησαν ευκαιριακώς ως αντίβαρο στη Σοβιετική Ένωση.  Σήμερα, ωστόσο, την αντιμετωπίζουν ως τον μείζονα αντίπαλό τους. Σημειωτέον δε ότι οι ως προς αυτό οι θέσεις των κυβερνήσεων Τραμπ και Μπάιντεν εν πολλοίς συμπίπτουν. Με την φέρουσα την υπογραφή του προέδρου Τραμπ «Εθνική Αμυντική Στρατηγική» να εκτιμά ότι «καθώς η Κίνα συνεχίζει την οικονομική και στρατιωτική άνοδό της…θα συνεχίσει να προωθεί ένα πρόγραμμα στρατιωτικού εκσυγχρονισμού αποσκοπούν, μεσοπρόθεσμα μεν στην περιφερειακή ηγεμονία στον Ινδο-Ειρηνικό, μελλοντικώς δε στην παγκόσμια πρωτοκαθεδρία». Και με την αντίστοιχη «Ενδιάμεση Στρατηγική Οδηγία Εθνικής Ασφαλείας» του προέδρου Μπάιντεν και τη συναφή «Στρατηγική Εθνικής Άμυνας» του αρμόδιου υπουργού του να διαπιστώνουν ότι η Κίνα «φιλοδοξεί να δημιουργήσει μια διευρυμένη σφαίρα επιρροής στον Ινδο-Ειρηνικό και να αναδειχθεί στην παγκόσμια ηγέτιδα δύναμη», και ότι είναι «ο μόνος ανταγωνιστής [των ΗΠΑ] ο οποίος έχει, τόσο την πρόθεση να αναδιατάξει τη διεθνή τάξη, όσο, όλο και περισσότερο, την οικονομική, διπλωματική, στρατιωτική, και τεχνολογική ισχύ για να το πράξει». [4]

Ενώ όμως και οι δύο πρόεδροι έθεσαν ως κορυφαία προτεραιότητα την ανάσχεση του Κινέζου αντιπάλου, η διαχείριση των σινοαμερικανικών σχέσεων υπό τον παρόντα δείχνει πιο ευέλικτη. Χαρακτηριστική εν προκειμένω η διαβεβαίωση του Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας του προέδρου Μπάιντεν, Τζέικ Σάλιβαν, ότι «ανταγωνιζόμαστε την Κίνα…αλλά δεν επιδιώκουμε αντιπαράθεση ή σύγκρουση»˙ και ότι «ο πρόεδρος Μπάιντεν έχει καταστήσει σαφές ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα μπορούν και πρέπει να συνεργασθούν ως προς παγκόσμιες προκλήσεις όπως το κλίμα, η μακροοικονομική σταθερότητα, η υγειονομική ασφάλεια, και η επισιτιστική ασφάλεια.» Και στο ίδιο πνεύμα, η Αμερικανίδα υπουργός οικονομικών δηλώνει ότι, μολονότι για ζωτικούς λόγους εθνικής ασφαλείας η Ουάσιγκτον «περικόπτει ορισμένους οικονομικούς δεσμούς», «η πλήρης αποσύνδεση των οικονομιών των δύο χωρών θα ήταν καταστροφική για αμφότερες». [5]

Ενδεικτική δε της – όλως σχετικής, βέβαια – ευελιξίας αυτής είναι και η επαμφοτερίζουσα στάση της κυβέρνησης Μπάιντεν έναντι της κινεζικής πρότασης  για την ειρήνευση στην Ουκρανία. Με τον Αμερικανό υπουργό εξωτερικών να την καλωσορίζει μεν κατ’ αρχήν, πλην όμως με έκδηλη επιφυλακτικότητα ως προς τα καθέκαστα – και ίσως διαβλέποντας, σύμφωνα με έναν πεπειραμένο διεθνή αναλυτή, και ευκαιρία διατάραξης της  σύμπλευσης του Πεκίνου με μια ρωσική ηγεσία την οποία ορισμένες πτυχές της κινεζικής ειρηνευτικής πρωτοβουλίας φαίνεται να προβληματίζουν.[6]

Αλλά και γενικότερα, η προεδρία Μπάιντεν δεν φείδεται προσπαθειών για να αναχαιτίσει την ανερχόμενη Κίνα, τόσο στο οικονομικό και διπλωματικό, όσο και στο στρατιωτικό πεδίο. Προς τούτο δε, σε συνδυασμό με τις μονομερείς της ενέργειες, επιδιώκει να εξασφαλίσει τη σύμπραξη των συμμάχων των ΗΠΑ – πρωτίστως των ευρισκόμενων στον χώρο του Ινδο-Ειρηνικού, αλλά, στο μέτρο που προσφέρονται, και των Ευρωπαίων. Και στους πρώτους μεν συμπεριλαμβάνονται κατά κύριο λόγο η Ιαπωνία, η Αυστραλία, η Ν. Κορέα, και οι Φιλιππίνες – ήτοι χώρες πληττόμενες ευθέως από κινεζικές βλέψεις και ενέργειες και συνεπώς προθύμως συντασσόμενες με την αμερικανική γραμμή. [7] Οι προσπάθειες όμως της Ουάσιγκτον να εμπλέξει στην αντιπαράθεσή της με το Πεκίνο και τους Ευρωπαίους συμμάχους της μερική μόνο ανταπόκριση βρίσκουν – όπως και εν συνεχεία επισημαίνεται.

Κατά τα λοιπά, αν και όχι πλέον πλανητάρχης, οι ΗΠΑ διατηρούν καθοριστικό προβάδισμα έναντι της αμέσως επόμενης στην παγκόσμια ιεραρχία ισχύος Κίνας.[8] Οι στρατιωτικές τους δαπάνες, ειδικότερα, ανέρχονται στο τριπλάσιο περίπου των κινεζικών˙ το παγκόσμιο δίκτυο στρατιωτικών βάσεων που διαθέτουν εκτός εθνικού εδάφους – 750 βάσεις σε 80 χώρες – υπερέχει συντριπτικά του ανάλογου κινεζικού˙[9] το ΑΕΠ τους εξακολουθεί να υπερβαίνει εκείνο της Κίνας˙ το δολάριο παραμένει το κυρίαρχο αποθεματικό νόμισμα και νόμισμα διεθνών συναλλαγών – παρά τις εντεινόμενες προσπάθειες, ιδιαίτατα των BRICS, να «αποδολαροποιηθεί» το διεθνές νομισματικό σύστημα και ειδικότερα της Κίνας να «παγκοσμιοποιήσει» το γουάν˙[10] και η αμερικανική ήπια ισχύ είναι πάντοτε ασυναγώνιστη.

Δεδομένου δε αυτού του συσχετισμού δυνάμεων, το μόνο ρεαλιστικό σενάριο κλιμάκωσης της σινο-αμερικανικής αντιπαράθεσης σε θερμή στρατιωτική αναμέτρηση στο ορατό μέλλον αφορά στο Ταϊβανικό. Οι περί το οποίο εξελίξεις πράγματι δικαιολογούν σοβαρές ανησυχίες για ενδεχόμενη διασάλευση της ειρήνης – και όχι μόνο της περιφερειακής. Καθώς, ο πρόεδρος Σι, με την ενθουσιώδη στήριξη της κινεζικής ελίτ και κοινής γνώμης, χαρακτηρίζει την επανένωση «αναπόφευκτη προϋπόθεση του Κινεζικού Οράματος Εθνικής Ανανέωσης» – το οποίο έχει δεσμευθεί να πραγματώσει έως το 2049, εκατονταετηρίδα της ίδρυσης της ΛΔΚ. Με τον Κινέζο υπουργό άμυνας να προειδοποιεί απερίφραστα ότι «εάν οποιοσδήποτε τολμήσει να αποσπάσει την ΤαΪβάν από την Κϊνα, οι κινεζικές ένοπλες δυνάμεις δεν θα διστάσουν ούτε μια στιγμή….θα υπερασπισθούμε αποφασιστικά την εθνική μας κυριαρχία και εδαφική κυριότητα ανεξαρτήτως κόστους».[11] Η δε Ουάσιγκτον, μολονότι επισήμως αποδέχεται την αρχή της Μιας Κίνας, αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο στρατιωτικής σύγκρουσης Πεκίνου-Ταϊπέι με «στρατηγική ασάφεια» (strategic ambiguity) – μη αποκλείοντας άρα τη στρατιωτική της εμπλοκή. Ενώ ιθύνοντες παράγοντες της αμερικανικής πολιτικής ζωής δεν παύουν να ενθαρρύνουν τις αποσχιστικές δυνάμεις στην Ταϊβάν.

