Friday, June 24, 2022

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ: Ο ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΟΣ ΠΟΛΥΠΟΛΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Προδημοσίευση άρθρου από το τεύχος 140 των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ).

Εισαγωγή

Η ουκρανική κρίση σηματοδοτεί τη μετάβαση από τη μεταψυχροπολεμική πλανηταρχία των Ηνωμένων Πολιτειών σε έναν πολυπολικό κόσμο, συγκροτούμενο από πλείονα κέντρα ισχύος. Και ενώ επιβεβαιώνει την αμερικανική πρωτοκαθεδρία στην ευρύτερη Δύση – με τις ΗΠΑ να παραμένουν άλλωστε και η πρώτη τη τάξει παγκόσμια δύναμη – και αναζωογονεί το ΝΑΤΟ, συμβάλλει συγχρόνως στη διαμόρφωση ενός αντιδυτικού σινορωσικού  συνασπισμού˙ αλλά και ευνοεί την αυξημένη διεθνοπολιτική αυτονόμηση ορισμένων περιφερειακών δυνάμεων – μεταξύ των οποίων η γείτων μας Τουρκία. Με τις κομβικές αυτές εξελίξεις να έχουν, κατά τα άλλα, επαναφέρει στο ακαδημαϊκό και επικοινωνιακό προσκήνιο παλαιότερες θεωρητικές διαφωνίες μεταξύ των οπαδών της «θεσμικής», της «πολιτισμικής», και της «ρεαλιστικής» ανάγνωσης του διεθνούς γίγνεσθαι.

Α΄ Η Ατλαντική Συμμαχία ανακάμπτει

Κατά πρώτο  λόγο, το Ουκρανικό κατέδειξε την ανεπάρκεια της ευρωπαϊκής κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας και την οικονομική και κυρίως την ενεργειακή τρωτότητα της Κοινοτικής Ευρώπης. Και συνακόλουθα οδήγησε, αφ’ ενός, στη σύσφιγξη των μέχρι πρότινος υπό σοβαρή δοκιμασία διατλαντικών δεσμών και στην εδραίωση της αμερικανικής ηγετικής παρουσίας στο ΝΑΤΟ,  και, αφ’ ετέρου, στην ανάληψη στους κόλπους της ΕΕ πρωτοβουλιών για την ενίσχυση της ΚΕΠΠΑ και για την απεξάρτηση από τους ρωσικούς υδρογονάνθρακες.[1]

Στον καθοριστικό δε βαθμό που υπαγορεύεται από την Ουάσιγκτον, η νατοϊκή στρατηγική επί του Ουκρανικού δείχνει να έχει διέλθει δύο κύριες φάσεις. Και κατά μεν την πρώτη, υψηλόβαθμοι Αμερικανοί αξιωματούχοι, του προέδρου συμπεριλαμβανομένου, φάνηκε να θέτουν ως στρατηγικό στόχο της Δύσης, πέραν της απόκρουσης της ρωσικής εισβολής, την δια της φθοράς επίτευξη καθεστωτικής αλλαγής στην ίδια τη Ρωσία.[2] Τέσσερες όμως περίπου μήνες μετά την έναρξη του πολέμου, η αμερικανική στάση σημείωσε μια, εκ πρώτης τουλάχιστον όψεως, σημαντική μεταστροφή. Με τον Αμερικανό πρόεδρο, σε πολύκροτο ενυπόγραφο άρθρο του, να διαβεβαιώνει: ότι παρά την προσωπική αποστροφή του για τις «εξωφρενικές» ενέργειες του Ρώσου προέδρου, «οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα επιχειρήσουν να προκαλέσουν την ανατροπή του στη Μόσχα»˙ ότι, «εφ’ όσον οι Ηνωμένες Πολιτείες ή οι σύμμαχοί μας δεν υποστούν επίθεση, δεν θα εμπλακούμε ευθέως» στην ρωσο-ουκρανική σύγκρουση˙ ότι «δεν ενθαρρύνουμε, ούτε καθιστούμε ικανή την Ουκρανία να επεκτείνει τις εχθροπραξίες πέραν των συνόρων της»˙ και – διαβεβαίωση κλειδί – ότι οι ΗΠΑ ενισχύουν την Ουκρανία για να είναι «σε κατά το δυνατόν ισχυρότερη θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων»˙ [3]

Η μερική δε αυτή αναδίπλωση – σε διακηρυκτικό τουλάχιστον επίπεδο – της αμερικανικής ηγεσίας αντανακλά ενδεχομένως: την πορεία των πολεμικών επιχειρήσεων – με την ουκρανική πλευρά, μετά την αρχική απροσδόκητη αποτελεσματικότητά της έναντι μιας εξ ίσου απρόβλεπτης ρωσικής στρατιωτικής αναποτελεσματικότητας, να υφίσταται τώρα τις συνέπειες της πιθανότατα καθοριστικής ποσοτικής υπεροχής του αντιπάλου˙ [4] την ανθεκτικότητα της ρωσικής οικονομίας στις δυτικές κυρώσεις˙ [5] τη συνειδητοποίηση των κινδύνων από τις αντιδράσεις μιας παγιδευμένης ρωσικής ηγεσίας, περιλαμβανομένου και εκείνου της προσφυγής της στη χρήση χημικών ή και πυρηνικών [6] και τις επιφυλάξεις ιθυνόντων Ευρωπαίων νατοϊκών εταίρων, ιδιαίτατα της Γαλλίας και σε ικανό βαθμό και της Γερμανίας και Ιταλίας, έναντι μιας υπερβολικής δυτικής αδιαλλαξίας  – εν μέρει δια τον φόβον των προμνησθέντων κινδύνων, αλλά και με οικονομικό και ενεργειακό σκεπτικό.

Β΄ Η κοινοτική Ευρώπη αναζητεί τον δρόμο της

Παράλληλα όμως και σε συνάρτηση με τις ζυμώσεις στον νατοϊκό χώρο, υπό το κράτος του Ουκρανικού συντελούνται κρίσιμες διεργασίες και στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης – διεργασίες καθοριστικές ίσως για το ίδιο το μέλλον του κοινοτικού ενοποιητικού εγχειρήματος. Με ορισμένους μεν κοινοτικούς εταίρους, ιδίως τους πλέον εκτεθειμένους στη ρωσική στρατιωτική πίεση, να αντιλαμβάνονται τον ρόλο της ΕΕ ως απλώς επικουρικό  εκείνου του ΝΑΤΟ και των Ηνωμένων Πολιτειών˙ αλλά με άλλους να διαβλέπουν αντιθέτως στην ουκρανική κρίση ευκαιρία γεωπολιτικής και στρατηγικής αναβάθμισης της ΕΕ, με αντίστοιχη ενίσχυση και του συναφούς κοινοτικού θεσμικού πλαισίου. Μεταξύ των τελευταίων δε αυτών πρωταγωνιστεί ο Γάλλος πρόεδρος. [7] Ο οποίος, άμα τη αναλήψει της προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ επαναπροσδιόρισε τους από μακρού γνωστούς υπό τους όρους «ευρωπαϊκή κυριαρχία» και «ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία» στόχους του ως το «πέρασμα από μια Ευρώπη της συνεργασίας εντός των συνόρων μας σε μια Ευρώπη ισχυρή ανά τον κόσμο, πλήρως κυρίαρχη, ελεύθερη στις επιλογές της και κυρία του πεπρωμένου της».[8] 

Υπό το πρίσμα, ωστόσο, των ρηξικέλευθων αυτών στοχεύσεων, ο απολογισμός της γαλλικής κοινοτικής προεδρίας εμφανίζεται ομολογουμένως πενιχρός. Χαρακτηριστικά, η υιοθετηθείσα από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 21ης Μαρτίου Στρατηγική Πυξίδα «για την ενίσχυση της [κοινοτικής] πολιτικής ασφάλειας και άμυνας έως το 2030», περιλαμβάνει μεν σωρεία φιλόδοξων προτάσεων, μεταξύ άλλων και για τον περαιτέρω εμπλουτισμό μιας ήδη αρκετά πλούσιας κοινοτικής στρατηγικής εργαλειοθήκης, αποφεύγει όμως να αναδείξει, πολλώ μάλλον να αντιμετωπίσει, τα βαθύτερα αίτια της κοινοτικής διεθνοπολιτικής καχεξίας˙ και κατά πρώτιστο λόγο την αδυναμία υπέρβασης των εκάστοτε μεταξύ εταίρων διαφωνιών περί του πρακτέου.[9] Καθώς ο διέπων τις σχετικές αποφάσεις κανόνας της ομοφωνίας οδηγεί στην υιοθέτηση του ελάχιστου κοινού παρανομαστή –  που συχνά ισοδυναμεί με στρατηγική παράλυση. Και ναι μεν ο πρόεδρος Μακρόν έχει από μακρού ταχθεί υπέρ της κατάργησης του εν λόγω κανόνος, και μάλιστα σε συνδυασμό με μια γενικότερη αναβάθμιση της ΚΕΠΠΑ, πλην όμως έως τις γαλλικές προεδρικές εκλογές είχε αποφύγει να επωφεληθεί της ευρωπαϊκής  προεδρίας του για να θέσει τις προτάσεις αυτές επί κοινοτικού τάπητος˙ πιθανότατα φοβούμενος την εκλογική αντίδραση της υπολογίσιμης ευρωσκεπτικής μερίδας της γαλλικής κοινής γνώμης. 

Ήδη όμως, έχοντας εξασφαλίσει κατά τις προεδρικές εκλογές του Απριλίου μια δεύτερη – και τελευταία, σημαντικό κίνητρο και αυτό – πενταετή θητεία στην κορυφή του γαλλικού κράτους, ο Γάλλος πρόεδρος προωθεί εκ νέου την ευρωπαϊκή του ατζέντα. Εισηγούμενος τη γενίκευση της χρήσης της ειδικής πλειοψηφίας προκειμένου για μείζονος σημασίας κοινοτικές αποφάσεις. Και τασσόμενος υπέρ της περαιτέρω οικοδόμησης της – ήδη υπαρκτής, όπως τόνισε, υπό  την μορφή της Ευρωζώνης και της Συμφωνίας Σένγκεν – «Ευρώπης των πολλαπλών ταχυτήτων».  Στο πνεύμα της οποίας προτείνει τη θεσμοθέτηση μιας «Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας», συγκροτούμενης, εκτός από τον υφιστάμενο κοινοτικό πυρήνα, και από χώρες μετέχουσες μεν των ευρωπαϊκών πολιτικών αξιών, μη πληρούσες όμως, «πιθανότατα για δεκαετίες» ορισμένες, τις προϋποθέσεις για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση – κατονομάζοντας συναφώς την Ουκρανία και τα Δυτικά Βαλκάνια˙ [10] «χωρίς» πάντως, όπως προσέθεσε, έχοντας προφανώς τη Βρετανία κατά νουν, το νέο πανευρωπαϊκό αυτό σχήμα «να είναι κλειστό» και «σε πρώην μέλη της ΕΕ». Προς υλοποίηση δε των πρωτοποριακών αυτών προτάσεών του, προτίθεται να συμβάλει στη σύγκληση μιας «Συνέλευσης για την αναθεώρηση των [κοινοτικών] συνθηκών». [11]

Μολονότι δε οι εκτεταμένες αρμοδιότητες που ο πρόεδρος Μακρόν διαθέτει εκ του συντάγματος στους τομείς της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής διευκολύνουν την προώθηση του φιλόδοξου κοινοτικού εγχειρήματός του, μένει να φανεί σε ποιο βαθμό η απώλεια από το κόμμα του της απόλυτης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας κατά τις εκλογές του Ιουνίου θα δυσχεράνει τις σχετικές προσπάθειές του.[12] Βασική άλλωστε προϋπόθεση για την ευόδωση των οποίων παραμένει η ουσιαστική σύμπραξη της Γερμανίας.[13] Η οποία αυτή τη στιγμή παραμένει ζητούμενο, δοθέντος ότι η πολυκομματική γερμανική κυβέρνηση, παρά την – αόριστη, άλλωστε – προγραμματική της δέσμευση υπέρ της δημιουργίας ενός «ομοσπονδιακού ευρωπαϊκού κράτους» και την απροσδόκητη λήψη τολμηρών – χαρακτηρίσθηκαν «ιστορικό σημείο καμπής» – μέτρων στον αμυντικό τομέα, δίνει την εντύπωση ότι εξακολουθεί να ταλαντεύεται μεταξύ εθνικής ενδοστρέφειας και γεωπολιτικής τόλμης. 

Κατά τα λοιπά, το Βερολίνο γίνεται συχνά στόχος επικρίσεων για τους λάθους λόγους. Ήτοι για απροθυμία να ευθυγραμμισθεί με τις πλέον ακραίες πτυχές της πολιτικής της Ουάσιγκτον έναντι της Μόσχας. Πράγματι δε, ο καγκελάριος Σολτς έχει αναφερθεί, όχι μόνο στις αρνητικές έως καταστροφικές επιπτώσεις στις ευρωπαϊκές οικονομίες, της γερμανικής συμπεριλαμβανομένης, ορισμένων εκ των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, αλλά επίσης και κυρίως στην επιτακτική ανάγκη «να πράξουμε παν το δυνατόν για να αποφευχθεί μια απ’ ευθείας στρατιωτική αντιπαράθεση μεταξύ του ΝΑΤΟ και μιας πάνοπλης υπερδύναμης και πυρηνικής δύναμης ως η Ρωσία».[14] Τις γερμανικές όμως αυτές ανησυχίες συμμερίζονται και ουκ ολίγοι άλλοι κοινοτικοί ηγέτες, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου Μακρόν. Ο οποίος τονίζει ότι «[δ]εν είμαστε σε πόλεμο με τη Ρωσία»˙ και ότι για να διεξαχθεί επιτυχώς μια διαπραγμάτευση  μεταξύ Ρώσων και Ουκρανών είναι ανάγκη να αποφευχθεί η «ταπείνωση» ενός εκ των μερών. [15] 

Εν πάση δε περιπτώσει είναι προφανές ότι η ΕΕ δεν πρόκειται να επιτύχει την «κυριαρχία» και «στρατηγική αυτονομία» της υιοθετώντας αβασάνιστα πολιτικές υποδεικνυόμενες από εξωευρωπαϊκά κέντρα οσονδήποτε φιλικά και καλοπροαίρετα. Εάν μάλιστα δεν εξοπλισθεί με θεσμούς που θα την καταστήσουν ικανή να θέτει και να πραγματώνει – συνεργαζόμενη αυτονοήτως κατά το δυνατόν στενότερα με ΝΑΤΟ και ΗΠΑ – στόχους εξυπηρετικούς των συλλογικών συμφερόντων των μελών της, ορατός είναι ο κίνδυνος, αντί να συνεργάζεται ως ισότιμος εταίρος με την Ουάσιγκτον σε θέματα ζωτικής σημασίας για τους ευρωπαϊκούς λαούς  όπως το Ουκρανικό, να αυτοπεριορίζεται σε ρόλο ακολούθου.

