Tuesday, April 25, 2017

ΕΥΡΩΚΑΤΑΣΤΡΟΦΟΛΟΓΙΑ, ΕΥΡΩΟΥΤΟΠΙΣΜΟΣ, ΚΑΙ ΕΥΡΩΡΕΑΛΙΣΜΟΣ

Εξήντα χρόνια μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Ρώμης, η Κοινοτική Ευρώπη διέρχεται μια ακόμη υπαρξιακή δοκιμασία - με τις Κασσάνδρες να προεξοφλούν την επικείμενη διάλυσή της· και με ορισμένους από τους θιασώτες της να αισιοδοξούν ότι η κρίση θα αποδειχθεί εφαλτήριο για μια θεαματική αναβάθμισή της. Το πιθανότερο ωστόσο είναι ότι και οι δύο αυτές εκδοχές του ευρωενωσιακού μέλλοντος θα διαψευσθούν εκ των πραγμάτων. Διότι ενώ, από τη μια, το επικρατούν στον ευρωπαϊκό χώρο πολιτικό κλίμα καθιστά ουτοπική τυχόν απόπειρα επιστροφής στις ομοσπονδιάζουσες ρίζες του κοινοτικού εγχειρήματος, από την άλλη, η σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση, με όλες της τις αδυναμίες, παρουσιάζει ήδη αρκετό ενδιαφέρον για αρκετούς εντός και εκτός των κόλπων της, ώστε να μην αφεθεί να καταρρεύσει.
Προς στιγμήν το Μπρέξιτ έδωσε την εντύπωση ότι  αποτελεί την απαρχή της ραγδαίας αποδόμησης του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Η ανάγνωση όμως αυτή δεν επαληθεύθηκε από τις έκτοτε εξελίξεις. Οι αντιευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις στην Αυστρία και Ολλανδία, παρά την αύξηση της εκλογικής τους επιρροής τους, επέτυχαν τελικώς να κατακτήσουν την κυβερνητική εξουσία. Ενώ το πιθανότερο είναι ότι και στη Γαλλία την μεθεπόμενη Κυριακή πρόεδρος της δημοκρατίας θα αναδειχθεί ο ευρωπαϊστής Μακρόν. (Στην απίθανη περίπτωση της επικράτησης της κυρίας Λεπέν, η ΕΕ θα υποστεί αναμφίβολα μείζονα δοκιμασία· χωρίς ωστόσο να μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο η ηγέτης του Εθνικού Μετώπου, κατά το προηγούμενο του κ. Τραμπ, ως πρόεδρος να απομακρυνθεί στην πράξη από ορισμένες, εν πολλοίς ανεδαφικές, αντιευρωπαϊκές προεκλογικές της θέσεις.) Και πάντως, στην καθοριστικής σημασίας Γερμανία και τα δύο μεγάλα κόμματα παραμένουν προσηλωμένα στη φιλοευρωπαϊκή τους ιδεολογία.
Από την άλλη, ορισμένοι ένθερμοι ευρωπαϊστές – ανήκοντες κυρίως στους ηγετικούς κύκλους της κοινοτικής γραφειοκρατίας – θεώρησαν ότι η αποχώρηση των ανέκαθεν  ευρωσκεπτικιστών Βρετανών από την Ευρωπαϊκή Ένωση προσφέρει ευπρόσδεκτη ευκαιρία για την επανενεργοποίηση της διαδικασίας ευρωπαϊκής ενοποίησης. Δοθέντος δε ότι η κραυγαλέα ανομοιογένεια των παραμενόντων είκοσι επτά εταίρων αποκλείει, στο ορατό τουλάχιστον μέλλον, τη συσσωμάτωσή τους σε συνεκτικό ενιαίο σύνολο, προβάλλουν ως λύση την Ευρώπη των «πολλαπλών ταχυτήτων» – ήτοι την αποφασιστική προώθηση της ενοποιητικής διαδικασίας σε επί μέρους τομείς από τα κράτη μέλη τα διατεθειμένα και ικανά κατά περίπτωση να συμπράξουν. Με τη «Λευκή Βίβλο για το Μέλλον της Ευρώπης» που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε την 1η Μαρτίου 2017 στη Σύνοδο Κορυφής της Ρώμης και τις προτάσεις της Υπάτης Εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας κυρίας Μογκερίνι, μεταξύ άλλων, να κινούνται στο πνεύμα αυτό. 