Γ’ H σινο-ρωσική λυκοφιλία. [12]

Καθ’ όλη την ιστορική τους διαδρομή των τεσσάρων και πλέον αιώνων, οι σινο-ρωσικές σχέσεις κυριαρχούντο από συγκρούσεις και συμπράξεις αντανακλώσες τον εκάστοτε συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των δύο γιγάντων της Ευρασίας και  το μεταβαλλόμενο παγκόσμιο περιβάλλον. Ειδικότερα δε κατά τις τελευταίες δεκαετίες, οι σχέσεις αυτές διαμορφώνονται υπό το κράτος, αφ’ ενός, της αύξουσας ανισορροπίας ισχύος μεταξύ μιας ανερχόμενης, φιλόδοξης Κίνας και μιας εξασθενημένης Ρωσίας, και, αφ’ ετέρου, της  κοινής τους αντιπαλότητας με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Επί μακρόν σαφώς ασθενέστερη της Ρωσίας, η Κίνα σήμερα την υποσκελίζει ως προς όλους σχεδόν τους δείκτες ισχύος. Με τον πληθυσμό της να ανέρχεται στο οκταπλάσιο του ρωσικού και το ΑΕΠ της στο δεκαπλάσιο. Με τις στρατιωτικές της δαπάνες να υπερβαίνουν ήδη τις ρωσικές. Και, σε αντιστροφή των εμπορικών δεδομένων του παρελθόντος, με τις ρωσικές εξαγωγές προς την Κίνα να συνίστανται κυρίως σε ενεργειακές πρώτες ύλες και όλο και λιγότερο σε βιομηχανικά προϊόντα, τις δε κινεζικές προς τη Ρωσία να αποτελούνται πρωτίστως από προϊόντα προηγμένης τεχνολογίας, μεταξύ άλλων και στρατιωτικής.  

Την ανισορροπία δε αυτή αναδεικνύει θεαματικά ο πόλεμος στην Ουκρανία. Η τροπή του οποίου αναγκάζει τη ρωσική ηγεσία να στραφεί προς την κινεζική σε αναζήτηση οικονομικής, διπλωματικής, και στρατιωτικής υπό τη μορφή πολεμικού υλικού, συνδρομής. Και παρέχει έτσι στο Πεκίνο την ευκαιρία να εντάξει τη Μόσχα ως «ήσσονα εταίρο» στο ευρύτερο μέτωπο που απεργάζεται κατά της αμερικανικής ηγεμονίας. Όπως προκύπτει και από τις επανειλημμένες συναντήσεις των προέδρων Σι και Πούτιν πριν και μετά την ρωσική εισβολή του Φεβρουαρίου 2023 και τις μεγαλόστομες διακηρύξεις σινο-ρωσικής αλληλεγγύης που κατά κανόνα τις συνόδευσαν. [13]

Συγχρόνως όμως το Πεκίνο φροντίζει να αποφύγει τις ανεπιθύμητες παρενέργειες της σύμπλευσης αυτής: Αρνείται να αναγνωρίσει την προσάρτηση στη Ρωσία ουκρανικών εδαφών – το 2014 της Κριμαίας και τώρα τεσσάρων πρόσθετων ουκρανικών περιοχών – ανήσυχο προφανώς και για ενδεχόμενες επιπτώσεις της παραβίασης της αρχής της κρατικής κυριαρχίας στις περιπτώσεις της Ταϊβάν, των Ουιγούρων, και του Θιβέτ. Καταβάλλει προσπάθειες για να αποσοβήσει αμερικανικές κυρώσεις κατά κινεζικών εταιριών που καταστρατηγούν τα οικονομικά μέτρα των ΗΠΑ και 30 περίπου συντασσόμενων με αυτές χωρών κατά της Ρωσίας.[14] Καθιστά σαφή την αντίθεσή του στην προσφυγή των Ρώσων σε πυρηνικά.[15] Και ναι μεν, δεδομένης της γενικότερης γεωπολιτικής τους αντίληψης, οι Κινέζοι ιθύνοντες  πρέπει να απεύχονται την νίκη του υπό δυτική προστασία Κιέβου κατά της Μόσχας, από την άλλη όμως, δοθέντος και του πάντοτε υποβόσκοντος ανταγωνισμού μεταξύ Κίνας και Ρωσίας κατά μήκος των κοινών συνόρων τους και της συνακόλουθης εκατέρωθεν καχυποψίας, είναι λίαν απίθανο να θεωρούν συμφέρουσα και την κατά κράτος επικράτηση των Ρώσων επί των Ουκρανών.[16]

Όπερ εξηγεί, εν μέρει, την κατατείνουσα σε πάγωμα του Ουκρανικού, χωρίς τρόπον τινά νικητές και ηττημένους, διαμεσολαβητική πρωτοβουλία του Πεκίνου. Η οποία, βέβαια, δεν είναι ξένη και προς την επιδίωξη της κινεζικής ηγεσίας να προβληθεί παγκοσμίως ως ειρηνοποιός – σε αντιδιαστολή προς τους «πολεμοκάπηλους» Αμερικανούς. [17]

Οπωσδήποτε όμως, όλα δείχνουν ότι η ιδιάζουσα αυτή σινο-ρωσική λυκοφιλία θα παραμείνει στο προβλεπτό μέλλον μείζων παράμετρος του διεθνούς γίγνεσθαι.  

Δ’ Τα ευρωενωσιακά διλήμματα και ο Παγκόσμιος Νότος.

Στο πλαίσιο ωστόσο των προσπαθειών της να κλονίσει την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ, η   κινεζική ηγεσία, πέραν της αξιοποίησης του ρωσικού παράγοντα, φαίνεται να θέτει ως διττή στόχευση τη διεμβόλιση του Δυτικού μετώπου και τη διείσδυση στον Παγκόσμιο Νότο.

Κίνα και Ευρωπαίοι

Οι σινο-ευρωπαϊκές σχέσεις, ειδικότερα, κυριαρχούνται πλέον από τις προσπάθειες του Πεκίνου να αποτρέψει τη συμμετοχή των Ευρωπαίων σε έναν εχθρικό προς την Κίνα αμερικανοκρατούμενο συνασπισμό, και, παράλληλα και συμπληρωματικά, να ενισχύσει τους οικονομικούς του δεσμούς με τα ευρωπαϊκά κράτη στη σύνθετη –  οικονομική και γεωπολιτική –  λογική του «Ενός Δρόμου». Με τις κινεζικές αυτές προσπάθειες να σημειώνουν μικτά μέχρι στιγμής αποτελέσματα.

Και ο μεν Βρετανός πρωθυπουργός Ρίσι Σούνακ, συμπλέων ανεπιφύλακτα με την αμερικανική πολιτική ανάσχεσης της Κίνας, χαρακτηρίζει την τελευταία αυτή ως «τη μεγαλύτερη αναμφίβολα κρατική απειλή κατά των οικονομικών μας συμφερόντων και συστημική πρόκληση κατά της παγκόσμιας τάξης »˙ και στηρίζει ενεργώς τη, συναφθείσα τον Σεπτέμβριο 2021 και στρεφόμενη ευθέως κατά του Πεκίνου, στρατιωτική συμφωνία μεταξύ Βρετανίας, ΗΠΑ, και Αυστραλίας – γνωστή και με το ακρωνύμιο AUKUS.[18]

Ο Γάλλος πρόεδρος, αντιθέτως, κηδόμενος και των ιδιαίτερων συμφερόντων της χώρας του στον Ινδο-Ειρηνικό – όπου η Γαλλία έχει σημαντική εδαφική, στρατιωτική, και οικονομική παρουσία –, έχει διαχωρίσει τη θέση του από τη μετωπική αγγλο-αμερικανική αντιμετώπιση της Κίνας. Και με ιδιαίτερη αναφορά στο Ταϊβανικό, έχει προειδοποιήσει ότι η Ευρώπη διατρέχει τον κίνδυνο «να εμπλακεί σε κρίσεις που δεν είναι δικές μας», και ως εκ τούτου, αντί να επιτύχει την – προσφιλή στον κ. Μακρόν – «στρατηγική αυτονομία» της, να καταστεί «υποτελής» των Ηνωμένων Πολιτειών. [19]

Οι δε οικονομικά και δημογραφικά πρώτοι τη τάξει Γερμανοί, όπως άλλωστε και ουκ ολίγοι άλλοι κοινοτικοί εταίροι, ταλαντεύονται μεταξύ: των οικονομικών συμφερόντων τους – η Κίνα είναι πλέον ο κορυφαίος εμπορικός εταίρος της ΕΕ˙ γεωπολιτικών προβληματισμών σχετικών κυρίως προς το Ουκρανικό˙ και ιδεολογικών αντιδράσεων στην ολοκληρωτική φύση του κινεζικού καθεστώτος και την καταπίεση των Ουιγούρων και άλλων εθνοθρησκευτικών ομάδων.