Γ΄ Η σινορωσική σύμπραξη

Μεταξύ των μειζόνων γεωπολιτικών προεκτάσεων της ουκρανικής κρίσης συμπεριλαμβάνεται αναμφίβολα η επιτάχυνση της – δρομολογημένης ήδη προ του πολέμου – προσέγγισης Ρωσίας και Κίνας. Με τους αμερικανικούς χειρισμούς του Ουκρανικού να εισπράττονται από το Πεκίνο ως απειλητική εκδήλωση ηγεμονικών βλέψεων, αλλά συγχρόνως και ως ευκαιρία για τη συγκρότηση ενός υπό κινεζική αιγίδα σινο-ρωσικού συνασπισμού ικανού να αντισταθμίσει τη γεωπολιτική και γεωοικονομική επιρροή των ΗΠΑ.[16] Και με την υπό δεινή πίεση Μόσχα να συμπράττει ασμένως. Ειδικότερα:  

Ο κινεζικός γίγας κατέχει τη δεύτερη παγκοσμίως θέση ως προς το μέγεθος της οικονομίας, και διαθέτει τις μεγαλύτερες σε αριθμό ενεργού προσωπικού ένοπλες δυνάμεις και ένα όχι ευκαταφρόνητο και τώρα εντατικά ενισχυόμενο θερμοπυρηνικό οπλοστάσιο. Ενώ εδώ και καιρό καταβάλλει συστηματικές προσπάθειες προβολής οικονομικής, διεθνοπολιτικής και στρατιωτικής ισχύος, όλως ιδιαίτερα σε όμορές του θαλάσσιες και χερσαίες περιοχές.[17] Ήδη δε από την εποχή της προεδρίας Ομπάμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν δρομολογήσει μια στρατηγική «στροφή [pivot] προς Ινδικό-Ειρηνικό», έχουσα ως μη αποκρυπτόμενο κίνητρο την ανάσχεση του εικαζόμενου κινεζικού επεκτατισμού και ως κύρια μέσα την ενίσχυση των εκεί αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων και την προώθηση στρατιωτικών και οικονομικών συμπράξεων με φίλια τοπικά κράτη, πρωτίστως την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, καθώς και με τη Βρετανία και τη Γαλλία – τις δύο ευρωπαϊκές δυνάμεις με σημαντική παρουσία στον Ειρηνικό. Με το Παρίσι όμως, σε αντίθεση με το Λονδίνο, να διαφοροποιείται από την, κατά τις γαλλικές εκτιμήσεις, αμερικανική ακαμψία έναντι της Κίνας. [18]

Ως εκ τούτου δε, οι εξελίξεις περί το Ουκρανικό εξυπηρετούν διττώς την κινεζική ηγεσία: αποσπώντας εν μέρει τη στρατηγική προσοχή  των Αμερικανών από τον απωανατολικό χώρο, προς τον οποίο έδειχναν έτοιμοι να στραφούν αποφασιστικά αμέσως μετά την περιπετειώδη αποχώρησή τους από το Αφγανιστάν˙ και εξαναγκάζοντας το Κρεμλίνο να επιζητήσει τη στήριξη του Πεκίνου – παρά τη χρόνια αντιπαράθεση Κινέζων και Ρώσων κατά μήκος των εκτεταμένων κοινών συνόρων τους, και ειδικότερα την καχυποψία της Μόσχας έναντι της ισχυρής οικονομικής και κατ’ επέκταση και γεωπολιτικής ευρωασιατικής παρουσίας της ΛΔΚ μέσω  της εμβληματικής «πρωτοβουλίας μιας ζώνης και ενός δρόμου» [Belt and Road Initiative], της σύγχρονης αυτής  εκδοχής του Δρόμου του Μεταξιού.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                             

Η Ρωσία, από την άλλη, συγκαταλέγεται στις παγκόσμιες δυνάμεις κυρίως αν όχι αποκλειστικά χάρις στο εφάμιλλο του αμερικανικού πυρηνικό της δυναμικό˙ υπολειπόμενη, ως προς τις λοιπές μορφές ισχύος, τόσο των ΗΠΑ, όσο και της ΕΕ ως συνόλου, ειδικότερα δε στον οικονομικό τομέα και αρκετών επί μέρους κοινοτικών χωρών. Με δεδομένη δε τη δυσμενή τροπή της ουκρανικής της περιπέτειας, στον διαγραφόμενο σινο-ρωσικό γεωπολιτικό συνεταιρισμό ο πρώτος ρόλος περιέρχεται εκ των πραγμάτων στο Πεκίνο.[19]

Το οποίο, αφού τις παραμονές της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία παρέσχε στη Μόσχα τη διαβεβαίωση ότι «η φιλία μεταξύ των δύο κρατών είναι απεριόριστη» και υιοθέτησε τις ρωσικές ενστάσεις κατά της νατοϊκής επέκτασης, [20] έχει έκτοτε ευθέως αντιταχθεί στις δυτικές αντιρωσικές κυρώσεις˙ και εις πείσμα των αμερικανικών αποτρεπτικών πιέσεων προσφέρει στους Ρώσους, προσεκτικά είναι αλήθεια, και σε συνάρτηση αναμφίβολα και με την πορεία του Ουκρανικού, τη διπλωματική και εμπορική του υποστήριξη. [21] 

Το αναδυόμενο δε αυτό σινορωσικό αντιαμερικανικό μέτωπο τείνει να αποτελέσει σημείο αναφοράς για εχθρικά προς τις ΗΠΑ κράτη της Ευρασίας, όπως η Βόρεια Κορέα και το Ιράν. 

Δ΄ Οι επιτήδειοι ουδέτεροι και η επιτήδεια νατοϊκή σύμμαχος Τουρκία

Το νέο, τέλος, διεθνές κλίμα ευνοεί τη γεωπολιτική αυτονόμηση ορισμένων περιφερειακών δυνάμεων, κοινό χαρακτηριστικό των οποίων είναι: η προσπάθεια εξισορρόπησης μεταξύ Δύσης και σινο-ρωσικού συνασπισμού – με απόκλιση προς τη μία ή την άλλη πλευρά υπό την επήρεια των παλαιότερων προσανατολισμών τους και των τρεχόντων συμφερόντων τους˙ η αποφυγή κατηγορηματικής επίσημης τοποθέτησης έναντι των εμπολέμων στην Ουκρανία˙ και, κρισίμως, η άρνηση συμμετοχής στις δυτικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Στις οποίες κυρώσεις άλλωστε μετέχουν ελάχιστες χώρες πέραν των μελών του ΝΑΤΟ και της ΕΕ και των προσκείμενων στις ΗΠΑ κρατών του Ειρηνικού -  κάπου τριάντα συνολικώς από τα 193 μέλη του ΟΗΕ. [22]

Μεταξύ δε των ισορροπιστών συγκαταλέγονται μεσανατολικά κράτη, όπως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και σε κάποιο βαθμό ακόμη και το Ισραήλ, αλλά και πλείονες χώρες της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής. Ενώ ιδιαίτερης εν προκειμένω μνείας, λόγω του δημογραφικού, οικονομικού και στρατιωτικού της δυναμικού και της γεωστρατηγικής της θέσης, χρήζει η Ινδία. Η οποία, εκ των πρωταγωνιστών κατά τον Ψυχρό Πόλεμο του κινήματος των αδεσμεύτων, αφού κατά την τελευταία εικοσαετία και ιδίως μετά το 2005 ανταποκρίθηκε προθύμως στα αμερικανικά οικονομικά και γεωστρατηγικά ανοίγματα, τείνει τώρα κατά κάποιο τρόπο να  υιοθετήσει εκ νέου μια πολιτική διεθνοπολιτικών ισορροπιών.[23] 

Σε αντιδιαστολή, ωστόσο, προς τις παθητικές τρόπον τινά ισορροπίες που οι εν λόγω «επιτήδειοι ουδέτεροι» επιχειρούν να τηρήσουν έναντι των συνιστωσών του αναδυόμενου νέου παγκόσμιου διπόλου, η «επιτήδεια νατοϊκή σύμμαχος» Τουρκία θέτει ενεργώς την ουκρανική κρίση στην υπηρεσία των γεωπολιτικών της συμφερόντων και βλέψεων. Μεταξύ άλλων, εργαλειοποιώντας πολυσχιδώς τον έλεγχο των Στενών του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων που της παραχωρεί η Σύμβαση του Μοντρέ. Και προσφέροντας στους εμπολέμους τις καλές της υπηρεσίες. Μολονότι δε οι συναφείς ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις έχουν αποτελματωθεί, η τουρκική ηγεσία χρησιμοποιεί τον διαμεσολαβητικό της ρόλο ως άλλοθι και για εθνικές της επιλογές ασύμβατες με θέσεις της δυτικής ή της ρωσικής πλευράς ή και των δύο ταυτοχρόνως. Αρνούμενη μεν, επί παραδείγματι, να συμμετάσχει στις δυτικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας, καταδικάζοντας όμως την εισβολή της στην Ουκρανία και πωλώντας στους Ουκρανούς προηγμένης τεχνολογίας πολεμικό υλικό. Αλλά και προαναγγέλλοντας δια στόματος του προέδρου της «αντιτρομοκρατικές» επιχειρήσεις στην Βόρεια Συρία, στις οποίες αντιτίθεται τόσο οι Αμερικανοί, όσο και οι Ρώσοι – αν και για διαφορετικούς λόγους.

Μέσω δε της της ενεργού αυτής άσκησης ισορροπιών οι Τούρκοι αποσκοπούν πρωτίστως: Στη συνέχιση της επωφελούς συνεργασίας τους με τη Μόσχα στους τομείς του εμπορίου, του τουρισμού και της προμήθειας στρατιωτικού υλικού, και στη διαχείριση των ανέκαθεν δύσκολων, πλην ιδιαίτερης σημασίας για τα συμφέροντά τους ρωσο-τουρκικών γεωπολιτικών σχέσεων – από την Υπερκαυκασία και την Κεντρική Ασία έως τη Συρία και τη Λιβύη. Και στη, μερική τουλάχιστον, αποκατάσταση των κλονισμένων, αλλά πάντοτε καίριας γι’ αυτούς σημασίας, δεσμών τους με τη Δύση – ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ. 

Και ως προς μεν τις Ηνωμένες Πολιτείες ειδικότερα, κορυφαία τουρκική προτεραιότητα φαίνεται να είναι αυτή στιγμή η αγορά πρόσθετων πολεμικών αεροσκαφών F16 και ο εκσυγχρονισμός  των ήδη εντεταγμένων στην τουρκική αεροπορική δύναμη – υπό αναστολή επί του παρόντος λόγω της γνωστής διένεξης περί το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα S-400. Ενώ πιθανολογείται ότι και η εκβιαστική τουρκική αντιμετώπιση της νατοϊκής υποψηφιότητας της Σουηδίας και τη Φινλανδίας, πέραν των αιτιάσεων περί υπόθαλψης τρομοκρατών και ενδεχομένως και άλλων γεωπολιτικών σκοπιμοτήτων, συνδέεται και με την προσπάθεια ικανοποίησης του τουρκικού αυτού εξοπλιστικού αιτήματος – υποστηριζόμενου μεν από την αμερικανική κυβέρνηση, αλλά προσκρούοντος στην πλειοψηφία του Κογκρέσου˙ με τη συναίνεση του τελευταίου αυτού, αν και όχι απαραίτητη υπό στενό νομικό πρίσμα, να είναι πολιτικώς αναγκαία για τον Λευκό Οίκο .[24] 

Έναντι δε της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τόσο για λόγους εθνικού γοήτρου όσο πιθανότατα και εσωτερικής εκλογικής σκοπιμότητας, η Άγκυρα προτάσσει την άρση των,  συμβολικής κυρίως σημασίας, εις βάρος της κοινοτικών κυρώσεων. Δεν αποκλείεται ωστόσο, συνειδητοποιώντας το ανέφικτο  της πλήρους κοινοτικής της ένταξης, να έχει κατά νουν και τη σύναψη με τις Βρυξέλλες χαλαρότερων, στοχευμένων σχέσεων – ενδεχομένως στο πλαίσιο του προταθέντος από τον Γάλλο πρόεδρο και αυτή τη στιγμή υπό διαβούλευση πανευρωπαϊκού σχήματος. Ενώ βέβαιο είναι ότι προσβλέπει στη συνδρομή της Δύσης για να αναδειχθεί σε ενεργειακό κόμβο μεταξύ Υπερκαυκασίας και Ανατολικής Μεσογείου, αφ’ ενός, και Ευρώπης, αφ’ ετέρου. Με τη φιλόδοξη αυτή στρατηγική της επιλογή να  βρίσκει γόνιμο έδαφος στις δυτικές προσπάθειες απεξάρτησης της Ευρώπης από τους ρωσικούς υδρογονάνθρακες. Αλλά και να εξηγεί μερικώς τα θεαματικά της ανοίγματα προς χώρες της περιοχής, του Ισραήλ συμπεριλαμβανομένου, παρουσιάζουσες μεν ζωηρό συναφές ενδιαφέρον, οι σχέσεις της όμως με τις οποίες παρέμεναν μέχρι προσφάτως τεταμένες. 