Πρόκειται ωστόσο για ευσεβείς μάλλον πόθους παρά για ρεαλιστική προοπτική. Όπως όλα δείχνουν, οι ενισχυμένες συνεργασίες θα περιορισθούν στις κατ’ ουσίαν δύο ήδη από καιρού υφιστάμενες – την Ευρωζώνη και στη Συνθήκη Σένγκεν - με μια περιορισμένη, στην καλύτερη περίπτωση, εντατικοποίηση των σχετικών προσπαθειών. Ενώ, στον τομέα της άμυνας, όχι μόνο οι παλαιότερες φιλοδοξίες του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Γιούνκερ για συγκρότηση «ευρωπαϊκού στρατού» φαντάζουν υπέρποτε άλλοτε εξωπραγματικές, αλλά και οι λιγότερο φιλόδοξες στοχεύσεις της κυρίας Μογκερίνι θα αποδειχθούν κατά πάσαν πιθανότητα εν πολλοίς ανέφικτες. Τοσούτω μάλλον, καθόσον η έξοδος από  την ΕΕ του Ηνωμένου Βασιλείου, ήτοι της στρατιωτικά ισχυρότερης κοινοτικής χώρας και μιας εκ των δύο πυρηνικών δυνάμεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – η άλλη είναι ως γνωστόν η Γαλλία – δυσχεραίνει ακόμη και τη συνέχιση της μέχρι τούδε λίαν περιορισμένης, επιλεκτικής κοινοτικής στρατιωτικής συνεργασίας. Ενώ η Γερμανία, ο μόνος κοινοτικός εταίρος ικανός να συγκροτήσει ένοπλες δυνάμεις υπερκαλύπτουσες το κενό που δημιουργεί το Μπρέξιτ, δείχνει άκρως απρόθυμη να το πράξει. Με τη κοινή της γνώμη να διατελεί ακόμη υπό την επήρεια των τραυματικών εμπειριών του χιτλερικού παρελθόντος. Αλλά κυρίως, ίσως, δια τον φόβον των διεθνών αντιδράσεων εντός και εκτός Κοινοτικής Ευρώπης.
***
Κατά τα λοιπά, μια ψύχραιμη θεώρηση πείθει ότι έστω και υπό την παρούσα ατελή της μορφή η Ευρωπαϊκή Ένωση εξυπηρετεί σημαντικότατα συμφέροντα των κρατών μελών της· είτε πρόκειται για την ενιαία αγορά, είτε για το κοινό νόμισμα, είτε για τη συντονισμένη αντιμετώπιση της λαθρομετανάστευσης και της τρομοκρατίας, είτε για την εναρμόνιση των νομοθεσιών και τη συνεργασία στην καταπολέμηση του κοινού εγκλήματος και στην προστασία περιβάλλοντος. Ενώ τουλάχιστον ίσης σημασίας είναι και η γεωπολιτική της διάσταση: Στο ταραχώδες  και συχνά απρόβλεπτο παγκόσμιο γίγνεσθαι, η παρουσία της ΕΕ αποτελεί καθοριστική συμβολή, αφ’ ενός, στη διατήρηση της ευστάθειας και συνοχής ενός εκ των δύο πυλώνων του ευρω-ατλαντικού κόσμου, και, αφ’ ετέρου, στη σύμπραξη των δύο ακτών του Ατλαντικού.