Ενώ διαφοροποιήσεις ως προς την τηρητέα γραμμή έναντι του Πεκίνου σημειώνονται και στο επίπεδο των κεντρικών κοινοτικών θεσμών˙ και, ειδικότερα, μεταξύ του μετριοπαθούς προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ και της σκληρότερης προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλας φον ντερ Λάιεν. [20]

Κατά τα λοιπά, σύμφωνα με τον Ύπατο Εκπρόσωπο της Ένωσης Ζοζέπ Μπορέλ, επίσημη κοινοτική πολιτική της ΕΕ έναντι της Κίνας παραμένει η υιοθετηθείσα από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το 2020˙ ήτοι το τρίπτυχο: εταίρος, ανταγωνιστής και συστημικός αντίπαλος.[21]

Κίνα και Παγκόσμιος Νότος

Μια όλο και εμφανέστερη, τέλος, διάσταση των εξωτερικών προσανατολισμών της Κίνας είναι η στροφή προς τον λεγόμενο «Παγκόσμιο Νότο» – ο όρος καλύπτει τις υπό ανάπτυξη χώρες του πλανήτη, κυρίως του νοτίου ημισφαιρίου, αλλά όχι μόνο – με μη αποκρυπτόμενο κίνητρο τη συγκρότηση αντιβάρου στην ευάλωτη πλέον, κατά τις κινεζικές εκτιμήσεις, αμερικανική γεωοικονομική και γεωστρατηγική ηγεμονία. Με την ουκρανική κρίση να λειτουργεί και εδώ, σε κάποιο βαθμό, ως καταλύτης των υπό διαμόρφωση παγκόσμιων συσχετισμών – στο μέτρο που προσφέρει στο Πεκίνο τη δυνατότητα να αποσπάσει από το πλέγμα των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, διαταράσσοντας έτσι και τις σχέσεις τους με τις ΗΠΑ, πλείονα κράτη του χώρου αυτού, περιλαμβανομένων και αρκετών υπό αμερικανική μέχρι τούδε επιρροή.[22]

Στον σινο-αμερικανικό δε ανταγωνισμό για την προσέλκυση του Παγκόσμιου Νότου, το Πεκίνο διαθέτει το συγκριτικό πλεονέκτημα της αδιαφορίας για τη φύση των καθεστώτων με τα οποία συναλλάσσεται – όταν δεν αξιοποιεί τον αυταρχισμό και τη διαφθορά τους. Σε αντίθεση με τους Αμερικανούς ιθύνοντες, οι οποίοι, ανεξάρτητα από τις εκτιμήσεις τους για το εκάστοτε αμερικανικό διακύβευμα και τις ενδεικνυόμενες επιλογές, υπόκεινται σε συχνά καθοριστικές ιδεολογικές και αξιακές πιέσεις εκ μέρους ισχυρών παραγόντων του δημόσιου βίου. Χαρακτηριστική η περίπτωση της Σαουδικής Αραβίας: μιας παραδοσιακής συμμάχου των ΗΠΑ, οι σχέσεις της οποίας με την Ουάσιγκτον δοκιμάζονται επ’ ωφελεία της κινεζικής επιρροής, λόγω αμερικανικών αντιδράσεων στις ανελεύθερες και απωθητικές υπό ανθρωπιστικό πρίσμα πρακτικές του σαουδαραβικού καθεστώτος. [23]

Κατά τα άλλα, το Πεκίνο προσεγγίζει τον Παγκόσμιο Νότο με τρόπο που ποικίλλει κατά περιοχή και χώρα. Και στις περισσότερες μεν περιπτώσεις, ιδίως στον υπό ανάπτυξη αφρικανικό χώρο, επιδιώκει κυρίως, κατά την παρούσα                 τουλάχιστον φάση, την οικονομική του διείσδυση υπό τη μορφή επενδυτικού κεφαλαίου και παροχής τεχνογνωσίας. (Η Κίνα είναι σήμερα ο κυριότερος εμπορικός εταίρος 120 κρατών ανά την υφήλιο.) [24] Ενώ, προκειμένου για χώρες ιδιαίτερου στρατηγικού του ενδιαφέροντος, ευρισκόμενες ως επί το πολύ στον γεωπολιτικό περίγυρο της Κίνας, αποδίδει αυξημένη σημασία στη διεύρυνση του διεθνοπολιτικού του αποτυπώματος˙ προσφεύγοντας, κατά περίπτωση, σε όλο το φάσμα των όπλων στη διάθεσή του, από την ευθεία άσκηση πιέσεων έως την προσφορά των ειρηνευτικών του υπηρεσιών για την επίλυση περιφερειακών διενέξεων. (Σημειωτέον ότι, πέραν των προτάσεών της για την ειρήνευση στην Ουκρανία, η κινεζική ηγεσία έχει μεσολαβήσει επιτυχώς για την ανασύνδεση των σχέσεων του Ιράν με τη Σαουδική Αραβία.) [25]

Ειδικής δε εν προκειμένω μνείας, λόγω δημογραφικού, εδαφικού, οικονομικού και γεωπολιτικού μεγέθους, χρήζει η Ινδία. Η οποία, παρά το συγκρουσιακό ιστορικό των σχέσεών της με την Κίνα, τη συνεχιζόμενη ένταση επί των κοινών συνόρων των δύο χωρών και τον  στρατηγικό ανταγωνισμό τους στον ινδο-ειρηνικό χώρο, αλλά και την αύξουσα και πολυσχιδή υποστήριξή της από την Ουάσιγκτον, αποφεύγει επιμελώς να μετάσχει στο υπό αμερικανική ηγεσία αντι-σινικό μέτωπο.[26]  

Ενώ, από ελληνικής ειδικότερα σκοπιάς, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πορεία των σχέσεων της Κίνας με την Τουρκία. Πορεία ανοδική, τόσο στον οικονομικό, όσο και στην γεωπολιτικό τομέα – εις πείσμα των συνεχιζόμενων εθνοθρησκευτικών διαφορών των δύο χωρών. Τούτο δε χάρις, εν πολλοίς, στην πολιτική ισορροπιών μεταξύ  Δύσης και Ευρασίας που η Άγκυρα συστηματικά ασκεί – και πιθανότατα θα συνεχίσει να ασκεί μετά την εκλογική επικράτηση του κύριου εμπνευστή της προέδρου Ερντογάν. [27]

Συμπερασματικώς.

Η θεαματική άνοδος της Κίνας στην παγκόσμια ιεραρχία ισχύος – μέχρι και προ ολίγων ετών μάλλον απροσδόκητη,  ως προς τον βαθμό τουλάχιστον – αποτελεί, κατά γενική αναγνώριση, γεγονός ιστορικής εμβέλειας. Ωστόσο η ακριβής σημασία της για το διεθνές γίγνεσθαι θα εξαρτηθεί, μεταξύ άλλων, από το εάν:

·      διασφαλισθεί η συστημική σταθερότητα στη χώρα˙

·      η κινεζική οικονομία συνεχίσει να αναπτύσσεται με ρυθμούς ικανούς να στηρίξουν τις διεθνοπολιτικές φιλοδοξίες του Πεκίνου˙

·      ο εντεινόμενος σινο-αμερικανικός ανταγωνισμός τεθεί υπό έλεγχο – και αποτραπεί έτσι μια στρατιωτική σύγκρουση, με ολέθριες και πιθανότατα πλανητικές επιπτώσεις˙ και

·      η Ευρωπαϊκή Ένωση ενηλικιωθεί στρατηγικά, και, αξιοποιώντας τους  δεσμούς της με την Ουάσιγκτον, συμβάλει ουσιαστικά στη διαμόρφωση των σχέσεων της Δύσης με τη ΛΔΚ.