Αντί επιλόγου: Θεωρητικές προσεγγίσεις των παγκόσμιων δρωμένων

Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης έδωσε αρχικά λαβή σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετες προβλέψεις για τη μεταψυχροπολεμική πορεία της ανθρωπότητας. Κατά τον καθηγητή πανεπιστημίου Χάντιγκτον (Samuel P. Huntington), εφεξής, «η βασική πηγή συγκρούσεων» μεταξύ κρατών «δεν θα είναι πρωτίστως ιδεολογική ή οικονομική» αλλά «πολιτισμική». Αντιθέτως ο επίσης  πανεπιστημιακός και μαθητής του Χάντιγκτον, Φουκουγιάμα (Yoshihiro Francis Fukuyama) προέβλεψε ότι η δυτικού τύπου φιλελεύθερη δημοκρατία, ως το άριστο των πολιτευμάτων, νομοτελειακά θα επικρατήσει σε  παγκόσμια κλίμακα. [25] 

Κατά κάποιο δε τρόπο, και οι δύο αυτές προσεγγίσεις φάνηκαν να επιβεβαιώνονται μερικώς από τις εξελίξεις. Η πρώτη, επί παραδείγματι, από την επέλαση του ισλαμικού ολοκληρωτισμού, και γενικότερα από την όλο και συχνότερη επίκληση παραδοσιακών θρησκευτικών συμβόλων από όλο και περισσότερους κυβερνώντες˙ η δε άλλη από τον επιφανειακό εκδημοκρατισμό ουκ ολίγων αυταρχικών καθεστώτων ανά την υδρόγειο. 

Μια προσεκτικότερη ωστόσο ανάγνωση των διεθνών δρωμένων δικαιώνει μάλλον τον σκεπτικισμό των θιασωτών του γεωπολιτικού ρεαλισμού.[26] Καθώς η αναφορά πολλών εκ των ασκούντων την εξουσία σε δημοκρατικές ή θρησκευτικές αξίες συχνότατα τυγχάνει διαφανώς προσχηματική. Σιδηρούς δε κανόνας  συμπεριφοράς των κρατών παραμένει η επιβίωσή τους και η διασφάλιση των ζωτικών εθνικών τους συμφερόντων.

Οι γνήσιοι δημοκρατικοί θεσμοί αποτελούν βέβαια μια ανεκτίμητη κατάκτηση της υπό ευρεία έννοια Δύσης. Μολονότι, όμως, τόσο για ηθικούς, όσο και για γεωπολιτικούς λόγους η διάδοσή τους είναι επιθυμητή, είναι  δυσεπίτευκτοι. Πικρή δε πείρα διδάσκει ότι, όχι μόνο δεν προσφέρονται σε βίαιη μεταφύτευση, αλλά και ότι οι, ανεξαρτήτως κινήτρων, απόπειρες να επιβληθούν διά της βίας έχουν ως επί το πολύ προκαλέσει γεωπολιτική αποσταθεροποίηση και ανθρώπινες τραγωδίες. 

Και συνεπώς, η κατά το δυνατόν ασφαλέστερη συνύπαρξη των δυτικών δημοκρατιών με τα μη μετέχοντα των πολιτικών θεσμών και αξιών τους κράτη – ήτοι με τους κρατικούς φορείς της μεγάλης πλειοψηφίας της ανθρωπότητας – προϋποθέτει την τήρηση των δοκιμασμένων συνταγών της ειρηνικής διακρατικής επικοινωνίας˙ μεταξύ των οποίων, σύμφωνα με τον εκ των πατέρων του σύγχρονου διεθνοπολιτικού ρεαλισμού Χανς Μόργκενταου, συγκαταλέγεται και «η αποσύνδεση της διπλωματίας από τον σταυροφορικό ζήλο». [27]



[1] Για τις δύσκολες προσπάθειες ενεργειακής απεξάρτησης της ΕΕ από τη Ρωσία, βλ Russia’s war on Ukraine: EU adopts sixth package of sanctions against Russia, European Commission, 03-06-2022˙ και The EU Has Finally Approved Its Ban on Russian Oil. What Now? Stratfor, 31-05-2022.

[2] Για σχετικές δηλώσεις προέδρων και υπουργών εξωτερικών ΗΠΑ και Ρωσίας, βλ Michael Hirsh, Biden’s Dangerous New Ukraine Endgame: No Endgame, Foreign Policy,29-04-2022.

[3] Βλ. άρθρο του προέδρου Μπάιντεν υπό τον τίτλο President Biden: What America Will and Will Not Do in Ukraine, στους New York Times της 31ης Μαΐου 2022. Για μια ισχυρή συνηγορία υπέρ των έγκαιρων διαπραγματεύσεων, βλ. Charles A. Kupchan, Negotiating to End the Ukraine War Isn’t Appeasement. It’s time for Biden to set the table for talks, Politico, 17-06-2022.

[4] Daniel Davis, There Is No Military Path For Ukraine To ‘Defeat’ Russia, 1945, https://www.19fortyfive.com/blog/ 

[5] Βλ. Russia’s Economy Proves More Resilient Than Expected, New York Times, 11-06-2022.

[6] Bλ. Thomas L. Friedman, The War Is Getting More Dangerous for America, and Biden Knows It, New York Times, 06-05-2022.

[7] Βλ. Gesine Weber, French foreign and security policy under Macron: all in for European sovereignty, https://ukandeu.ac.uk/french-foreign-and-security-policy-under-macron-all-in-for-european-sovereignty/

[8]Βλ.  https://www.touteleurope.eu/presidence-du-conseil-de-l-union-europeenne/emmanuel-macron-devoile-les-priorites-de-la-presidence-francaise-du-conseil-de-l-ue-pfue/

[9] Για τη «Στρατηγική Πυξίδα» βλ. https://data.consilium.europa.eu/doc/document/ST-7371-2022-INIT/en/pdf. Για μια σχετικώς αισιόδοξη προσέγγιση του θέματος της ευρωπαϊκής «σκληρής ισχύος» και των κοινοτικών αντιδράσεων στην ουκρανική κρίση, βλ. Andriy Tyushka, Made in Ukraine: The EU’s Emerging Real(ist) Power, Carnegie Europe - Carnegie Endowment for International Peace, 03-05-2022.

[10] Επισκεπτόμενοι την 16η Ιουνίου ε. έ. το Κίεβο προς επίδειξη ευρωπαϊκής αλληλεγγύης με την Ουκρανία, ο Γάλλος πρόεδρος, ο Γερμανός καγκελάριος και ο Ιταλός πρωθυπουργός ετάχθησαν υπέρ της άμεσης δρομολόγησης της ουκρανικής κοινοτικής υποψηφιότητας˙ η οποία όμως, ασχέτως λοιπών εμποδίων, υπόκειται σε μια ακαθόριστη και πάντως παρατεταμένη χρονική προοπτική. Βλ. David M. Herszenhorn, Rhetoric and reality collide as France, Germany, Italy back Ukraine’s EU bid In Kyiv, Politico, 16-06-2022,

[11] Βλ. Speech by Emmanuel Macron at the closing ceremony of the Conference on the Future of Europe, French Presidency of the Council of the European Union 2022, 10-05-2022. Η Ουκρανία, αντιθέτως, την απορρίπτει, επιμένοντας σε άμεση και πλήρη ένταξη στην ΕΕ. 

[12] Σύμφωνα με τον διακεκριμένο Βρετανό ιστορικό Timothy Garton Ash, «ο Μακρόν είναι προς το παρόν ο μόνος εκ των κύριων (major) Ευρωπαίων ηγετών που διαθέτει το όραμα, τη φιλοδοξία και την εμπειρία για να ωθήσει την Ένωση αποφασιστικά» προς την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής στρατηγικής κυριαρχίας, «αλλά τα εμπόδια είναι τεράστια».   Βλ. Macron wants to turn Europe into a global giant. But he can’t do it alone, The Guardian, 25-04-2022.

[13] Βλ. Judy Dempsey, The Franco-German Tandem Needs a Reboot, Carnegie Europe - Carnegie Endowment for International Peace, 05-19-2022.

[14] Βλ. Interview with German Chancellor Olaf Scholz, "There Cannot Be a Nuclear War", 22-04-2022, https://www.spiegel.de/international/germany/interview-with-german-chancellor-olaf-scholz-there-cannot-be-a-nuclear-war-a-d9705006-23c9-4ecc-9268-ded40edf90f9. 

 

[15] Βλ. Georgi Gotev, Emmanuel Macron déclare que l’UE n’est pas en guerre contre la Russie et déconseille « d’humilier » Vladimir Poutine, EURACTIV.com, 10-05-2022. 

[16] Για μια προσέγγιση των σινο-αμερικανικών σχέσεων από εξέχοντα εκπρόσωπο της «ρεαλιστικής» σχολής, βλ. John J. Mearshmeimer, The Inevitable Rivalry, Foreign Affairs, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2021. Για την πολιτική της κυβέρνησης Μπάιντεν έναντι της Κίνας, βλ. ομιλία υπουργού εξωτερικών Μπλίνκεν, Blinken calls China ‘most serious long-term’ threat to world order, Politico, 30-05-2022.

[17]  Για το κινεζικό πυρηνικό πρόγραμμα, βλ. Andrew F. Krepinevich, Jr, The New Nuclear Age. How China’s Growing Nuclear Arsenal Threatens Deterrence, Foreign Affairs, τεύχος Μαΐου – Ιουνίου 2022, και Shannon Bugos, Pentagon Sees Faster Chinese Nuclear Expansion, Arms Control Association, Δεκέμβριος 2021. Για την κινεζική παρουσία στον Ειρηνικό, Βλ.   Damien Cave, Why China Is Miles Ahead in a Pacific Race for Influence, New York Times, 31-05- 2022˙ και Charles Edel, A Fault Line in the Pacific, 03-06-2022.

[18]Βλ. Pierre Morcos, France’s Shifting Relations with China, War on the Rocks, 04-01-2022. Επίσης, Liselotte Odgaard,

Will Europe's Emerging Indo-Pacific Presence Last? Hudson Institute, 17-05-2022.

[19] Stuart Lau, China’s new vassal: Vladimir Putin, Politico, 06-06-2022.

[20] Βλ. Joint Statement of the Russian Federation and the People’s Republic of China, http://en.kremlin.ru/supplement/5770 

[21] Βλ. Is China Helping Russia? Beijing-Moscow Relations Explained, The Wall Street Journal, 05-04-2022˙ και Simone McCarthy, China and Russia are building bridges. The symbolism is intentional, CNN, 15-06-2022.

 

[22] Βλ. Βλ. Jonathan Spyer, Non-Western US Allies on Ukraine: It's a Problem, but not Our Problem, Middle Eastern Forum, 11-05-2022.

[23] Για μια σφαιρική παρουσίαση του θέματος, βλ. Βλ. Frédéric Grare, A question of balance: India and Europe after Russia’s invasion of Ukraine, European Council on Foreign Relations, ecfr.eu, 16-05-2022. Επίσης, Mohamed Zeeshan, Biden’s Problem With India, The Diplomat, 19-04-2022. 

[24] Βλ. James M. Dorsey, Playing games in NATO, Turkey eyes its role in a new world order, Modern Diplomacy, 27-05-2022˙ και Jared Malsin, Biden Administration Asks Congress to Approve New Weapons Deal With Turkey. Ankara’s role in the Ukraine conflict has helped repair frayed ties with Washington, and could set the stage for sale of F-16 jet fighters, Wall Street Journal, 11-05-2022.

[25] Βλ. Samuel P. Huntington, The Clash of Civilizations, Foreign Affairs, vol.72, no. 3, Summer 1993 σελ. 22-49, και βιβλίο ιδίου συγγραφέα The Clash of Civilizations and the Remaking of World Order. Επίσης: Francis Fukuyama, The End of History and the Last Man, Penguin, 1992.

[26] Μεταξύ των κορυφαίων της μεταψυχροπολεμικής περιόδου συγκαταλέγονται οι Αμερικανοί διεθνολόγοι, John Mearsheimer, Kenneth Waltz, και Stephen Walt.

[27] Βλ. κλασσικό σύγγραμμά του, Politics Among Nations.

Friday, March 11, 2022

Ο ΓΑΛΛΟΓΕΡΜΑΝΙΚΟΣ ΑΞΟΝΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΜΕΛΛΟΝ

Προδημοσίευση άρθρου από το τεύχος 139 των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ). 