Είναι δε ευτύχημα ότι, παρά κάποιες προβληματίζουσες αντιευρωπαϊκές, ου μην αλλά και αντινατοϊκές, προεκλογικές κυρίως, τοποθετήσεις του, ο πρόεδρος Τραμπ, ακολουθούμενος από τους κυριότερους συνεργάτες του, ευθέως αναγνωρίζει πλέον τη ζωτική σημασία των ευρω-αμερικανικών σχέσεων, τόσο σε διμερές επίπεδο, όσο και στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Ενώ καθησυχαστικό είναι και το ότι οι σχέσεις αυτές δεν έχουν ποσώς τραυματισθεί από τις ανεπίτρεπτα ανοίκειες φραστικές επιθέσεις ορισμένων Ευρωπαίων αξιωματούχων κατά του προσώπου του νέου Αμερικανού προέδρου. (Κάτι που, εκτός των άλλων, μάλλον πιστοποιεί το ελλιπές διεθνές βάρος των εν λόγω αξιωματούχων…)
Βέβαια, το γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό εκτόπισμα της χαλαρής και στρατιωτικά ασθενούς σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης υπολείπεται μεγάλως του δυνητικού – δηλαδή του εφικτού υπό την προϋπόθεση μιας συνεκτικής κοινοτικής συσσωμάτωσης – δυναμικού της. Ωστόσο, χάρις κυρίως στην «ήπια ισχύ» του – διπλωματική, οικονομική, και αξιακή – ο ευρωπαϊκός παράγων καλείται να επωμισθεί τον κύριο σταθεροποιητικό ρόλο στον πάντοτε ανήσυχο βαλκανικό χώρο· και να συμπράξει με την αμερικανική ισχύ, συνηγορώντας συγχρόνως υπέρ της σώφρονος, λελογισμένης χρησιμοποίησής της, στο ευρύ φάσμα των κοινών συμφερόντων και ανησυχιών Ευρωπαίων και Αμερικανών: στην Ανατολική Ευρώπη, στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, στην Κεντρική Ασία, και στην περιοχή της Άπω Ανατολής και του Ειρηνικού. Με ιδιαίτερη έμφαση αυτή τη στιγμή στη διαμόρφωση κοινής γραμμής με την Ουάσιγκτον στο Ουκρανικό -  προκειμένου μεταξύ άλλων να ματαιωθεί η πάγια, από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, επιδίωξη της Μόσχας να διασπάσει τη Δύση - και στην αντιμετώπιση της βαρβαρότητας του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία και το Ιράκ.
***
Τα ευρωενωσιακά δρώμενα παρουσιάζουν αυτονόητο ενδιαφέρον και για τη χώρα μας. Η συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πέραν της συνήθως αναδεικνυόμενης στον τρέχοντα πολιτικό διάλογο οικονομικής της πτυχής, προσφέρεται και ως σημαντικό μέσο ενίσχυσης της διεθνούς θέσης της χώρας. Ειδικότερα, η Ελλάδα οφείλει να συμμετέχει δυναμικά στις όποιες παρούσες και μέλλουσες ενδοκοινοτικές συσπειρώσεις – στον «σκληρό πυρήνα» μιας Ευρώπης «μεταβλητής γεωμετρίας» - προκειμένου, πέραν του να συνδιαμορφώνει τις κοινοτικές αποφάσεις, με την παρουσία της και μόνο να ισχυροποιεί τη θέση της στους διεθνείς συσχετισμούς.
Διαπράττουμε όμως επικίνδυνο σφάλμα όταν προσβλέπουμε σε οφέλη που εκ των πραγμάτων η Κοινοτική Ευρώπη αδυνατεί να παράσχει. Η ευρωενωσιακή μας ιδιότητα δεν είναι πανάκεια. Η ΕΕ δεν είναι υποκατάστατο του εθνικού μας κράτους. Υπό την παρούσα μορφή της - εν απουσία δηλαδή της συγκολλητικής ουσίας ενός ευρωπαϊκού πατριωτισμού - ούτε την εθνική μας άμυνα και ασφάλεια κατοχυρώνει, ούτε γενικότερα προσφέρει τη γενναία εκείνη αλληλεγγύη, οικονομική και άλλη, που απορρέει από τη συνείδηση κοινής μοίρας και πεπρωμένων. Αποτελεί ένα σημαντικό πυλώνα μιας ολοκληρωμένης ελληνικής εθνικής στρατηγικής – ασφαλώς όμως όχι τον μόνο.