 



[1] Βλ. Rohan Mukherjee, China’s Status Anxiety. Beijing Fights to Be Treated as America’s Equal on the World Stage, Foreign Affairs, 19-05-2023.

[2]   Βλ. GDP Ranked by Country 2023, https://worldpopulationreview.com/ . Επίσης, Steven Rattner, I Went to China for the First Time in 3 Years, and I Saw Just How Formidable It Is, New York Times, 31-05-2023.

[3] Βλ.Military Expenditures: How Do the Top-Spending Nations Compare? Federal Reserve Bank of St. Louis, 03-01-2023˙ και 3 Nuclear Superpowers, Rather Than 2, Usher In a New Strategic Era, New York Times, 19-04-2023

[5] Βλ. Remarks by National Security Advisor Jake Sullivan on Renewing American Economic Leadership at the Brookings Institution, https://www.whitehouse.gov/briefing-room/speeches-remarks/2023/04/27/remarks-by-national-security-advisor-jake-sullivan-on-renewing-american-economic-leadership-at-the-brookings-institution/?fbclid=IwAR1WDMAoHQ6IEiNcApX7jSsSoUKupXhtk8oDFADyojDnXhtpqYhOWcwN4N8  και Remarks by Secretary of the Treasury Janet L. Yellen on the U.S. - China Economic Relationship at Johns Hopkins School of Advanced International Studies, https://home.treasury.gov/news/press-releases/jy1425 .

[6] Βλ. David Ignatius, The U.S. warms to a role for China in resolving the Ukraine war, Washington Post, 03-05-2023. Επίσης, Rajan Menon και Daniel R DePetris, Can China broker peace in Ukraine? Don’t rule it out, The Guardian, 28-04-2023.

[7]Βλ. . Jim Garamone, DOD Officials Detail Progress With Indo-Pacific Allies, Friends, Department of Defense, 18-04-2023 Ειδικώς για τη στήριξη προς την αμερικανική πολιτική έναντι της Κίνας από τον κυριότερο σύμμαχο των ΗΠΑ στον Ινδο-Ειρηνικό  Ιαπωνία, βλ.Richard Javad Heydarian, Japan Is Quietly Becoming a Regional Security Power, World Politics Review, 21-04-2023.

[8] Για μια αισιόδοξη από αμερικανικής σκοπιάς παρουσίαση του σινο-αμερικανικού ισοζυγίου ισχύος και των αμερικανικών διεθνοπολιτικών προοπτικών, βλ. Stephen G. Brooks και William C. Wohlforth, The Myth of Multipolarity. American Power’s Staying Power, Foreign Affairs, τεύχος Μαΐου-Ιουνίου 2023. Επίσης, Ian Bremmer,  Has China’s power peaked? GZERO, 07-06-2023, https://www.gzeromedia.com/by-ian-bremmer/has-chinas-power-peaked .

[9] Βλ.  υποσημειώσεις 1 και 2. Σχετικά με τις στρατιωτικές βάσεις, βλ. Alfred W. Mccoy, Does the Rise of China Mean the Fall of the United States? https://www.commondreams.org/opinion/does-rise-of-china-mean-fall-of-us

[10] Βλ. Joseph W. Sullivan, A BRICS Currency Could Shake the Dollar’s Dominance. Foreign Policy, 24-04-2023˙ Tom O’connor, China and Russia's Growing BRICS Bloc Speeds Decline of U.S. Influence, Newsweek, 06-01-2023˙ και Paul Poast, The Signs of the Multipolar World Are All Around Us, World Politics Review, 26-05-2023.

[11] Βλ. Bill Gertz, New Cold War? U.S., China defense chiefs square off in Singapore, The Washington Times, 06-06-2023˙ επίσης, Tong Zhao, How China’s Echo Chamber Threatens Taiwan, Foreign Affairs, 09-05-2023. Βλ. επίσης, Lingling Wei, Xi Prepares China for ‘Extreme’ Scenarios, Including Conflict with the West, The Wall Street Journal, 12-06- 2023.

[12] Για μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ιστορική ανασκόπηση των σινο-ρωσικών σχέσεων βλ. Philip Snow, China and Russias Long Dance, Project Syndicate, 28-04-2023.

[13] Για μια αναλυτική παρουσίαση του θέματος από αμερικανικής σκοπιάς,, βλ. Patricia M. Kim, The Limits of the No-Limits Partnership, Foreign Affairs, τεύχος Μαρτίου-Απριλίου 2023.  

[14]  Βλ. China’s Economic Support for Russia Could Elicit More Sanctions, The New York Times, 22-02-2023

[15] Βλ. μεταξύ άλλων, China’s Xi warns Putin not to use nuclear arms in Ukraine, POLITICO, 04-11-2022.

[16] Επί παραδείγματι, σύμφωνα με τη Διευθύντρια του Κέντρου Μελετών για Ρωσία, Ευρώπη, Ασία των Βρυξελλών, η Κίνα επιδίδεται σε «σκληρές διπλωματικές κλακέτες» προκειμένου να κερδίσει πόντους στις Κεντροασιατικές χώρες χωρίς να εξοργίσει τον κ. Πούτιν. Βλ. Nicole Hong, As the U.S. Attends the G7, China Hosts a Summit of Its Own Xi Jinping of China is meeting with leaders of five countries in Central Asia, a region crucial to his geopolitical ambitions, New York Times, 18-05-2023.

[17] Για την κινεζική ειρηνευτική πρωτοβουλία και τα κίνητρά της, βλ. Bonny Lin, Can China Thread the Needle on Ukraine? Beijing Struggles to Balance Its Ties to Russia and Europe, Foreign Affairs, 17-05-2023.

[18] Βλ. Dan De Luce, British PM Rishi Sunak says China is a 'systemic challenge' to the world order, NBC NEWS, 13-03-2023.

[19]  Βλ. Europe must resist pressure to become ‘America’s followers,’ says Macron, POLITICO, 09-04-2023.

[20] Βλ. Biden splits EU’s top ranks over China. Commission President Ursula von der Leyen is toeing America’s hard line on China, while Council chief Charles Michel wants to avoid confrontation, POLITICO, 13-03-2023.

[21] Βλ. Josep Borrell, My view on China and EU-China relations, https://www.eeas.europa.eu/eeas/my-view-china-and-eu-china-relations_en .

[22] Βλ. 6 Swing States Will Decide the Future of Geopolitics, Foreign Policy, 06-06-2023.

[23] Για μια αμερικανική συνηγορία υπέρ του ωμού γεωπολιτικού ρεαλισμού, βλ. Walter Russell Mead, Scolding Isn’t a Foreign Policy. America needs friends, and it isn’t going to win them by delivering lectures, Wall Street Journal, 17-04-2023. Ειδικώς για το τρίγωνο Σαουδική Αραβία-ΗΠΑ-Κίνα, βλ. Saudi Arabia Strengthens Relations With China Amid Strained U.S. Ties. Riyadh is joining a Beijing-led political and security bloc; the two countries have also recently signed multibillion-dollar energy deals, The Wall Street Journal, 29-03-2023.  

[24] Βλ. Nathan Gardels, Τhe End Of History Club, ΝΟΕΜΑ, 23-05-2023.

[25] Βλ. Joshua Kurlantzick, The U.S. Is Losing Ground to China in Southeast Asia, World Politics Review, 30-05-2023. Και Peter Baker, Chinese-Brokered Deal Upends Mideast Diplomacy and Challenges U.S., The New York Times, 11-03-2023.

[26] Βλ. Ashley J. Tellis, America’s Bad Bet on India. New Delhi Won’t Side With Washington Against Beijing, Foreign Affairs, 01-05-2023.

[27] Βλ. αναλυτικότερα, Γ. Ε. Σέκερης, Ο Επιτήδειος Ουδέτερος Νατοϊκός Σύμμαχος, § Σινοτουρκικές Σχέσεις, Εθνικές Επάλξεις, τεύχος 143, Ιανουάριος-Μάρτιος 2023. Επίσης, Fehim Tastekin, How Erdogan’s reelection will shift Turkey's foreign policy goals. § Closer ties with China?  AL-MONITOR, 29-05-2023.

 

Saturday, April 1, 2023

ΤΟΥΡΚΙΑ: Ο ΕΠΙΤΗΔΕΙΟΣ ΝΑΤΟΪΚΟΣ ΣΥΜΜΑΧΟΣ

Προδημοσίευση άρθρου από το τεύχος 143 των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ).