Αφιερώνω το κείμενο αυτό στη μνήμη του αδελφού μου αντιναυάρχου Αθανασίου Ε. Σέκερη, ο οποίος καθ’ όλη τη διαδρομή του, στρατιωτική και πολιτική, ετήρησε πιστά τον Κώδικα Τιμής του Έλληνος Αξιωματικού


ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Αποφασιστικής σημασίας για τις τύχες της ηπείρου μας, οι γαλλογερμανικές σχέσεις υπήρξαν, έως και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, συγκρουσιακές˙ με αρνητικές επιπτώσεις στο σύνολο των ευρωπαϊκών λαών. Η μεταπολεμική, ωστόσο, ανάληψη του κυβερνητικού πηδαλίου στη Γαλλία και στη Γερμανία από τους εμπνευσμένους ηγέτες ντε Γκολ και Άντεναουερ, αντιστοίχως, σηματοδότησε για τα δύο έθνη, και κατ’ επέκταση και για την Ευρώπη, μια νέα εποχή – με  ελπιδοφόρο καρπό το ευρωκοινοτικό ενοποιητικό εγχείρημα. Ένα εγχείρημα, όμως, το οποίο, ενώ έχει επιτύχει σε σημαντικό βαθμό – αν και ασφαλώς όχι στον επιθυμητό από τους ευρωπαϊστές – την εναρμόνιση της οικονομικής πολιτικής και της εσωτερικής θεσμικής τάξης των εταίρων, προσκρούει διαχρονικά στη συγκρότηση κοινής άμυνας και εξωτερικής πολιτικής. Με την ενοποιητική δυναμική ως προς τα ιδιαιτέρως φορτισμένα, ιδεολογικώς και ψυχολογικώς, δύο αυτά ζητούμενα να κινείται με βήμα σημειωτόν. Υπό το πρίσμα δε αυτό, το πρώτο εξάμηνο του 2022 ενδεχομένως να αποδειχθεί καθοριστικό. Καθώς η χρονική σύμπτωση της δρομολόγησης της νέας γερμανικής κυβέρνησης και της γαλλικής κοινοτικής προεδρίας δημιουργεί ελπίδες υπέρβασης του ορατού κινδύνου μιας προϊούσης αγκύλωσης της ΕΕ, στο μέτρο που τόσο ο Γάλλος πρόεδρος, όσο και ο Γερμανός καγκελάριος, εμφανίζονται ως φορείς υψηλών ευρωπαϊκών φιλοδοξιών. Δοθέντος, ωστόσο, ότι οι στοχεύσεις των δύο συνιστωσών του γαλλογερμανικού άξονα αντανακλούν διαφορετικές εθνικές πραγματικότητες, η εναρμόνισή τους αποδεικνύεται συχνά δυσχερής. Ενώ η ευόδωσή τους συναρτάται με ένα ιδιαίτερα ρευστό διεθνές γεωπολιτικό περιβάλλον.


Ι. ΔΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΓΑΛΛΙΑΣ ΚΑΙ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ


Και η μεν γερμανική πολιτική ζωή δεν έχει παύσει να κατατρύχεται από τις τραυματικές εμπειρίες του Τρίτου Ράιχ και του Β! Παγκόσμιου Πολέμου. Κατά συνέπειαν δε, το Βερολίνο, υπό το κράτος ενός έντονου ειρηνισμού στους κόλπους του γερμανικού λαού, αλλά και εμφορούμενο  από τον – υπερβολικό πιθανώς, όχι όμως και αδικαιολόγητο – φόβο των αντιδράσεων των θυμάτων του πάλαι ποτέ γερμανικού επεκτατισμού, μέχρι τις πρόσφατες εξελίξεις περί το Ουκρανικό προσέγγιζε τη στρατιωτική ισχύ με άκρα επιφυλακτικότητα. Επιδεικνύοντας απροθυμία, όχι μόνο να συγκροτήσει ένοπλες δυνάμεις ανάλογες προς τις δημογραφικές και οικονομικές δυνατότητες της Γερμανίας και τις, εντός και εκτός ΝΑΤΟ, διεθνείς υποχρεώσεις της, αλλά και να διαθέσει στρατιωτικά μέσα για τη διαχείριση διεθνών κρίσεων. Σε αντιστάθμισμα δε, κατά κάποιο τρόπο, της στρατιωτικής αυτής δυσανεξίας, ο γερμανικός δυναμισμός είχε διοχετευθεί στην οικονομία. Και ως εκ τούτου, οι Γερμανοί ιθύνοντες προέτασσαν συχνά τις οικονομικές σκοπιμότητες των γεωπολιτικών επιταγών. Ενώ, από τον άλλη, αναμένεται ότι, με τους Πρασίνους σε καίριες τώρα  κυβερνητικές θέσεις, συμπεριλαμβανομένης και της ηγεσίας του υπουργείου εξωτερικών, το Βερολίνο θα δώσει εφεξής αυξημένη έμφαση στις δημοκρατικές αξίες, τα ανθρώπινα δικαιώματα, και την περιβαλλοντική προστασία εντός και εκτός κοινοτικού χώρου. Δεδομένου μάλιστα ότι βαρύνων πλέον παράγοντας στη διαμόρφωση της γερμανικής πολιτικής είναι η προγραμματική συμφωνία των τριών κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού – ένα κείμενο, το οποίο αντανακλά απόψεις καλύπτουσες πολιτικοϊδεολογικό φάσμα  εκτεινόμενο από τη συντηρητική δεξιά στη σοσιαλδημοκρατία και τους οικολόγους.


Η Γαλλία, αντιθέτως, κινούμενη σταθερά στην παραδοσιακή εθνική της γραμμή, έχει αποκτήσει σαφές προβάδισμα στον στρατιωτικό τομέα έναντι των λοιπών κοινοτικών εταίρων – ούσα και το μόνο κράτος-μέλος μετά το Μπρέξιτ που διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο. Σε συνδυασμό δε και με την ιδιότητα του μονίμου μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, ανέκαθεν, αλλά ιδίως επί διακυβέρνησης Μακρόν, υιοθετεί – χωρίς φυσικά να  παραμελεί την εμπορική διάσταση – μια πρωτίστως γεωπολιτική προσέγγιση των διεθνών της σχέσεων. Με τα σχετικά γαλλικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα να καλύπτουν ευρύτατο γεωγραφικό φάσμα, περιλαμβάνον, πέραν της Υπερπόντιας Γαλλίας – ενός 18% της χερσαίας γαλλικής επικράτειας με 2,785,000 κατοίκους – την Ανατολική Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή, τη Μεσόγειο, τις πρώην γαλλικές αφρικανικές κτήσεις, και, φυσικά, τις σχέσεις με την Ρωσία και την Κίνα.


Οι εθνικές δε αυτές εθνικές  ιδιομορφίες των δύο ιθυνουσών κοινοτικών δυνάμεων εξηγούν κατά μέγα μέρος τις σημαντικές μεταξύ τους, έως πρόσφατα τουλάχιστον, αποκλίσεις σε σχέση με την ακολουθητέα πολιτική˙ χωρίς ωστόσο να αποκλείουν τις συγκλίσεις εκείνες, εν απουσία των οποίων το μέλλον της ΕΕ θα ήταν όντως δυσοίωνο.


ΙΙ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ, ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟ


Σε ό,τι ειδικότερα αφορά στην οικονομία: Με δεδομένη τη διαχρονική διαφοροποίηση της αυστηρής γερμανικής διαχείρισης από τη χαλαρότερη γαλλική πρακτική, μένει να φανεί  κατά πόσον Παρίσι και Βερολίνο θα κατορθώσουν να διαμορφώσουν μια κοινή κοινοτική  οικονομική πολιτική˙ δοθέντος μάλιστα ότι ο Γερμανός υπουργός οικονομίας προέρχεται από το γνωστό για την προσκόλλησή του στη δημοσιονομική ορθοδοξία Κόμμα Ελευθέρων Δημοκρατών (FDP). 


Ενθαρρυντική ένδειξη μιας σχετικής εν προκειμένω γερμανικής ευελιξίας αποτελεί η σύμπραξη του Βερολίνου – ήδη άλλωστε επί καγκελαρίας Μέρκελ – στη δημιουργία ενός «Ταμείου Ανάκαμψης» από τις κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις της κορωνοϊκής πανδημίας συναπαγόμενο, έστω και σε στενά χρονικά και ποσοτικά περιθώρια, την κατά τα άλλα παγίως αποκρουόμενη από τους Γερμανούς αμοιβαιοποίηση του χρέους των κοινοτικών εταίρων. 


Αβέβαιο ωστόσο παραμένει αν, και σε ποιο βαθμό, η μερική αυτή σύμπλευση προδιαγράφει μια ουσιαστικότερη αναβάθμιση της Ευρωομάδας. Η οποία, πέραν του καίριου νομισματικού και οικονομικού της ρόλου, αποτελεί ενδεχομένως, από κοινού με τη Ζώνη Σένγκεν και ορισμένες πρωτοβουλίες επί μέρους εταίρων στον στρατιωτικό κυρίως χώρο,  προάγγελο της από μακρού προωθούμενης από τον πρόεδρο Μακρόν «Ευρώπης των πολλαπλών ταχυτήτων».   Της μόνης, ίσως, ικανής να δώσει ένα πειστικό παρών στο ευρύτερο παγκόσμιο γίγνεσθαι, δεδομένης της ανομοιομορφίας της σύνθεσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά τις διαδοχικές διευρύνσεις της. Υπό το διττό δε αυτό πρίσμα, αυξημένο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κατά πόσον ο Γάλλος πρόεδρος, παρά την ευρωφοβία σημαντικού μέρους της αντιπολίτευσης, θα επαναφέρει επί τάπητος παλαιότερες προτάσεις του για την  ενίσχυση της Ευρωζώνης με τη θεσμοθέτηση κοινού προϋπολογισμού και υπουργού οικονομίας. Προτάσεις έναντι των οποίων η καγκελάριος Μέρκελ είχε τοποθετηθεί θετικά  επί της αρχής, επιφυλακτικά όμως ως προς τα καθέκαστα˙ με τους λοιπούς εταίρους να διχάζονται μεταξύ οπαδών άκαμπτης και ευέλικτης δημοσιονομικής διαχείρισης – χονδρικώς μεταξύ Βορείων και Νοτίων. 


Από την άλλη, διάσταση απόψεων μεταξύ Γάλλων και Γερμανών έχει προκύψει ως προς την πυρηνική ενέργεια. Με την κυβέρνηση Σολτς, επικαλούμενη περιβαλλοντικούς λόγους, να τάσσεται υπέρ της σταδιακής κατάργησής της, και τον πρόεδρο Μακρόν να αντιπροτείνει τη συμπερίληψή της στις βιώσιμες – «πράσινες» –  κοινοτικές δραστηριότητες˙ ευεξήγητα άλλωστε, δοθέντος ότι τα τρία σχεδόν τέταρτα των γαλλικών ενεργειακών αναγκών καλύπτονται από πυρηνικούς αντιδραστήρες. Κατά τη σύνταξη ωστόσο του παρόντος, η γερμανική πλευρά  επιλέγει την πολιτική  υποβάθμιση της διαφωνίας˙ τόσο μάλλον που τη γαλλική θέση συμμερίζονται, τόσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όσο και η πλειοψηφία των εταίρων.  


Αντικείμενο, τέλος, διϊστάμενων μέχρις ενός σημείου προσεγγίσεων μεταξύ Παρισιού και Βερολίνου αποτελεί και το μεταναστευτικό. Πρόκειται για μείζον θέμα, το οποίο κατά πάσαν βεβαιότητα θα παραμείνει επί μακρόν στο επίκεντρο των κοινοτικών προβληματισμών και διαβουλεύσεων. Με προοπτική, οι μεταναστευτικές εισροές, που αυτή τη στιγμή προέρχονται πρωτίστως από την ευρύτερη Μέση Ανατολή, να τροφοδοτούνται, συν τω χρόνω, από την υποσαχάρια κυρίως Αφρική – και τούτο λόγω του τοξικού συνδυασμού δημογραφικής έκρηξης και κακοκυβέρνησης που μαστίζει την τελευταία αυτή.  


Κατά τα άλλα, η μαζική μετακίνηση πληθυσμών προς την Ευρωπαϊκή Ένωση συνεπάγεται για τα ευρωπαϊκά έθνη-κράτη κρίσιμα και δυσεπίλυτα διλήμματα. Διότι, ενώ ενδέχεται να συμβάλλει, κατά περίπτωση, στην οικονομική ανάπτυξη των χωρών υποδοχής ή και στη μερική αναπλήρωση του δημογραφικού τους ελλείμματος, θέτει συγχρόνως το πρόβλημα της ενσωμάτωσης των μεταναστών στις τοπικές κοινωνίες. Μιας δυσεπίτευκτης επιδίωξης, την ευόδωση της οποίας δυσχεραίνει και η χρησιμοποίηση του μεταναστευτικού ως προκαλύμματος για τη διείσδυση στον κοινοτικό χώρο εγκληματικών στοιχείων, σχετιζόμενων κυρίως με την ισλαμογενή τρομοκρατία. 


Όπως δε είναι φυσικό, η μεταναστευτική πολιτική των κοινοτικών εταίρων, Γάλλων και Γερμανών συμπεριλαμβανόμενων, διαμορφώνεται πρωτίστως υπό το κράτος των εθνικών τους πραγματικοτήτων και σκοπιμοτήτων. Και κατ’ ακολουθίαν, ο μεν γερμανικός κυβερνητικός συνασπισμός, δίδοντας προτεραιότητα στις αξιακές ευαισθησίες της κεντροαριστερής του πτέρυγας και ασφαλώς και στην οικονομία, επαγγέλλεται μεγαλύτερη ευκαμψία κατά την παροχή ασύλου και βελτιωμένους όρους υποδοχής και διαμονής των προσφύγων. Ενώ ο Γάλλος πρόεδρος, αντιμέτωπος με τη δυσχέρεια αφομοίωσης ακραίων, ισλαμογενών ειδικότερα, στοιχείων, και αναμφίβολα και με την προσοχή εστραμμένη στις επικείμενες εκλογές, προτείνει: την αναμόρφωση επί το αυστηρότερο της Ζώνης Σένγκεν˙ την ενίσχυση των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ, με τη συγκρότηση, μεταξύ άλλων, μιας διακυβερνητικής δύναμης ταχείας επέμβασης˙ την επίδειξη κοινοτικής αλληλεγγύης σε ό,τι αφορά στην εισδοχή των μεταναστών –  σαφώς υπονοώντας τη δικαιότερη κατανομή τους˙ την καταπολέμηση των δικτύων διακίνησης και την επαναπροώθηση παράνομων μεταναστών˙ και γενικότερα «μια αποτελεσματικότερη πολιτική καταπολέμησης της παράνομης μετανάστευσης,  με σεβασμό όμως στις αρχές μας».     


Πρόκειται για προτάσεις ανταποκρινόμενες όλως ιδιαίτερα στις ανησυχίες και ανάγκες αμεσότερα εκτεθειμένων στις μεταναστευτικές εισροές εταίρων, όπως η χώρα μας. Και η υλοποίηση των οποίων θα συνέβαλλε, εκτός των άλλων, και στην αντιμετώπιση της εργαλειοποίησης του μεταναστευτικού από γειτονικά «ανελεύθερα δημοκρατικά» καθεστώτα. 


 ΙΙΙ. ΑΜΥΝΑ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ 


Τα μεγαλύτερα όμως προσκόμματα στη χάραξη αποτελεσματικής ευρωενωσιακής γραμμής έχουν προκύψει σε σχέση με την άμυνα και την εξωτερική πολιτική. Ένα χώρο στον οποίο τα κράτη-μέλη είναι ιδιαιτέρως απρόθυμα να δεχθούν την περιστολή των εθνικών τους σκοπιμοτήτων χάριν της ενιαίας παρουσίας στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Με επακόλουθο η παρουσία αυτή να παραμένει σαφώς αναντίστοιχη προς τις συνολικές δημογραφικές, οικονομικές,  στρατιωτικές, και πολιτισμικές διαστάσεις τους. 


Και συνεπώς είναι ενθαρρυντικό, ότι Παρίσι και Βερολίνο, διακηρυκτικά τουλάχιστον, συγκλίνουν προς «περισσότερη Ευρώπη». Και η μεν συνηγορία του προέδρου Μακρόν υπέρ της ευρωπαϊκής «κυριαρχίας» και «στρατηγικής αυτονομίας» είναι γνωστή από μακρού – αν και το ακριβές περιεχόμενο των αλληλένδετων αυτών όρων μένει να διευκρινισθεί. 


Ενώ και ο γερμανικός, τώρα, κυβερνητικός συνασπισμός, διαφοροποιούμενος κατά τούτο από τη χαρακτηριστική επιφυλακτικότητα της απελθούσας καγκελαρίου – και μάλιστα υπερακοντίζοντας τον Γάλλο πρόεδρο – έχει ταχθεί υπέρ της δημιουργίας ενός «ομοσπονδιακού ευρωπαϊκού κράτους»˙ αβέβαιης επίσης μορφής. 


Στο πνεύμα δε αυτό, ο γαλλογερμανικός  άξονας ευνοεί κατ’ αρχήν την άρση ενός καθοριστικού εμποδίου στη λήψη των διεθνοπολιτικής υφής κρίσιμων κοινοτικών αποφάσεων: του παραλυτικού κανόνα της ομοφωνίας. Με το γερμανικό κυβερνητικό πρόγραμμα να προβλέπει ρητώς την αντικατάσταση του τελευταίου αυτού με την πολύ αποτελεσματικότερη ειδική πλειοψηφία. Ενώ και ο πρόεδρος Μακρόν, τον Ιούνιο του προπαρελθόντος έτους, είχε συμφωνήσει με την τότε καγκελάριο Μέρκελ «να εξετασθούν» «νέοι τρόποι για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη λήψη αποφάσεων», και «η δυνατότητα εισαγωγής του κανόνος της πλειοψηφίας…στην Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας». 


Είναι αβέβαιο, ωστόσο, αν το Παρίσι θα επωφεληθεί της ευρωπαϊκής προεδρίας του για να θέσει τις ρηξικέλευθες αυτές – αλλά και αμφισβητούμενες από αρκετούς εταίρους – γαλλογερμανικές απόψεις επί κοινοτικού τάπητος. 


Πέραν, όμως, από τη – σημαντικότατη βέβαια – διαδικαστική τρόπον τινά πλευρά της ΚΕΠΠΑ, σοβαρές διαφωνίες υποβόσκουν στους κοινοτικούς κόλπους, μη εξαιρουμένου και του γαλλογερμανικού άξονα, ως προς την ουσία των διεθνών προσανατολισμών της ΕΕ˙ και όλως ειδικότερα, σε ό,τι αφορά στις σχέσεις της, αφενός, με ΗΠΑ και ΝΑΤΟ, και, αφετέρου, με τους κύριους αμφισβητίες της μεταψυχροπολεμικής δυτικόστροφης τάξης πραγμάτων Ρωσίας και Κίνας.


Α. Ρωσία και Ουκρανικό 


Διαρκούντος του Ψυχρού Πολέμου, η Ατλαντική Συμμαχία λειτούργησε, το μεν, ως ο κατ’ εξοχήν φορέας των ευρωπαϊκών αμυντικών προσπαθειών, το δε, και πρωτίστως, ως ο κύριος δίαυλος παροχής της αμερικανικής στρατηγικής εγγύησης στο ελεύθερο τμήμα της Ευρώπης. Με τις – ελαυνόμενες κυρίως από το Παρίσι – απόπειρες διαμόρφωσης ενός διακριτού ευρωπαϊκού αμυντικού βραχίονα να αποθαρρύνονται κατά κανόνα από την Ουάσιγκτον ως ασύμβατες με το νατοϊκό πλαίσιο˙ και πάντως να αποδίδουν ισχνά, σχεδόν εικονικά, αποτελέσματα. 


Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η εσωτερική κρίση και επαπειλούμενη αποσύνθεση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, και η επακολουθήσασα αμερικανική μονοπολική στιγμή φάνηκαν να περιορίζουν το ΝΑΤΟ σε ρόλο επικουρικό των – ατυχών ως επί το πολύ – επεμβατικών εγχειρημάτων των ΗΠΑ, κυρίως στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Σε σημείο που ουκ ολίγοι παρατηρητές προανήγγελλαν το επερχόμενο τέλος της Συμμαχίας. Την εκδημία όμως της οποίας, όπως όλα δείχνουν, αποτρέπει επ’ αόριστον η δυναμική επιστροφή στα ευρωπαϊκά δρώμενα – αρχικά στην Υπερκαυκασία και εν συνεχεία στην Ουκρανία – μιας πολιτικά και στρατιωτικά  ανασυγκροτημένης Ρωσίας.


Για την τρέχουσα επιθετική πολιτική της Μόσχας, η Δύση δεν είναι άμοιρη ευθυνών.  Η μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου αλαζονική αντιμετώπιση του ηττηθέντος και αποδυναμωμένου Ρώσου αντιπάλου από τους Αμερικανούς, και ιδίως η πλήρης παραγνώριση των ανησυχιών του κατά την προς Ανατολάς διεύρυνση της Ατλαντικής Συμμαχίας, αναμφίβολα συνέβαλαν μεγάλως στην αναζωπύρωση του ρωσικού συνδρόμου περικύκλωσης. Ενώ όμως εν μέρει εξηγούν, ούτε δικαιολογούν, ούτε ασφαλώς  καθιστούν αποδεκτή την επιδίωξη του προέδρου Πούτιν να επιβάλει δια των όπλων ζώνη κυριαρχικής επιρροής της Μόσχας κατά μήκος των ρωσικών συνόρων. 


Ανεξάρτητα όμως από την προϊστορία του, το Ουκρανικό σηματοδοτεί πλέον τομή στην μεταψυχροπολεμική ιστορία της ηπείρου μας, καθ’ ο μέτρον θέτει την Κοινοτική Ευρώπη προ επιλογών καθοριστικών για το μέλλον της ως ενιαίας παγκόσμιας δύναμης.


Η προσβλητική περιθωριοποίηση από τον Ρώσο πρόεδρο της προσπάθειας του Γάλλου ομολόγου του να διαμεσολαβήσει μεταξύ Μόσχας και Δύσης – και να εξασφαλίσει έτσι διακριτό διεθνή ρόλο για την Ευρωπαϊκή Ένωση – κετέδειξε ότι η διαπραγμάτευση του κ. Πούτιν με τους κοινοτικούς παράγοντες, του κ.Μακρόν συμπεριλαμβανομένου, ήταν προσχηματική και παραπειστική˙ και ότι κυρίως αποσκοπούσε, αφενός, στη διάσπαση του ευρωατλαντικού μετώπου, και, αφετέρου, στη διεμβόλιση της ίδιας της ΕΕ – την αναβάθμιση της οποίας ο κ. Πούτιν κρίνει κατά πάσαν βεβαιότητα ασύμβατη με τα συμφέροντα της Ρωσίας των οραματισμών του.


Εάν όμως ο Ρώσος ηγέτης έτρεφε όντως τέτοιες ελπίδες, η συνέχεια των γεγονότων πρέπει να τον απογοήτευσε. Η εισβολή στην Ουκρανία, αντί να διαιρέσει,  συσπείρωσε, τόσο το ΝΑΤΟ, όσο και την ΕΕ, και οδήγησε στη ντε φάκτο σύμπηξη ευρωατλαντικού αντιρωσικού μετώπου.  Και ίσως ακόμη σημαντικότερο μεσοπρόθεσμα, προκάλεσε, όχι μόνο τη σκλήρυνση της μέχρι τότε διαλλακτικής έναντι της Μόσχας γαλλικής στάσης, αλλά και τη γεωστρατηγική ενηλικίωση της Γερμανίας. Με τον πρόεδρο Μακρόν, απευθυνόμενο στον γαλλικό λαό, να καταδικάζει την παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας της Ουκρανίας και να διακηρύσσει ότι «οι κυρώσεις που θα επιβληθούν στη Ρωσία θα είναι ανάλογες προς την επίθεση που διέπραξε» και ότι «στο στρατιωτικό και οικονομικό επίπεδο και στον ενεργειακό τομέα δεν θα δείξουμε αδυναμία». Ενώ ο Γερμανός καγκελάριος, εγκαταλείποντας την επί δεκαετίες γεωπολιτική ατολμία της χώρας του: συμπράττει στη λήψη σκληρών οικονομικών μέτρων κατά της Μόσχας, μεταξύ άλλων συμμετέχοντας στον αποκλεισμό της από το παγκόσμιο διατραπεζικό σύστημα SWIFT και διακόπτοντας την πιστοποίηση  του, μείζονος ωστόσο σημασίας για τη γερμανική οικονομία, ρωσο-γερμανικού αγωγού φυσικού αερίου Nord  Stream 2˙   προανήγγειλε την ενίσχυση της Ουκρανίας με στρατιωτικό υλικό – κάτι που το Βερολίνο είχε μέχρι τούδε αποκλείσει˙ και – ιδιαίτερα ενδεικτικό της σημειούμενης γερμανικής γεωπολιτικής μεταστροφής –  εξήγγειλε την αύξηση των γερμανικών στρατιωτικών δαπανών κατά εκατό δισεκατομμύρια ευρώ, εις τρόπον ώστε, από το 1,56% του γερμανικού ΑΕΠ κατά το παρελθόν έτος, να εξικνούνται στο προβλεπόμενο από το ΝΑΤΟ 2% - και μάλιστα να το υπερβαίνουν.


Πρόκειται για κομβικές εξελίξεις, οι οποίες, πέραν των άλλων, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την επέκταση της ουσιαστικής σύμπραξης του γαλλο-γερμανικού άξονα και στον αμυντικό και διεθνοπολιτικό χώρο˙ και, κατ’ ακολουθίαν και για την αναβάθμιση της ΚΕΠΠΑ. Ο χρόνος θα δείξει κατά πόσον η ευνοϊκή αυτή συγκυρία θα αξιοποιηθεί πράγματι υπέρ της ευρωπαϊκής υπόθεσης.        

Κατά τα λοιπά, ΝΑΤΟ και ΕΕ έχουν καταστήσει σαφές ότι, εάν ο Ρώσος εισβολέας περιορισθεί στον ουκρανικό χώρο – όπερ και το πιθανότερο – δεν προτίθενται να εμπλακούν εναντίον του με ίδιες στρατιωτικές δυνάμεις. Εξ ίσου όμως σαφής είναι και η πρόθεσή τους να διεξαγάγουν ένα πόλεμο φθοράς κατά του καθεστώτος Πούτιν με όλα τα λοιπά διαθέσιμα μέσα. Είναι δε προφανές, ότι, περιερχόμενος σε στρατηγικό αδιέξοδο, ένας αποφασισμένος αντίπαλος, διαθέτων περί τις 6,000 πυρηνικές κεφαλές – δηλαδή το μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο παγκοσμίως – θα αποβεί ιδιαίτερα επικίνδυνος. Διό και η πρωτοβουλία του Ρώσου προέδρου να διατηρήσει την προσωπική επικοινωνία με τον πρόεδρο Μακρόν – έναν ηγέτη γαλουχημένο με τον γαλλικό πολιτικό ορθολογισμό – προσφέρει μια αχτίδα φωτός.   


 Β. Ευρωτουρκικά


Μια ιδιαίτερου ελληνικού ενδιαφέροντος πτυχή του Ουκρανικού είναι η τουρκική. Καθώς η Άγκυρα επιχειρεί να χρησιμοποιήσει την κρίση ως εφαλτήριο για την αναβάθμιση της γεωπολιτικής της επιρροής. Και ειδικότερα για να συσφίγξει τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ και την ΕΕ, αλλά και να προσεγγίσει το προσκείμενο στην Ουκρανία Ισραήλ.  Χωρίς όμως να διαταράξει την, κατά την εύστοχη έκφραση Τουρκάλας δημοσιογράφου, «ανταγωνιστική συνεργασία» της με τη Ρωσία.  Με την  οποία, παρά τις ρωσο-τουρκικές αντιπαραθέσεις από τον Καύκασο έως την ευρύτερη Μέση Ανατολή, τη συνδέουν, πέραν των γεωπολιτικών, σημαντικά οικονομικά συμφέροντα – μεταξύ άλλων εμπορικά, ενεργειακά, εξοπλιστικά, και τουριστικά – τα οποία, εν όψει των γενικών τουρκικών εκλογών του επόμενου έτους, άπτονται και προσωπικώς του κ.Ερντογάν,.  Και συνακόλουθα ο Τούρκος πρόεδρος, το μεν στηρίζει τους Ουκρανούς – διπλωματικώς, με ανθρωπιστική βοήθεια, και, κυρίως, με την προμήθεια προηγμένης τεχνολογίας στρατιωτικού υλικού, εν μέρει εγχώριας τουρκικής παραγωγής – , το δε αυτοπροτείνεται ως διαμεσολαβητής μεταξύ Κιέβου και Μόσχας.  