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

«Επιτήδειος ουδέτερος» διαρκούντος του Β! Παγκόσμιου Πολέμου, η Τουρκία εστράφη μεταπολεμικώς προς τον Δυτικό Κόσμο. Υπό το φάσμα της σοβιετικής απειλής, προσχώρησε στην Ατλαντική Συμμαχία και επιζήτησε την ένταξή της στην Κοινοτική Ευρώπη. Η κατάρρευση όμως της Σοβιετικής Ένωσης και οι συνακόλουθες μεταλλάξεις του διεθνοπολιτικού τοπίου παρακίνησαν την Άγκυρα να  επιδιώξει, συν τω χρόνω, την ανάδειξή της σε κατά το δυνατόν αυτοδύναμο γεωπολιτικό πόλο. Διατηρώντας μεν τους δεσμούς της με τη Δύση, αλλά προσεγγίζοντας συγχρόνως την ανασυγκροτούμενη Ρωσία και την αναδυόμενη Κίνα˙ και διευρύνοντας την επιρροή της στην Καυκασία, στην Κεντρική Ασία, στη Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική, αλλά και στα Βαλκάνια. Στην υπηρεσία δε της φιλόδοξης αυτής πολιτικής, διαδοχικές τουρκικές ηγεσίες, με αποκορύφωμα την παρούσα, έθεσαν, τόσο τη στρατιωτική και οικονομική ισχύ της χώρας τους, όσο και την ήπια, υπό την μορφή του παντουρκισμού και του ισλαμισμού. Με την ουκρανική κρίση να επιταχύνει τις σχετικές διεργασίες. Και να έχει προσφέρει στον Τούρκο «επιτήδειο νατοϊκό σύμμαχο» τη δυνατότητα να προαγάγει τα εθνικά του συμφέροντα λειτουργώντας ως διαμεσολαβητής μεταξύ των δυτικών του εταίρων και της Μόσχας. Μια δυνατότητα που ο πρόεδρος Ερντογάν έχει αξιοποιήσει στο έπακρο.

 Μένει ωστόσο να διαπιστωθεί κατά πόσον οι καταστροφικές σεισμικές δονήσεις του Φεβρουαρίου, πέραν των εσωτερικών τους επιπτώσεων, θα επηρεάσουν και την τουρκική εξωτερική πολιτική. Παρακινώντας, ειδικότερα, τόσο  την ίδια την Άγκυρα, όσο και τους συνομιλητές της, να στραφούν προς την αποκαλούμενη «διπλωματία των σεισμών». Και επικαλούμενοι οι μεν και οι δε τις χαλεπές περιστάσεις, να προχωρήσουν σε, πολιτικώς άβολες μέχρι τούδε – αλλά και αβέβαιης, εκ των πραγμάτων,  χρονικής εμβέλειας και προοπτικής – διορθωτικές των σχέσεών τους κινήσεις.

Ενώ παράγοντα πρόσθετης αβεβαιότητας σε σχέση με τους μελλοντικούς διεθνοπολιτικούς προσανατολισμούς της Τουρκίας αποτελεί η έκβαση των τουρκικών εκλογών της 14ης Μαΐου – των βουλευτικών και, κυρίως, των προεδρικών.

Α' ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΩΝ

Σημειωτέον ότι, ήδη προ της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, ο πρόεδρος Ερντογάν είχε μερικώς αναθεωρήσει επί το συμβιβαστικότερο την, εν ονόματι της ισλαμικής ορθοδοξίας, αλλά με διαφανώς πρωταρχικό κίνητρο την τουρκική περιφερειακή πρωτοκαθεδρία, προγενέστερη συγκρουσιακή στάση του έναντι των ιθυνουσών μεσανατολικών δυνάμεων – κατά κύριο λόγο, της Σαουδικής Αραβίας, της Αιγύπτου, του Ιράν, και του Ισραήλ. Με την αναθεώρηση αυτή να έχει ως προφανή κίνητρα τον τερματισμό γεωπολιτικά και οικονομικά αντιπαραγωγικών από τουρκικής σκοπιάς αντιπαραθέσεων, και την, εξ αντανακλάσεως, βελτίωση του κλίματος των  σχέσεων της Άγκυρας με τη Δύση. Παραλλήλως δε ο Τούρκος ηγέτης εγκαινίαζε στροφή προς τη Μόσχα και το Πεκίνο – και τούτο παρά τις υποβόσκουσες συγκρούσεις συμφερόντων με αμφότερες τις μεγάλες αυτές δυνάμεις της Ευρασίας. [1]

Δεν εκπλήσσει συνεπώς το ότι, καλούμενη να τοποθετηθεί έναντι της ουκρανικής τραγωδίας, η Τουρκία, αντί να ευθυγραμμισθεί με το αντιρωσικό μέτωπο των δυτικών της συμμάχων, επέλεξε να χαράξει ιδία, επαμφοτερίζουσα πορεία.

Και αφενός μεν:

·        Σε αντίθεση με την πουτινική ορολογία, χαρακτήρισε τη ρωσική εισβολή πράξη πολέμου˙ και, δυνάμει της Σύμβασης του Μοντρέ, απαγόρευσε τη διέλευση πολεμικών σκαφών δια των Στενών του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων – με δυνητικές αρνητικές επιπτώσεις στη ρωσική ναυτική παρουσία στη Μαύρη Θάλασσα.

·        Υπερψήφισε την καταδικαστική της ρωσικής εισβολής απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ.

·        Αρνείται να αναγνωρίσει την προσάρτηση στη Ρωσική Ομοσπονδία της Κριμαίας το 2014 και των Ντονέτσκ, Λουγκάνσκ, Ζαπορίτσια και Χερσώνα τον Σεπτέμβριο 2022.

·        Και έχει χορηγήσει στους Ουκρανούς στρατιωτικό υλικό τουρκικής κατασκευής, περιλαμβανομένων και των ιδιαιτέρως αποτελεσματικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών Bayraktar.

Αφετέρου, όμως, η Άγκυρα δεν έχει ακολουθήσει τους Δυτικούς, ούτε στην επιβολή οικονομικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας, ούτε στο κλείσιμο του εναέριου χώρου τους στα ρωσικά αεροσκάφη. Και προσπαθεί να εκμεταλλευθεί τη στρατηγική αμφιθυμία της προσφερόμενη ως ενδιάμεσος ειρηνοποιός. Όχι ανεπιτυχώς, άλλωστε, δεδομένης της διαμεσολάβησής της για την εξασφάλιση της ρωσικής συναίνεσης στην εξαγωγή των ουκρανικών σιτηρών δια του Ευξείνου Πόντου, αλλά και για την επανειλημμένη ανταλλαγή αιχμαλώτων μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών. Το προκύπτον δε διπλωματικό κεφάλαιο επιχειρεί να αξιοποιήσει στο πλαίσιο, τόσο των διμερών σχέσεών της με τη Δύση και τη Ρωσία, όσο και των ευρύτερων, μεγαλεπήβολων διεθνοπολιτικών και οικονομικών βλέψεών της.

 

Β’ Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΗΣ ΕΥΡΑΣΙΑΣ

Ρωσοτουρκικές σχέσεις

Χαρακτηριστικό γνώρισμα των σχέσεων της Τουρκίας με τη Ρωσία είναι ο ωμός ρεαλισμός. Μόλις προ επταετίας, η κατάρριψη από τους Τούρκους ρωσικού στρατιωτικού αεροσκάφους φάνηκε να φέρνει τις δύο χώρες στα πρόθυρα του πολέμου. Σήμερα οι δύο χώρες συμπράττουν πολλαπλώς για την αμοιβαία εξυπηρέτηση οικονομικών και γεωπολιτικών συμφερόντων. Με τους Ρώσους να συνεχίζουν την κατασκευή του πυρηνικού εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στο Ακκούγιου της Τουρκίας. Με τον υπερδιπλασιασμό, γενικότερα, των ρωσο-τουρκικών εμπορικών ανταλλαγών κατά το 2022 σε σύγκριση με το 2021 να καθιστά πιθανότατα την Άγκυρα μία εκ των τριών κορυφαίων εμπορικών εταίρων της Μόσχας.[2] Και με την Τουρκία, εις πείσμα των σχετικών αμερικανικών αντιρρήσεων και κυρώσεων, να εμμένει στην ενεργοποίηση του ρωσικής κατασκευής αντιαεροπορικού πυραυλικού συστήματος S-400 – και μάλιστα να «απειλεί» να αγοράσει  από τους Ρώσους και πρόσθετο προηγμένης τεχνολογίας στρατιωτικό υλικό.