Με την κλιμάκωση όμως της αντιπαράθεσης της Δύσης με τη Ρωσία, η άσκηση των δύσκολων αυτών διεθνοπολιτικών ισορροπιών καθίσταται όλο και δυσχερέστερη. Σε ό,τι δε αφορά ειδικότερα στα ευρωτουρκικά, μένει να φανεί, εάν και σε ποιο βαθμό, στο κλίμα που διαμορφώνει η ουκρανική κρίση, οι ιθύνοντες ευρωενωσιακοί κύκλοι – και ιδίως το Παρίσι, οι σχέσεις του οποίου με την Άγκυρα προσφάτως ακόμη διήλθαν περίοδο δοκιμασίας – είναι διατεθειμένοι, παρά την απαράδεκτη τουρκική συμπεριφορά έναντι κοινοτικών εταίρων όπως η Κυπριακή Δημοκρατία και η χώρα μας, να αναθεωρήσουν την έναντι της Τουρκίας στάση τους επί το ευνοϊκότερο. 


Γ. Σινοευρωπαϊκά 


Για τους Αμερικανούς το Ουκρανικό λειτουργεί ως περισπασμός – αστάθμητων αυτή τη στιγμή,  αλλά πάντως μειζόνων προεκτάσεων – από την αντιμετώπιση του κύριου αντιπάλου τους στην παγκόσμια κονίστρα˙ ήτοι της, κατά τον καθιερωμένο πλέον στην επίσημη Ουάσιγκτον χαρακτηρισμό, «σχεδόν ισότιμης στρατηγικής ανταγωνίστριάς» τους Κίνας. Η οποία, σημειωτέον, επωφελείται της ρωσο-αμερικανικής  διαπάλης και των δυτικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας για να συσφίγξει τις σινο-ρωσικές οικονομικές σχέσεις και να μεθοδεύσει τη συγκρότηση κοινού μετώπου με τη Μόσχα.   Με ενδεικτική την κοινή δήλωση των Σι Τζινπίνγκ και Πούτιν κατά τη μετάβαση του τελευταίου στην κινεζική πρωτεύουσα επ’ ευκαιρία των Ολυμπιακών. Ένα σχοινοτενές κείμενο εμπεριέχον κοινές σινο-ρωσικές θέσεις επί ευρύτατου διεθνοπολιτικού φάσματος, εκ των οποίων όλως ιδιαίτερο ενδιαφέρον από δυτικής σκοπιάς παρουσιάζουν: η αντίθεση των δύο χωρών στην «περαιτέρω διεύρυνση του ΝΑΤΟ» και στις «ψυχροπολεμικές πρακτικές» του˙ και η αναφορά στις «αρνητικές επιπτώσεις της στρατηγικής των Ηνωμένων Πολιτειών επί της ειρήνης και σταθερότητας στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού».  


Ενώ οι έντονες κινεζικές επιφυλάξεις έναντι της ουκρανικής πολιτικής της Μόσχας  – η αναγνώριση των «Δημοκρατιών του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ» παραβιάζει την υψίστης σημασίας για το Πεκίνο, μεταξύ άλλων λόγω Ταϊβάν, Ουιγούρων, και Θιβέτ, αρχή του σεβασμού της εθνικής κυριαρχίας – διατυπώνονται προσεκτικά, έτσι ώστε να μην αποξενωθεί ο εν δυνάμει σύμμαχος κατά των ΗΠΑ. Με χαρακτηριστική την ισοζυγισμένη έκκληση του Κινέζου Μόνιμου Αντιπροσώπου στον ΟΗΕ προς «όλες τις πλευρές» να αποφύγουν την «υπόθαλψη εντάσεων» στην Ουκρανία˙ αλλά και την ετοιμότητα του Πεκίνου να μεσολαβήσει στο Ουκρανικό. 


Δεδομένων δε των διευρυνόμενων κινεζικών βλέψεων και δυνατοτήτων, η εγκαινιασθείσα επί προεδρίας Ομπάμα στροφή των ΗΠΑ προς Άπω Ανατολή κατά πάσαν βεβαιότητα θα συνεχισθεί, μολονότι με ρυθμό εξαρτώμενο εν μέρει από τις εξελίξεις στο ρωσοαμερικανικό μέτωπο. Και πιθανότατα θα θέσει υπό δοκιμασία και τις σινοευρωενωσιακές σχέσεις. Μια ρεαλιστική αποτίμηση των οποίων πρέπει να έχει ως αφετηρία την εκθετική αύξηση τα τελευταία χρόνια των οικονομικών ανταλλαγών μεταξύ ΕΕ και Κίνας˙ και τη συνακόλουθη από διετίας κατάληψη από το Πεκίνο της θέσης του κυριότερου οικονομικού εταίρου των κοινοτικών Ευρωπαίων που επί μακρόν κατείχαν οι Αμερικανοί. 


Το οικονομικό δε αυτό προβάδισμα της Κίνας προσλαμβάνει βαρύνουσα γεωπολιτική σημασία στον βαθμό που επηρεάζει την έναντί της στάση πλειόνων κοινοτικών κρατών – και ιδιαίτερα της Γερμανίας. Μείζον μέλημα της οποίας  είναι, πέραν της – συμβολικής, κυρίως – καταγγελίας των παραβιάσεων των ανθρώπινων δικαιωμάτων από το κινεζικό καθεστώς, η διασφάλιση των επικερδών σινογερμανικών εμπορικών σχέσεων. Σε αντιδιαστολή με τη Γαλλία, η  οποία, με άνω του ενάμιση εκατομμυρίου Γάλλων πολιτών κατοικούντων και το 93% της γαλλικής ΑΟΖ κειμένης στον Ινδο-Ειρηνικό, μόνη μεταξύ των κοινοτικών εταίρων διατηρεί εκεί σημαντική πολιτικοστρατιωτική παρουσία. Και συνεπώς  πρωταγωνιστεί στην προσπάθεια διαμόρφωσης μιας διακριτής ευρωενωσιακής στρατηγικής για την περιοχή.   Προσπάθεια δυσχερέστατη, κατά τα άλλα, όπως προκύπτει και από τον μάλλον αμήχανο, αν όχι και αντιφατικό, χαρακτηρισμό της Κίνας, σε βαρύνουσας σημασίας κοινοτικό έγγραφο, ως συγχρόνως: «εταίρου συνεργάτη με τον οποίο η ΕΕ έχει στενά ευθυγραμμισμένους στόχους»˙ «διαπραγματευόμενου εταίρου, με τον οποίο η ΕΕ πρέπει να επιτύχει εξισορρόπηση συμφερόντων»˙ «οικονομικού ανταγωνιστή»˙ και «συστημικού αντιπάλου προωθούντος εναλλακτικό μοντέλο διακυβέρνησης».   


ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ


Η διαπίστωση ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει ιστορικές προκλήσεις αποτελεί πλέον κοινό τόπο. Οικονομική, περιβαλλοντική, μεταναστευτική, αμυντική, και εξωτερική πολιτική δοκιμάζουν τις  αντοχές του ευρωενωσιακού εγχειρήματος και τη δυνατότητά της ΕΕ να διαδραματίσει διεθνή ρόλο ανάλογο προς το συνολικό δυναμικό της. Με κύριο παράγοντα ανάσχεσης της κοινοτικής δυναμικής τον μεγάλο – και ενδεχομένως ακόμη μεγαλύτερο μελλοντικώς – αριθμό των εταίρων, με τις συχνά  αποκλίνουσες επιλογές τους. Προκειμένου δε να υπερβεί το μείζον αυτό εμπόδιο, η Κοινοτική Ευρώπη πρέπει να πραγματοποιήσει τολμηρές θεσμικές μεταρρυθμίσεις – του τύπου που ο πρόεδρος Μακρόν από μακρού επαγγέλλεται, και η κυβέρνηση Σουλτς κατ’ αρχήν συμμερίζεται. Και τις οποίες μόνον ο γαλλογερμανικός άξονας είναι σε θέση να δρομολογήσει – υπό την προϋπόθεση ότι, ο μεν κ. Μακρόν θα εμείνει στον μεταρρυθμιστικό του ζήλο, αψηφώντας τις, εν όψει ιδία εκλογών, ευρωφοβικές επικρίσεις της αντιπολίτευσης, ο δε γερμανικός κυβερνητικός συνασπισμός θα συντονίσει τη στάση των κομματικών συνιστωσών του, και θα συμπράξει με τον Γάλλο πρόεδρο.


Friday, December 10, 2021

Η Τουρκία σε αναζήτηση γεωπολιτικού ρόλου


Προδημοσίευση άρθρου από το τεύχος 138 των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ).


Εισαγωγή

Στο ρευστό παγκόσμιο γεωπολιτικό περιβάλλον, οι τουρκικές επιλογές αποτελούν κατ’ εξοχήν παράγοντα αβεβαιότητας και αστάθειας. Σε αντίθεση με τους σχετικά σταθερούς φιλοδυτικούς στρατηγικούς προσανατολισμούς του κεμαλικού καθεστώτος μετά τον Β! Παγκόσμιο Πόλεμο, επί διακυβέρνησης Ερντογάν η Άγκυρα στοχεύει στη δραστική αναβάθμιση και διεύρυνση του περιφερειακού της ρόλου σε συνδυασμό με την επίτευξη γεωπολιτικής αυτονομίας. Προς τούτο δε, αφ΄ενός, έχει εργαλειοποιήσει το Ισλάμ, αφ’ ετέρου όμως, όλο και περισσότερο, υιοθετεί εθνοκεντρικά κριτήρια και μέσα. Συμπράττοντας κατά περίπτωση με τις εχθρικές ή προβληματικές υπό δυτικό πρίσμα – και κατά τα λοιπά διαχρονικά ανταγωνιστικές και της ίδιας της Τουρκίας – δυνάμεις Ρωσία, Κίνα, και Ιράν. Αλλά και καταβάλλοντας ταυτοχρόνως μέριμνα ώστε να αποφύγει την οικονομικά και γεωπολιτικά ιδιαίτερα επικίνδυνη – πιθανότατα καταστροφική – για τα τουρκικά συμφέροντα διάρρηξη των δεσμών της με τη Δύση. Προφανώς δε ανήσυχη και για τον αποκλεισμό της από περιφερειακές ενεργειακές και άλλες υπό δυτικό πρόσημο συσπειρώσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, επιδιώκει εδώ και αρκετό καιρό να βελτιώσει το κλίμα στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ και την ΕΕ, προσεγγίζοντας, μεταξύ άλλων, τα μέχρι πρότινος στο στόχαστρό της δυτικόστροφα καθεστώτα της Αιγύπτου και της Σαουδικής Αραβίας και το αποδιοπομπαίο Ισραήλ. 

Ι. Η διεθνοπολιτική τροχιά του Ερντογάν.  

Ενώ, αρχομένης της πολιτικής του σταδιοδρομίας, οι διεθνοπολιτικές επιλογές του πρωθυπουργού και εν συνεχεία προέδρου Ερντογάν έφεραν κατά κύριο λόγο τη σφραγίδα του δογματικού ισλαμισμού, ο Τούρκος ηγέτης μεταλλάχθηκε συν τω  χρόνω σε έμπρακτο θιασώτη ενός ωμού γεωπολιτικού ρεαλισμού. Στη μετάλλαξη δε αυτή αναμφίβολα συνέβαλαν, πέραν από τη σκληρή μαθητεία της άσκησης της εξουσίας, τόσον η αδήριτη γεωπολιτική πραγματικότητα, όσο και κρίσιμες πολιτικές εξελίξεις στο εσωτερικό της Τουρκίας.  Ειδικότερα:

Το εμβληματικό της αρχικής φάσης της ερντογανικής εξωτερικής πολιτικής «δόγμα Νταβούτογλου», ευρέως γνωστό και ως Νεοοθωμανισμός, ευαγγελίζετο «μηδενικά προβλήματα» με τους γείτονες της χώρας. Την ίδια όμως στιγμή διεκδικούσε για την Τουρκία «στρατηγικό βάθος» εκτεινόμενο στο μείζον τμήμα της πάλαι ποτέ οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στο πνεύμα δε αυτό, η Άγκυρα εμφανίσθηκε ως αυτόκλητος προστάτης, όχι μόνο των εκτός τουρκικών συνόρων ομοθρήσκων της μεγάλης πλειοψηφίας του τουρκικού πληθυσμού Σουνιτών, αλλά και των Μουσουλμάνων γενικότερα. Μεταξύ άλλων, καταγγέλλοντας την αιγυπτιακή ηγεσία ως διώκτη του Ισλάμ˙ αντιπαρατιθέμενη σε αντίπαλα κέντρα επιρροής επί του μουσουλμανικού κόσμου, όπως, κατ’ εξοχήν, η Σαουδική Αραβία˙ και διαρρηγνύοντας τις έως τότε αγαθές σχέσεις της με το Ισραήλ. 

Τον επεμβατισμό δε αυτόν τροφοδότησαν, διαφοροποιώντας όμως ουσιωδώς και τα κίνητρα και τις στοχεύσεις του, κρίσιμες διεργασίες στην εσωτερική τουρκική πολιτική σκηνή. 

Χαρακτηριστικές εν προκειμένω είναι οι επιπτώσεις του Κουρδικού: Το ναυάγιο, το 2015, των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων για τον τερματισμό της ένοπλης εξέγερσης του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος [ΡΚΚ], σε συνδυασμό με τις εξελίξεις στη Συρία και ειδικότερα με τις εκεί αμερικανικές επιλογές, είχε ως επακόλουθο να καταλάβει η Άγκυρα πλέον του 10%   του συριακού εδάφους για να αποτρέψει την ανάδυση επί των τουρκικών συνόρων κουρδικού κρατικού μορφώματος προσκείμενου προς το ΡΚΚ˙ με επακόλουθο την όξυνση της αντιπαράθεσής της με τη Δαμασκό, αλλά και την επιβάρυνση των σχέσεών της με τη σύμμαχο της Συρίας Ρωσία και με τους συμπράττοντες με τους Κούρδους των «Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων» (SDF) Αμερικανούς.

Ενώ κομβικής σημασίας για τους τουρκικούς διεθνείς προσανατολισμούς απεδείχθησαν επίσης το  αποτυχόν πραξικόπημα του Ιουλίου 2016 και οι επακολουθήσασες εκκαθαρίσεις. Καθώς ο πρόεδρος Ερντογάν, απαλλαγείς από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της δογματικής ισλαμικής Κίνησης Γκιουλέν και εξασφαλίσας τον έλεγχο των ενόπλων δυνάμεων, αλλά και πεισθείς, όπως όλα δείχνουν, ότι η απόπειρα ανατροπής του είχε τύχει κατ’ ελάχιστον της ανοχής του αμερικανικού παράγοντα, έτρεψε την τουρκική εξωτερική πολιτική προς εντονότερα εθνικιστική και συνάμα και πλέον αποκλίνουσα από τις αμερικανικές και νατοϊκές επιλογές κατεύθυνση. Προς την οποία ώθησε επιπροσθέτως η κοινοβουλευτική σύμπραξη του εκλογικά εξασθενημένου  κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης [ΑΚΡ] με το ακραίων τάσεων Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης [MHP].  

Γενικότερα δε, οι διεθνείς στοχεύσεις της Τουρκίας του Ερντογάν σφραγίζονται όλο και περισσότερο από ένα μίγμα εθνικισμού και «realpolitik», στην υπηρεσία μιας επεμβατικής εξωτερικής πολιτικής καθ΄ όλο το μήκος του τουρκικού γεωπολιτικού περιγύρου από τα Βαλκάνια, την Υπερκαυκασία, και την Κεντρική Ασία, έως τον μεσανατολικό χώρο, τη Βόρεια Αφρική και το Σαχέλ. Η  πραγμάτωση, όμως, των πιθανώς υπέρμετρων αυτών φιλοδοξιών προϋποθέτει αυξημένη στρατηγική αυτονομία έναντι των μεγάλων ευρωατλαντικών και ευρωασιατικών δυνάμεων, συναρτάται δε, αφενός, με τα διαθέσιμα στρατιωτικά, οικονομικά, και πολιτισμικά μέσα, και, αφετέρου, με το μεταλλασσόμενο διεθνές περιβάλλον.

ΙΙ. Τουρκική σκληρή και ήπια ισχύς.

Στρατιωτική ισχύς

Και ως προς μεν τη στρατιωτική ισχύ, η τουρκική ηγεσία επιδιώκει την ποσοτική και ποιοτική ενίσχυση  των Ενόπλων Δυνάμεων και, στο μέτρο του δυνατού, εξοπλιστική αυτάρκεια. Ενδεικτικά: το 2019, οι στρατιωτικές δαπάνες της γείτονος ανήλθαν, σύμφωνα με το έγκυρο SIPRI, στα 17.7 δις δολάρια ΗΠΑ. Με την τουρκική κυβέρνηση να προαναγγέλλει την περαιτέρω, επί ετήσιας βάσης, αύξησή τους. Ενώ παραλλήλως αναπτύσσει την εγχώρια πολεμική βιομηχανία, με έμφαση μάλιστα σε οπλικά συστήματα υψηλής τεχνολογίας. Πρωτίστως προς κάλυψη των εσωτερικών αναγκών και απεξάρτηση από εξωτερικές πηγές, αλλά αποβλέποντας και στην τόνωση των ήδη σημαντικών εξαγωγών  πολεμικού υλικού. Τούτο δε, όχι μόνο με οικονομικά κίνητρα, αλλά επίσης – και ίσως κυρίως – με γεωστρατηγικά. Όπως προκύπτει και από την καθοριστικής σημασίας χρησιμοποίηση τουρκικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών από τους Αζέρους κατά την πρόσφατη πολεμική τους σύγκρουση με τους Αρμενίους. 

Οικονομία

H τουρκική οικονομία, από την άλλη, μετά τις αρκετά εντυπωσιακές επιδόσεις της κατά την εικοσαετία που επακολούθησε την άνοδο του Ερντογάν στην εξουσία – σημείωσε ανάπτυξη της τάξης του 5% ετησίως κατά μέσον όρο, με το ΑΕΠ να ανέρχεται το 2020 στα 720.1 δισεκατομμύρια δολάρια –, εδώ και τρία χρόνια δοκιμάζεται από  μια χρηματοπιστωτική κρίση, η οποία έχει περιορίσει σημαντικά τα περιθώρια της διεθνοπολιτικής απεξάρτησης της Άγκυρας από τον δυτικό, ιδίως, παράγοντα. Χωρίς ωστόσο να αποστερεί από την τουρκική ηγεσία τη δυνατότητα να θέτει, και όχι ανεπιτυχώς, το οικονομικό όπλο – υπό την μορφή του εμπορίου, των επενδύσεων, των κατασκευαστικών εργασιών, και του επηρεασμού των επιτόπιων ελίτ – στην υπηρεσία των γεωπολιτικών της στόχων˙ σε συνδυασμό, όπου συντρέχει περίπτωση, και με την προσφυγή στις λοιπές μορφές ισχύος.

Ήπια ισχύς

Σε ό,τι αφορά, τέλος, στην ήπια ισχύ της Τουρκίας, ο απολογισμός είναι τουλάχιστον μικτός.  Η εργαλειοποίηση της θρησκευτικής και εθνοτικής συγγένειας – του Ισλάμ και του τουρκισμού – εν συνδυασμώ ή μεμονωμένως, ανάλογα με τις εκάστοτε τοπικές πραγματικότητες, προσφέρει στην Άγκυρα ισχυρό μοχλό  προώθησης της γεωπολιτικής της διείσδυσης σε ευρύ γεωγραφικό φάσμα – περιλαμβάνον μεταξύ άλλων και την Κοινοτική Ευρώπη, χάρις στους εκεί εγκατεστημένους πέντε εκατομμύρια Τούρκους. 

Ωστόσο, ο αυταρχισμός του τουρκικού καθεστώτος – οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η φίμωση του τύπου, οι διώξεις των αντιφρονούντων –  αμαυρώνουν την εικόνα της Τουρκίας, στον δυτικό κυρίως χώρο. Ενώ οι έντονες κινεζικές αντιδράσεις στην τουρκική συμπαράσταση προς τους τουρκογενείς και μουσουλμάνους Ουιγούρους της Σιντζιάνγκ, και η αναδίπλωση της Άγκυρας, καταδεικνύουν τα όρια της αποδοτικότητας της τουρκικής ήπιας ισχύος. 

Κατά τα λοιπά, τις τουρκικές γεωπολιτικές βλέψεις ευνοεί, μέχρις ενός σημείου, η μετεξέλιξη του διεθνούς συστήματος από τον αμερικανικό ηγεμονικό μονοπολισμό προς έναν ιδιόμορφο πολυπολισμό, δυνάμει του οποίου, ναι μεν οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο ισχυρότερος πόλος, πλην όμως και άλλες μεγάλες δυνάμεις, παγκόσμιου ή περιφερειακού βεληνεκούς,  διαδραματίζουν αναβαθμισμένο ρόλο. Ενώ τόσο η μετατόπιση του κέντρου βάρους της παγκόσμιας αμερικανικής πολιτικής προς τον Ινδο-ειρηνικό, όσο και η συνεχιζόμενη διεθνοπολιτική υποτονία της Κοινοτικής Ευρώπης, προσφέρουν στην Άγκυρα αυξημένες δυνατότητες ελιγμού μεταξύ Δύσης και μεγάλων ευρωασιατικών δυνάμεων. 

ΙΙΙ. Παράμετροι της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.

Α. Σχέσεις με Δύση.

Η Τουρκία παραμένει μέλος της Ατλαντικής Συμμαχίας και υποψήφια για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τούτου λεχθέντος, κατά την τελευταία εικοσαετία οι σχέσεις της με τη Δύση έχουν εμφανώς επιδεινωθεί. Κυρίως συνεπεία τουρκικών διεθνοπολιτικών επιλογών. 

Στη Συρία, στη Λιβύη, και στο Αζερμπαϊτζάν, επί παραδείγματι, και βέβαια σε σχέση με το Κυπριακό και τα ελληνοτουρκικά, οι τουρκικοί χειρισμοί έρχονται συχνά σε ευθεία αντίθεση με τις θέσεις του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, ή με τα συμφέροντα επί μέρους κρατών-μελών τους. Πρωτίστως δε στην Κοινοτική Ευρώπη, αλλά και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ο αυταρχισμός του ερντογανικού καθεστώτος αποτελεί πηγή προβληματισμού και κατά περίπτωση και αντικείμενο επίσημης κριτικής.  

Πολλοί ωστόσο στον δυτικό κόσμο εξακολουθούν να βλέπουν την Άγκυρα ως οικονομικό εταίρο, χρήσιμο συνομιλητή για τον χειρισμό κρίσεων στον τουρκικό γεωπολιτικό περίγυρο, και βασικό παράγοντα για την αντιμετώπιση του μεταναστευτικού˙ και να ανησυχούν για τον κίνδυνο να αποξενωθεί πλήρως από τη Δύση προς όφελος των αντιπάλων της τελευταίας. Ενώ και η τουρκική ηγεσία από την πλευρά της, χωρίς να εγκαταλείπει την επιδίωξη αυξημένης γεωπολιτικής αυτονομίας, διαμηνύει με κάθε ευκαιρία τη βούλησή της να διατηρήσει τους δεσμούς της με τους Αμερικανούς και τους κοινοτικούς Ευρωπαίους. Και συνεπώς, το πιθανότερο είναι οι δεσμοί αυτοί, να συνεχίσουν μεν να δοκιμάζονται, χωρίς όμως και να διαρραγούν. Αναλυτικότερα:

Τουρκοαμερικανικές σχέσεις

Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Λευκού Οίκου, κατά τη συνάντηση του με τον Τούρκο ομόλογό του στις 31 Οκτωβρίου ε.έ., επ΄ευκαιρία της Συνόδου Κορυφής της G-20, «ο πρόεδρος Μπάιντεν εξέφρασε την εκτίμησή του για τη σχεδόν επί δύο δεκαετίες συμβολή της Τουρκίας στην αποστολή του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν» και «επιβεβαίωσε την αμυντική μας εταιρική σχέση και τη σημασία της Τουρκίας ως νατοϊκού συμμάχου», αλλά και «διατύπωσε ανησυχίες για την κατοχή από την Τουρκία του ρωσικού πυραυλικού συστήματος S-400» και «τόνισε επίσης τη σημασία των ισχυρών δημοκρατικών θεσμών, τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και του κράτους δικαίου για τη ειρήνη και την ευημερία».  Οι             επισημάνσεις δε αυτές του Αμερικανού προέδρου συνοψίζουν επιγραμματικά το τουρκικό δίλημμα της Ουάσιγκτον. Ήτοι την ανάγκη, να διατηρηθεί μεν η Τουρκία εντός του αμερικανικού-νατοϊκού γεωπολιτικού χώρου, αλλά συγχρόνως να περισταλούν ενέργειές της ασύμβατες με στρατηγικά αμερικανικά συμφέροντα ή προσκρούουσες στις δημοκρατικές ευαισθησίες σημαντικού τμήματος της αμερικανικής κοινής γνώμης και των εκπροσώπων του στο Κογκρέσο. 

Εξ ου η οξύτητα της τουρκοαμερικανικής διένεξης περί την αγορά από την Άγκυρα ρωσικού στρατιωτικού υλικού. Μια τουρκική επιλογή που έχει προσλάβει και για τις δύο πλευρές, πέραν της στενότερα στρατιωτικής της πτυχής – της ασυμβατότητάς της με τις νατοϊκές προδιαγραφές – έντονο συμβολικό χαρακτήρα. Με την μεν Ουάσιγκτον να την εισπράττει ως αμφισβήτηση του δυτικού προσανατολισμού της Τουρκίας, την δε τουρκική ηγεσία να τη βλέπει ως επιβεβαίωση της στρατηγικής της αυτονομίας και της δυνατότητας να ελίσσεται, ανάλογα με τα εκάστοτε συμφέροντά της, μεταξύ των παγκόσμιων δυνάμεων. 

Χωρίς, ωστόσο, μια ακραία κλιμάκωση της αντιπαράθεσης αυτής να φαίνεται πιθανή. Και τούτο διότι, η μεν αμερικανική πλευρά ανησυχεί για το ενδεχόμενο η Τουρκία να συσφίγξει περαιτέρω τις σχέσεις της  με τη Ρωσία και την Κίνα˙ αλλά και προσβλέπει στη σύμπραξη, ή, κατά περίπτωση, συγκράτηση του τουρκικού παράγοντα, σε ό,τι αφορά, πέραν του μνημονευθέντος από τον πρόεδρο Μπάιντεν Αφγανικού, σε ένα πολύ ευρύτερο φάσμα αμερικανικών γεωπολιτικών συμφερόντων στον ευρωπαϊκό, κεντροασιατικό, και μεσανατολικό χώρο. Ο δε πρόεδρος Ερντογάν, με την τουρκική οικονομία υπό δοκιμασία και εν όψει δύσκολων βουλευτικών και προεδρικών εκλογικών αναμετρήσεων το μεθεπόμενο έτος, φυσικό είναι να προσπαθεί να αποτρέψει την επαπειλούμενη επιβολή από την Ουάσιγκτον πρόσθετων –  πέραν των ήδη επιβληθεισών επί προεδρίας Τραμπ – κυρώσεων˙ ενώ πιθανότατα απεύχεται να γίνει όμηρος των λυκοφιλιών του με τη Μόσχα και το Πεκίνο. Εν πάση δε περιπτώσει, κατά τη σύνταξη του παρόντος, οι εκατέρωθεν προσπάθειες  για την εξεύρεση μιας συναινετικής λύσης του αδιεξόδου συνεχίζονται.