Αυτά δε ενώ οι ρωσικές και τουρκικές επιλογές σε ευρύ γεωγραφικό φάσμα – κατά κύριο λόγο στην Καυκασία, στη Λιβύη και στη Συρία – δεν παύουν να διίστανται. Με σοβαρότερη ίσως, μέχρι πρότινος τουλάχιστον, πηγή ρωσοτουρκικών προστριβών το συριακό. Καθώς το καθεστώς Ασάντ, ενώ από ρωσικής σκοπιάς αποτελεί εγγύηση της σημαντικής χερσαίας και αεροναυτικής παρουσίας της Ρωσίας στον συριακό χώρο, από τουρκικής εκλαμβάνεται ως, έστω και ακούσια, απειλή, στο μέτρο που οι Κούρδοι της Συρίας,  επωφελούμενοι της αποδυνάμωσης της Δαμασκού και της συμμαχίας τους με την Ουάσιγκτον κατά του ISIS, τείνουν να δημιουργήσουν κράτος εν κράτει επί των τουρκικών συνόρων, σε στενή επαφή με αποσχιστικές κουρδικές κινήσεις στο εσωτερικό της Τουρκίας.

Σε συνάρτηση, ωστόσο, με τη γραμμή του στο ουκρανικό και με την αναθεωρημένη μεσανατολική πολιτική του, ο Τούρκος πρόεδρος δείχνει τελευταία να αποβλέπει στην αποκατάσταση των σχέσεών του με το καθεστώς Ασάντ – και μάλιστα εν συμπράξει με τον ρωσικό παράγοντα. Όπως προκύπτει και από τις διαβουλεύσεις μεταξύ Άγκυρας, Μόσχας και Δαμασκού για κοινή «αντιτρομοκρατική» δράση στον κουρδοκρατούμενο χώρο του συριακού βορρά.[3] Όμως οι ένθεν και ένθεν των τουρκο-συριακών συνόρων τραγικές μετασεισμικές συνθήκες, προστιθέμενες στις ζωηρές αμερικανικές αντιρρήσεις (περί ων περισσότερα κατωτέρω), μάλλον αποκλείουν μια τέτοια ενέργεια στο ορατό μέλλον.

Στα κίνητρα δε των συριακών σχεδιασμών της Άγκυρας αναμφίβολα πρέπει να προστεθεί και το προσφυγικό. Ήτοι η πολυχρόνια παραμονή στην Τουρκία άνω των τρεισήμισι εκατομμύριων Σύρων προσφύγων, τους οποίους η τουρκική κυβέρνηση επιδιώκει να επαναγκαταστήσει σε συριακό έδαφος, όχι μόνο για να απαλλαγεί από το δημοσιονομικό βάρος που συνεπάγονται και να διασκεδάσει, ιδίως εν όψει  εκλογών, την εκ της παρουσίας τους δυσαρέσκεια του τοπικού τουρκικού πληθυσμού, αλλά πιθανότατα, στοχεύοντας και στην αλλοίωση, εις βάρος του κουρδικού στοιχείου, των δημογραφικών δεδομένων στη συριακή  πλευρά των συνόρων.

Κατά τα λοιπά, στο κλίμα που διαμορφώνει η «εξισορροπητική» τουρκική πολιτική έναντι της Μόσχας, και με την Άγκυρα προφανώς να εκτιμά ότι τα συμφέροντά της εξυπηρετούνται από την εξασθένιση, αλλά όχι από την ήττα της Ρωσίας, ρωσο-τουρκικές διαφωνίες, όπως οι αφορώσες στο  λιβυκό καθεστώς και στις συγκρούσεις Αρμενίων και Αζέρων, τείνουν να περιέλθουν σε δεύτερη μοίρα.

Σινοτουρκικές σχέσεις

Τουλάχιστον εξ ίσου σημαντική, όμως, με τη ρωσο-τουρκική προσέγγιση – και μεσοπρόθεσμα πιθανώς σημαντικότερη, στο μέτρο που η Κίνα τείνει πλέον να αποβεί το κύριο αντίβαρο στην αμερικανική ισχύ – είναι η διαγραφόμενη σινο-τουρκική. Ειδικότερα στον κεντρο-ασιατικό χώρο. Όπου οι δεσμοί της Άγκυρας με τους τουρκογενείς και μουσουλμανικούς λαούς δυσχεραίνουν κατ’ αρχήν τη συνεργασία της με το Πεκίνο – με χαρακτηριστική περίπτωση την επικοινωνιακή τουρκική στήριξη προς τους καταπιεζόμενους μουσουλμάνους και τουρκόφωνους Ουιγούρους του Σινγιάνγκ. Αλλ’ όπου, παρά ταύτα, οι μεταβαλλόμενες γεωπολιτικές και γεωοικονομικές συνθήκες ωθούν τις δύο πρωτεύουσες προς αμοιβαία υποστήριξη συμφερόντων.[4] Με την τουρκική πλευρά να αποσκοπεί, πέραν της ενίσχυσης της διεθνοπολιτικής θέσης της έναντι της Δύσης και της Ρωσίας, στην εξασφάλιση ενεργειακών πόρων και στην ανάδειξή της σε ενεργειακό διακομιστικό κόμβο.

Και συνακόλουθα η Άγκυρα, ενώ διεκδικεί ηγετικό ρόλο στον πενταμελή Οργανισμό Τουρκογενών Κρατών, τη Γενική Γραμματεία του οποίου και φιλοξενεί στην Κωνσταντινούπολη, επιδιώκει παραλλήλως την ένταξή της στον υπό κινεζική αιγίδα Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης. Και εκμεταλλεύεται τη στρατηγική της παρουσία σε περιοχές διέλευσης της εμβληματικής κινεζικής  «Πρωτοβουλίας μιας Ζώνης και ενός Δρόμου» [Belt and Road Initiative] για να εξασφαλίσει την προς τούτο συγκατάθεση του Πεκίνου.  

Δεν στερείται δε συναφούς ενδιαφέροντος το ότι  η Κίνα, όχι μόνο απέστειλε επειγόντως στη σεισμόπληκτη Τουρκία διασώστες και ιατρική και οικονομική βοήθεια, αλλά και φρόντισε να προσδώσει στη συμπαράστασή της αυτή έντονη επικοινωνιακή διάσταση.

Γ’ Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΚΑΙ Η ΔΥΣΗ

Ωστόσο, παρά τις λυκοφιλίες της με τη Μόσχα και το Πεκίνο, αλλά και τις σοβαρές διαφορές της με τους Αμερικανούς και τους Κοινοτικούς Ευρωπαίους, η Άγκυρα εννοεί να παραμείνει στο δυτικό γεωπολιτικό και οικονομικό πλέγμα˙ και οι κύριες δυτικές δυνάμεις το επιθυμούν επίσης.

Τουρκοαμερικανικές σχέσεις

Σε ότι αφορά ειδικότερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένα πρόσφατο επίσημο κείμενο του αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών χαρακτηρίζει την Τουρκία χωρίς περιστροφές «νατοϊκό σύμμαχο κλειδί και κρίσιμης σημασίας περιφερειακό εταίρο». [5] Από τη άλλη, βέβαια, σημαντική μερίδα του Κογκρέσου δεν παύει να ασκεί δριμεία κριτική στις τουρκικές διεθνοπολιτικές επιλογές. Ιδιαίτερα δε καταγγελτικός, ο πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνών Σχέσεων της Γερουσίας κ. Μενέντεζ προσάπτει στον Τούρκο πρόεδρο την παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και του διεθνούς δικαίου, με ιδιαίτερη μάλιστα έμφαση στις απειλές Ερντογάν κατά της Ελλάδας˙ καταδικάζει την τουρκική στάση έναντι του κυπριακού, του ουκρανικού, του αρμενικού  και του κουρδικού˙ και καλεί την αμερικανική κυβερνητική ηγεσία να αντιδράσει αναλόγως. [6] Κάτι όμως που δεν φαίνεται να είναι στις προθέσεις του προέδρου Μπάιντεν. Υπ’ όψιν δε, ότι το αμερικανικό σύνταγμα οπλίζει τον πρόεδρο έναντι των αποφάσεων του Κογκρέσου με δικαίωμα αρνησικυρίας για την παράκαμψη της οποίας απαιτείται η λίαν δυσεπίτευκτη πλειοψηφία των δύο τρίτων αμφοτέρων των νομοθετικών σωμάτων.