Ευρωτουρκικές σχέσεις

Οι διεθνοπολιτικές επιλογές του Τούρκου προέδρου έχουν λειτουργήσει πολωτικά και ως προς τις ευρωτουρκικές σχέσεις. 

Η προσπάθεια της Άγκυρας, διευρύνοντας τις παλαιότερες ενεργειακές της βλέψεις στον αιγαιακό και κυπριακό χώρο, να εξασφαλίσει την μερίδα του λέοντος των ενεργειακών πόρων και της Ανατολικής Μεσογείου γενικότερα, αναπόφευκτα προκάλεσε τις αντιδράσεις των άμεσα πληττομένων κοινοτικών χωρών. Οι οποίες, με την Αθήνα και τη Λευκωσία ευνοήτως στη διπλωματική πρωτοπορία, καλούν την ΕΕ να εξαναγκάσει την τουρκική ηγεσία, μεταξύ άλλων με την επιβολή κυρώσεων, σε συμμόρφωση με τη διεθνή έννομη τάξη. Συγχρόνως δε πλείονα κράτη της περιοχής, μέλη και μη της Κοινοτικής Ευρώπης, συμπράττουν εκτός κοινοτικού πλαισίου για να προστατεύσουν τα θιγόμενα από τις τουρκικές βλέψεις και ενέργειες εθνικά ενεργειακά και γεωπολιτικά τους συμφέροντα.

Tόσο μάλλον που η ανάσχεση του τουρκικού αυτού επεκτατισμού μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης προσκρούει μέχρι στιγμής σε αγεφύρωτες διαφωνίες μεταξύ εταίρων. (Κάτι, ειρήσθω εν παρόδω, διττώς απογοητευτικό, στο μέτρο που αναδεικνύει και τη γενικότερη δυσλειτουργία της ευρωπαϊκής κοινής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής.) Ενώ δηλαδή ορισμένα κράτη-μέλη, με προεξάρχουσα τη Γαλλία – η οποία, σημειωτέον, αντιμετωπίζει την Τουρκία του Ερντογάν κατά κύριο λόγο ως αναδυόμενο αμφισβητία της παραδοσιακής αφρο-μεσογειακής της επιρροής –  συντάσσονται με τις ελληνικές και κυπριακές προτάσεις, ουκ ολίγοι άλλοι εταίροι, μεταξύ των οποίων και η Γερμανία, τις αντιμετωπίζουν τουλάχιστον επιφυλακτικά˙ δίνοντας σαφώς το προβάδισμα, τόσο στην ανθούσα οικονομική συνεργασία τους με τους Τούρκους,  όσο και στη σύμπραξη με την Άγκυρα για την αντιμετώπιση  του κινδύνου γιγάντωσης, συνεπεία της αφγανικής κρίσης, των ήδη πιεστικών μεταναστευτικών ροών προς Ευρώπη μέσω Τουρκίας.  

Πέραν όμως της προσφυγής σε «κυρώσεις με δόντια» - αμφίβολης άλλωστε αποτελεσματικότητας – οι Βρυξέλλες δεν διαθέτουν ουσιαστικό μέσο πειθαναγκασμού της τουρκικής ηγεσίας. Ειδικότερα, η πλήρης ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ έχει παύσει από μακρού να λειτουργεί ως δέλεαρ, με τον Γάλλο πρόεδρο  να την έχει ρητώς αποκλείσει και την προγραμματική συμφωνία της υπό συγκρότηση τη στιγμή αυτή νέας γερμανικής κυβέρνησης να προβλέπει την αναστολή των σχετικών διαπραγματεύσεων. Ενώ για λόγους μεγέθους, πολιτισμικούς, και αξιακούς, ουδέποτε η προοπτική πραγμάτωσης της ένταξης αυτής υπήρξε ρεαλιστική.  Ως εκ τούτου δε, και οι δύο πλευρές δείχνουν να επικεντρώνονται πλέον στον ευκολότερο στόχο της ολοκλήρωσης της ευρωτουρκικής Τελωνειακής Ένωσης του 1995 – καθ’ ό βέβαια μέτρον το γενικότερο ευρωτουρκικό κλίμα το επιτρέπει. (Η χώρα μας, επί παραδείγματι, έχει ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή την αναστολή της εν λόγω συμφωνίας.) 

Β. Η ευρασιατική διάσταση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής

Μείζονος σημασίας μετεξέλιξη της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής κατά την ύστερη κυρίως φάση της διακυβέρνησης Ερντογάν είναι και η στροφή προς Ευρασία. Με διττή επιδίωξη, τη διεύρυνση της περιφερειακής επιρροής της Τουρκίας και την εξισορρόπηση των δεσμών της με τη Δύση.  Στη γραμμή δε αυτή, η Άγκυρα συμμετέχει, από κοινού με τη Μόσχα και το  Πεκίνο, στην Οργάνωση Συνεργασίας Σαγκάης [SCO] – προς το παρόν με την ιδιότητα του «Συνομιλητού Εταίρου» [Dialogue Partner] –, και, ως ιδρυτικό μέλος, στην Οργάνωση Τουρκικών Κρατών˙ και αναβαθμίζει τις διμερείς σχέσεις της με τη Ρωσία και την Κίνα. Σχέσεις οι οποίες συνδυάζουν την πολύπλευρη συνεργασία με έναν υποβόσκοντα ανταγωνισμό. 

Ρωσοτουρκικές σχέσεις.

Στο θετικό για την Τουρκία  σκέλος του ισοζυγίου των σχέσεών της με τη Ρωσία, ειδικότερα, περιλαμβάνονται: ο αγωγός Turk Stream˙ η κατασκευή από τους Ρώσους ενός πρώτου πυρηνικού σταθμού παραγωγής ενέργειας, που προβλέπεται να λειτουργήσει το 2023 και να ακολουθηθεί από άλλους δύο˙ η αγορά και μερική συμπαραγωγή ρωσικών οπλικών συστημάτων (των επίμαχων αντιαεροπορικών πυραύλων συμπεριλαμβανομένων)˙ και η δρομολογηθείσα προ τετραετίας στην πρωτεύουσα του Καζακστάν, με συμμετοχή και του Ιράν, ρωσοτουρκική προσπάθεια ειρήνευσης στη Συρία.

Από την άλλη, όμως, όχι μόνο στη Συρία, αλλά και στην Ουκρανία, στην Υπερκαυκασία, στη Λιβύη, και σε σχέση με τα ελλληνοτουρκικά και το κυπριακό, οι δύο χώρες στηρίζουν αντιμαχόμενες πλευρές. Σε αντίθεση δε με το ΝΑΤΟ, η Μόσχα αρνείται να χαρακτηρίσει το ανάθεμα για τους Τούρκους ΡΚΚ τρομοκρατική οργάνωση.

Εις τρόπον ώστε, Τούρκοι και Ρώσοι δίνουν την εντύπωση ότι συμφωνούν να διαφωνούν˙  αποβλέποντας στην    εργαλειοποίηση των μεταξύ τους σχέσεων, οι μεν πρώτοι για να εκβιάζουν τη Δύση, οι δε τελευταίοι για να αποσπάσουν την Τουρκία από αυτήν. 

Σινοτουρκικές σχέσεις

Λόγω γεωγραφίας και προϊστορίας, οι σινοτουρκικές σχέσεις στερούνται του εύρους των ρωσοτουρκικών. Και μολονότι  υπό την πίεση γεωπολιτικών και οικονομικών υπολογισμών σημειώνουν τελευταία σημαντική ανάπτυξη, κατατρύχονται εκατέρωθεν από καχυποψία. Παράδειγμα της αντιφατικότητας αυτής παρέχει η διέλευση του κινεζικού εγχειρήματος «Μία Ζώνη και Ένας Δρόμος» και του παραπλήσιας έμπνευσης τουρκικού «Μέσου Διαδρόμου» από την ίδια περίπου κεντροασιατική περιοχή. Με την Άγκυρα και το Πεκίνο να επιχειρούν την εναρμόνιση των παράλληλων αυτών εγχειρημάτων, αποσκοπώντας όμως συγχρόνως στην εξασφάλιση αντίστοιχης ζώνης εθνικής επιρροής.  Αλλά και γενικότερα και οι δύο πρωτεύουσες δείχνουν ότι, παρά τις διαφορές τους, επιθυμούν τη σύσφιγξη των σχέσεών τους. Όπως  προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τη συνεργασία τους για την καταπολέμηση του κορωνοϊού και από τις προσπάθειες που καταβάλλουν για τον συντονισμό της αφγανικής πολιτικής τους. Παρά ταύτα, θα ήταν σφάλμα να υποτιμηθεί ο αρνητικός αντίκτυπος στις σχέσεις αυτές, τόσο του Ουϊγουρικού – ζωτικής σημασίας για την κινεζική πλευρά και ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για την τουρκική λόγω ερντογανικού εθνο-θρησκευτικού ιδεολογήματος – όσο, κυρίως, της απροθυμίας της τουρκικής ηγεσίας να διαφοροποιηθεί πέραν ενός σημείου από Ουάσιγκτον και ΝΑΤΟ. 

Συμπερασματικώς: παρά τη σημαντική ανάπτυξη των ρωσοτουρκικών και σινοτουρκικών σχέσεων, τεκτονικές αλλαγές στη  θέση της Τουρκίας μεταξύ Δύσης και Ευρασίας δεν διαφαίνονται.

Γ. Τουρκική πολιτική σε ευρύτερη Μέση Ανατολή και Υποσαχάρια Αφρική

Η ευρύτερη Μέση Ανατολή είναι ο χώρος στον οποίο, κατά την πρώιμη περίοδο της διακυβέρνησής του, ο Ερντογάν επένδυσε κατ’ εξοχήν  τις εξουσιαστικές του φιλοδοξίες˙ συζευγνύοντας τον θρησκευτικό με τον οικονομικό και στρατιωτικό μοχλό σε μια προσπάθεια ανάδειξης της Τουρκίας σε ηγέτιδα δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου. Ταχέως όμως η προσπάθεια αυτή αποδείχθηκε αντιπαραγωγική. Χαρακτηριστική η περίπτωση της Συρίας, όπου η εξασθένιση του καθεστώτος Ασάντ, πρωτοστατούσης της Άγκυρας, είχε ως συνέπεια την ανάδυση επί των τουρκικών συνόρων ενός κουρδικού κρατικού μορφώματος. Ενώ η ρήξη με τη Σαουδική Αραβία, την Αίγυπτο, και το Ισραήλ πυροδότησε βλαπτικές για τα τουρκικά στρατηγικά και ενεργειακά συμφέροντα περιφερειακές συσπειρώσεις –  με ευρωπαϊκή μάλιστα και αμερικανική εμπλοκή, κρατική και ιδιωτική. 

Εξ ου και η μεταστροφή της Άγκυρας υπέρ της διατήρησης της ενότητας της Συρίας, παρά τις πάντοτε τεταμένες σχέσεις της με τη Δαμασκό. Αλλά και τα ανοίγματά της προς Ριάντ, ‘Αμπου Ντάμπι, και Κάϊρο. Και ακόμη και προς το Ισραήλ˙ την αποκατάσταση όμως των σχέσεών της με το οποίο δυσχεραίνει – και πιθανώς, επί του παρόντος τουλάχιστον, καθιστά ανέφικτη – η άτεγκτη τοποθέτηση της τουρκικής πλευράς επί του Παλαιστινιακού.

Ενώ μία σχετικώς νέα διάσταση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής είναι η αύξουσα τουρκική παρουσία στην Υποσαχάρια Αφρική – στο υπό ευρεία έννοια Σαχέλ. Και ειδικότερα στο Κέρας και στη δυτική πλευρά της ηπείρου. Με κίνητρο την προβολή της ερντογανικής εκδοχής του Ισλάμ και την καταπολέμηση των αμφισβητιών της, αλλά κυρίως την τουρκική οικονομική και, σε μικρότερη κλίμακα, στρατιωτική παρουσία. Με  την αφρικανική, όμως, αυτή τουρκική εξόρμηση, καθ’ ό μέτρον διεξάγεται σε πρώην γαλλικό αποικιακό χώρο, να προκαλεί τις ζωηρές αντιδράσεις του Παρισιού. Τόσο μάλλον που η Άγκυρα αναμοχλεύει  προς όφελός της τις όποιες δυσαρέσκειες των τοπικών πληθυσμών έναντι της πρώην αποικιακής δύναμης.  

IV. Επίμετρον

Η ώρα για τον συνολικό απολογισμό της κυβερνητικής θητείας Ερντογάν δεν έφθασε ακόμη. Όπως πρόωρες είναι και οι προβλέψεις για τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στη γείτονα. Με αρκετή όμως βεβαιότητα μπορεί ήδη να προεξοφληθεί  ότι, όποιοι και αν είναι οι αυριανοί πηδαλιούχοι της τουρκικής εξωτερικής  πολιτικής, η γραμμή πλεύσης της Άγκυρας – μεταξύ άλλων και έναντι της χώρας μας – θα παραμείνει ως προς τα μείζονα αμετάβλητη. Τουλάχιστον αν κρίνει κανείς από τις τοποθετήσεις των κύριων αντιπολιτευτικών δυνάμεων. Οι οποίες, εστιάζοντας την κριτική τους στον αυταρχισμό και στην οικονομική πολιτική του προέδρου, τον συναγωνίζονται και συχνά τον υπερακοντίζουν σε επιθετικό εθνικισμό. Οδηγώντας τον μάλιστα αμυνόμενο στο οξύμωρο, να περιβληθεί και αυτός, ο κεκηρυγμένος ισλαμιστής, τον μανδύα του κεμαλικού μεγαλοϊδεατισμού.