Κατά τα λοιπά, το κουρδικό ειδικότερα αποτελεί διαχρονικό αγκάθι στις σχέσεις των ΗΠΑ με την Τουρκία. Μεταξύ άλλων, με τους Τούρκους – όπως ήδη επισημάνθηκε – να έχουν προσφάτως ακόμη θέσει τους Αμερικανούς προ οδυνηρού διλήμματος, απειλώντας να εισβάλουν – για πολλοστή φορά, και αυτή ενδεχομένως με ρωσική σύμπραξη – σε περιοχή δραστηριοποίησης των στενών συμμάχων των ΗΠΑ κατά του Ισλαμικού Κράτους (ISIS), κουρδοκρατούμενων Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF). [7]  

Ενώ, εκμεταλλευόμενη τη διεθνοπολιτική συγκυρία, η Άγκυρα έχει εξαρτήσει τη συναίνεσή της στη νατοϊκή ένταξη της Σουηδίας και της Φινλανδίας από τη λήψη μέτρων κατά των εκεί Κούρδων «τρομοκρατών». Προβαίνοντας έτσι και σε μια, πέραν του κουρδικού, επίδειξη γεωπολιτικής ισχύος και αποφασιστικότητας, ιδιαίτερα χρήσιμη στους Τούρκους ιθύνοντες παραμονές εκλογών. Επιπροσθέτως δε, και παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της, εργαλειοποιεί – παρασκηνιακώς, αλλά όπως φαίνεται με θετική προοπτική – το νατοϊκό της αυτό βέτο για να εκμαιεύσει την αμερικανική συγκατάθεση σε τουρκικά εξοπλιστικά  αιτήματα σχετικά με τα μαχητικά αεροσκάφη F15 και F16, την ικανοποίηση των οποίων η Ουάσιγκτον έχει αναστείλει λόγω της αγοράς από την Άγκυρα του ασύμβατου με τις νατοϊκές προδιαγραφές ρωσικού πυραυλικού συστήματος S-400. [8]

Τούτων λεχθέντων, η έμπρακτη συμπαράσταση των ΗΠΑ στη χειμαζόμενη από τους σεισμούς Τουρκία έχει συμβάλει ουσιωδώς στη βελτίωση του κλίματος των σχέσεων των δύο χωρών – όπως προκύπτει και από τις ανταλλαγείσες μεταξύ των επί των εξωτερικών υπουργών τους διαβεβαιώσεις κατά την πρόσφατη επίσκεψη του κ. Μπλίνκεν στην Άγκυρα. [9]

Ευρωτουρκικά

Ενώ όμως οι τουρκοαμερικανικές σχέσεις κυριαρχούνται από γεωπολιτικούς υπολογισμούς, συναφείς κυρίως με τη νατοϊκή στρατηγική, οι ευρωτουρκικές φέρουν έντονη τη σφραγίδα αξιακών, θεσμικών, πολιτισμικών και δημογραφικών παραμέτρων, δοθέντος ότι κεκηρυγμένος στόχος και των δύο πλευρών είναι η τουρκική ένταξη στην πολυδιάστατη ΕΕ. Τούτο δε μολονότι οι σοβαρότεροι Ευρωπαίοι ιθύνοντες γνωρίζουν ότι ο συνδυασμός του δημογραφικού μεγέθους και της πολιτισμικής και θεσμικής ιδιομορφίας της Τουρκίας  καθιστά την ένταξη αυτή πρακτικώς αδύνατη. Αλλά και ενώ είναι λίαν αμφίβολο κατά πόσον η τουρκική ηγεσία – τουλάχιστον η νυν, αλλά πιθανώς όχι μόνον – είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί τον κοινοτικό έλεγχο – μεταξύ άλλων ως προς την τήρηση των αρχών του κράτους δικαίου και τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων – που συνεπάγεται η ιδιότητα του μέλους. Παρά ταύτα, όμως, ούτε η κοινοτική, ούτε η τουρκική πλευρά, με διαφορετικά βέβαια κίνητρα εκάστη, δέχεται να αναγνωρίσει ότι «ο – ενταξιακός – αυτοκράτορας είναι γυμνός». Και κατά συνέπειαν, ο ευρωτουρκικός διάλογος διεξάγεται σε κλίμα εσκεμμένης αμφισημίας˙ με τους εμπλεκομένους να επιδιώκουν το πρακτικώς εφικτό, ενώ διακηρύσσουν το εκ των πραγμάτων ανέφικτο.

Στο πλαίσιο δε των ουσιαστικών ευρωτουρκικών συνομιλιών και διαπραγματεύσεων, οι μεν κοινοτικοί Ευρωπαίοι αποδίδουν υψηλή προτεραιότητα στον έλεγχο του εκπορευόμενου από την τουρκική επικράτεια ρεύματος παρανόμων προσφύγων, αλλά και στην περιστολή της τουρκικής επιθετικότητας κατά των δύο μελών της Ελλάδας και Κύπρου,  ενώ η Άγκυρα στοχεύει πρωτίστως: στην προαγωγή των ήδη εκτεταμένων οικονομικών της δεσμών με την ΕΕ – τον κατά πολύ σημαντικότερο εμπορικό εταίρο και την κύρια πηγή επενδύσεων της Τουρκίας˙ στην ενίσχυση και διεθνοπολιτική μόχλευση των Τούρκων μεταναστών στον κοινοτικό χώρο, όπως άλλωστε και του εκεί μουσουλμανικού στοιχείου γενικότερα˙ και στη συμμετοχή της στις διεργασίες περί το ενεργειακό στην Ανατολική Μεσόγειο – δεδομένης μάλιστα της φιλοδοξίας της να αποβεί μείζων ενεργειακός κόμβος.

Όπως δε και σε άλλα μέτωπα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, έτσι και στο ευρωπαϊκό οι σεισμοί λειτούργησαν εκτονωτικά. Με την αρωγή που προσφέρουν στην Άγκυρα, τόσο οι Βρυξέλλες διά του Μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας,  όσο και τα επί μέρους κράτη-μέλη σε εθνική βάση να έχει συμβάλει στη μερική αποφόρτιση των ευρωτουρκικών σχέσεων.[10] Ωστόσο το πιθανότερο είναι ότι, και ως προς τις σχέσεις αυτές, το «σεισμικό παράθυρο ευκαιρίας» έχει ημερομηνία λήξης.

Εναλλακτική οδό προς τη στενότερη διασύνδεση της Τουρκίας με την Κοινοτική Ευρώπη θα μπορούσε, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, να παράσχει η πρόταση Μακρόν για τη συγκρότηση μιας «Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας» (ΕΠΚ), μέσω της οποίας η ΕΕ θα έχει τη δυνατότητα να συνάπτει, με ευρωπαϊκά κράτη στερούμενα προοπτικής άμεσης ένταξης στους κόλπους της, ένα είδος «ειδικής σχέσης»˙[11] δοθέντος μάλιστα ότι ο πρόεδρος Ερντογάν, παρά την για λόγους γοήτρου και ασφαλώς και διαπραγματευτικούς  εμμονή του  στην πλήρη  κοινοτική ένταξη της Τουρκίας, δεν παρέλειψε να δώσει το παρών στην πρώτη εκδήλωση του υπό εκκόλαψη νέου σχήματος. Εάν όμως η Άγκυρα εμμείνει στις απειλές κατά της Αθήνας και  της Λευκωσίας – τις οποίες σημειωτέον ο Τούρκος πρόεδρος επανέλαβε και από το εναρκτήριο βήμα της ΕΠΚ – η  παρουσία της σε έναν οργανισμό του οποίου τα μέλη οφείλουν καταστατικώς να σέβονται «τις κοινές ευρωπαϊκές αξίες» αναπόφευκτα θα δυσχερανθεί. [12]

Δ’ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΕΣ ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΒΛΕΨΕΙΣ

Στενά συνυφασμένη με τις σχέσεις της Τουρκίας, τόσο με τη Δύση, όσο και με τις δύο μεγάλες ευρασιατικές δυνάμεις, είναι η φιλοδοξία του προέδρου Ερντογάν να καταστήσει τη χώρα του ημιαυτόνομο περιφερειακό γεωστρατηγικό παίκτη στον ευρύτερο μεσανατολικό χώρο, ενισχύοντας ταυτόχρονα εμπορικώς, επενδυτικώς και ενεργειακώς τη δοκιμαζόμενη οικονομία της.[13] Ενδεικτικά δε του ψυχρού ρεαλισμού που ο Τούρκος πρόεδρος θέτει στην υπηρεσία των στόχων αυτών είναι: ο απροσχημάτιστος τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει τη Σαουδική Αραβία – την ηγεσία της οποίας μόλις προ τετραετίας προσωπικώς κατακεραύνωνε ως υπεύθυνη για τη δολοφονία σε τουρκικό έδαφος του αντιφρονούντος Κασόγκι˙ [14] οι εν πολλοίς επιτυχείς προσπάθειές του να αποκαταστήσει τις, με δική του κατ’ ουσίαν πρωτοβουλία, διαρραγείσες το 2009/2010 ισραηλο-τουρκικές σχέσεις˙ [15] τα προσεκτικά ανοίγματα που επιχειρεί προς το πάντοτε ανταγωνιστικό και επιφυλακτικό αιγυπτιακό καθεστώς˙[16] και ακόμη και τη διαφαινόμενη προσέγγιση της σουνιτικής Τουρκίας με το ανταγωνιστικό της σιιτικό Ιράν – επ’ ευκαιρία κυρίως των ζυμώσεων περί το συριακό. [17]

ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ

Με τους ως άνω τουρκικούς διεθνοπολιτικούς προσανατολισμούς συναρτώνται και τα υπό ευρεία έννοια ελληνοτουρκικά. Και ναι μεν, στο κλίμα που διαμόρφωσαν η άμεση και πηγαία ελληνική συμπαράσταση στον πληγέντα από τους σεισμούς Τούρκο γείτονα και οι τουρκικές εκδηλώσεις συμπάθειας μετά το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη, οι ιδιαίτερα τεταμένες μέχρι πρότινος ελληνοτουρκικές σχέσεις έχουν επικοινωνιακά εκτονωθεί, οι βασικές όμως θέσεις της Άγκυρας έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου παραμένουν αμετακίνητες. Ως προς τα ουσιώδη δε, τις συμμερίζεται και η συνασπισμένη τουρκική αντιπολίτευση – ο υποψήφιος μάλιστα της οποίας για την προεδρία είναι γνωστός για τις εν προκειμένω σκληρές δημόσιες τοποθετήσεις του. [18]

Επιτακτική επομένως είναι η ανάγκη, όπως η ελληνική ηγεσία επωφεληθεί της, πιθανότατα βραχυχρόνιας, ανάπαυλας που της παρέχει η συγκυρία, για να χαράξει έναντι της Τουρκίας μια ολοκληρωμένη και ρεαλιστική στρατηγική. Διότι, όπως καταδεικνύει η όλη πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων και του Κυπριακού, ούτε οι σπασμωδικές, ανακλαστικές αντιδράσεις, ούτε η συστηματική αδράνεια – η πολιτική του «ώριμου φρούτου» – υπηρετούν το ελληνικό εθνικό συμφέρον.[19]


[1] Για την προ της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία τουρκική εξωτερική πολιτική, βλ. εκτός άλλων, Γ. Ε. Σέκερης, Η Τουρκία σε αναζήτηση γεωπολιτικού ρόλου, Εθνικές Επάλξεις, τεύχος 138 Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου 2021.

[2] Turkey plays a tough balancing act as it strengthens ties with Russia, NPR, 10-12-2022˙ Iliya Kusa, Russia’s Turkey Foreign Policy Objectives, Wilson Center, 07-09-2022˙ και Surge in Turkish exports to Russia raises western fears of closer ties, Financial Times, 16-08-2022.

[3] Türkiye, Russia will resume joint patrols in North Syria: Akar, Hürriyet Daily News, 04-01-2023.

[4] Βλ. Genevieve Donnellon-May, Turkey’s Growing Influence in Central Asia, The Diplomat, 13-10-2022.

[5] Βλ. The United States and Türkiye: A Key NATO Ally and Critical Regional Partner, U.S. DEPARTMENT of STATE, 19-02-2023. Για μια αναλυτική παρουσίαση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής υπό το πρίσμα των αμερικανικών συμφερόντων, βλ. Turkey’s New Foreign Policy: Ankara’s Ambitions, Regional Responses, and Implications for the United States, Foreign Policy Research Institute (FPRI), 01-02-2023.

[6] Βλ. Chairman Menendez Delivers Floor Speech Condemning Erdogan’s Threat to Attack Athens with Ballistic Missiles, Foreign Relations Committee, 19-12-2022. Για μια ισόρροπη παρουσίαση των τουρκο-αμερικανικών σχέσεων από την αρμόδια υπηρεσία του Κογκρέσου, επισημαίνουσα και τις τουρκικές απειλές κατά της Ελλάδας, βλ. Turkey (Türkiye): Background and U.S. Relations In Brief, Congressional Research Service, 15-02-2023.

[7] Για μια ευρύτερη θεώρηση του Συριακού υπό τουρκικό πρίσμα βλ. Will Erdogan and Assad soon meet to bury the hatchet? Al-Monitor, 06-01-2023. Επίσης, Asli Aydintasbas και Julien Barnes-Dacey, A New Path for Syria’s Kurds, War on the Rocks, 18-01-2023.

[8] Βλ. Turkey’s President Approves Finland’s NATO Membership Bid. Alliance’s enlargement still awaits Hungary’s approval, and Sweden’s petition is left behind for now, WSJ, 17-03-2023. Για την τουρκο-αμερικανική αντιπαράθεση γενικότερα, Sinan Ciddi, Will Erdogan Embrace the West? msn.com, 26-02-2023.

[9] Βλ. Michael Crowley, On Blinken Visit, Quake Relief Soothes U.S.-Turkey Tensions, ΝΥΤ, 20-02-2023.

[10] Βλ. EU ready to cover significant part of Türkiye’s quake cost, Hurriyet Daily News, 22-02-2023

[11] Βλ. Γ. Ε. Σέκερης, Εμβάθυνση, Διεύρυνση και Λήψη Αποφάσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, Εθνικές Επάλξεις, τεύχος 141, Ιουλίου-Σεπτεμβρίου 2022.

[12] Βλ. Erdogan at European Political Community summit: ‘From now on, we have nothing to discuss with Greece’, in.gr, 06-10-2022,.

[13] Για μια παρουσίαση της περιφερειακής πολιτικής του προέδρου Ερντογάν  υπό αντιπολιτευτικό πρίσμα, βλ. Burak Bekdil, Erdoğan's Regional Charm Offensive, Middle East Quarterly, Fall 2022.

[14] Βλ. Γιατί «αγαπήθηκαν» ξαφνικά Τουρκία και Σαουδική Αραβία. Δύο άσπονδοι εχθροί που τώρα δηλώνουν «φίλοι», Huffpost Greece— Associated Press, 29-04-2022.

[15] Βλ. After 4-year gap, Turkey appoints new ambassador to Israel amid rapprochement, The Times of Israel, 12-11-2022. Και για μια αναλυτική παρουσίαση του θέματος και τις ενδεχόμενες επιπτώσεις στις σχέσεις του Ισραήλ με την Ελλάδα και την Κύπρο βλ. Steven A. Cook, How Israel and Turkey Benefit From Restoring Relations, Council on Foreign Relations, 23-08-2022. Επίσης, George N. Tzogopoulos, What’s Next for Israel and Greece? BESA Center Perspectives Paper No. 2,180, 13-02- 2023.

[16] Για μια συνοπτική παρουσίαση των τουρκο-αιγυπτιακών σχέσεων, βλ.  Giuseppe Dentice, Egypt-Turkey relations: an assessment, Aspenia, 25-10-2022,

[17] Βλ. Turkey, Iran to step up cooperation on Ankara-Damascus thaw, Al-Monitor, 17-01-2023.

[18] Βλ. Η τουρκική αντιπολίτευση σε γραμμή… Ερντογάν, Τα Νέα, 01-02-2023, και Νίκος Μελέτης, Η πιθανή νίκη Κιλιτσντάρογλου και οι σχέσεις της Τουρκίας με Δύση και Ελλάδα, Liberal, 09 -03-2023.

[19] Βλ. σχετικώς, Γ. Ε. Σέκερης, Περί Εθνικής Στρατηγικής, Εθνικές Επάλξεις, Τεύχος 135.