Tuesday, April 18, 2017

ΑΠΟΚΡΥΠΤΟΓΡΑΦΩΝΤΑΣ ΤΑ ΤΟΥΡΚΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ


Το τουρκικό δημοψήφισμα της περασμένης Κυριακής έδωσε λαβή σε χείμαρρο αντιφατικών αναγνώσεων - με το ενδιαφέρον στον ευρωατλαντικό ειδικότερα χώρο να εστιάζεται πρωτίστως, και συχνά αποκλειστικά, στις τύχες της «δημοκρατίας» στη γείτονα. Ωσάν το τουρκικό πολίτευμα, από ιδρύσεως του νεότερου τουρκικού κράτους από τον Κεμάλ, να υπήρξε ποτέ δημοκρατικό με τη Δυτική έννοια του όρου. Είτε επί κυριαρχίας των στρατιωτικών, είτε μετά την ανάληψη της εξουσίας από το πολιτικό Ισλάμ.
Επαναλαμβάνουν δηλαδή οι Δυτικοί σχολιαστές σε σχέση με την Τουρκία το σφάλμα που κατά κανόνα διαπράττουν και ως προς άλλες εκτός Δυτικού πολιτικού πολιτισμού χώρες. Αξιολογούν τα πολιτικά καθεστώτα με κριτήρια ξένα προς τη φύση των κοινωνιών που τα εκτρέφουν και στηρίζουν. Με επακόλουθο τη συσκότιση της ουσίας των εκάστοτε πραγματικών διακυβευμάτων. Τα οποία στην τουρκική περίπτωση συνίστανται, αφ’ ενός, στη σταθερότητα εντός του κράτους, και, αφ’ ετέρου, στους εξωτερικούς του προσανατολισμούς.  
Και ως προς μεν το πρώτο, το πιθανότερο είναι ότι η επικράτηση του χαρισματικού και θεληματικού προέδρου Ερντογάν θα δυσχεράνει περαιτέρω, τόσο τις αποσχιστικές προσπάθειες των Κούρδων του ΡΚΚ, όσο και τις τρομοκρατικές δραστηριότητες των ακραίων Ισλαμιστών. Ενώ, σε μια κοινωνία της οποίας θρησκεία και εθνικισμός συγκροτούν τους δύο ισχυρότερους πυλώνες, η συμμαχία μεταξύ του ισλαμογενούς κυβερνητικού Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης και των κεμαλικών του Εθνικιστικού Κινήματος (ΜΗΡ) – αναβίωση, σε κάποιο βαθμό, του επί στρατιωτικού καθεστώτος ισλαμοεθνικισμού του μακαρίτη Οζάλ, τώρα όμως  με τους ισλαμιστές στο τιμόνι – προσφέρει κρίσιμη στήριξη στο υπό διαμόρφωση προεδρικό καθεστώς.
Μεγαλύτερη αβεβαιότητα περιβάλλει αυτή τη στιγμή τις εξωτερικές επιλογές του Τούρκου προέδρου. Η κριτική που πλείονες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν ασκήσει προσωπικώς στον κ. Ερντογάν εξ αφορμής του δημοψηφίσματος και οι αμετροεπείς, έως κατάφορα προσβλητικές, αντιδράσεις του ιδίου έχουν επί του παρόντος επιβαρύνει σοβαρά το ευρωτουρκικό κλίμα. Χωρίς ουδόλως να αποκλείεται, όμως, τα μερικώς συγκλίνοντα συμφέροντα της Τουρκίας και των κύριων ευρωπαϊκών δυνάμεων σε μια σειρά από μείζονος σημασίας και για τις δύο πλευρές θέματα - Συριακό και Μεσανατολικό γενικότερα, μεταναστευτικό, εμπορικές και ενεργειακές σχέσεις - να οδηγήσουν συν τω χρόνω στην εκτόνωση της δημιουργηθείσης έντασης και στην αναζήτηση οδών συνεργασίας.
Βέβαια, περί εντάξεως της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ουδείς πλέον σοβαρός λόγος. Επί δεκαετίες άλλωστε η ένταξη αυτή αποτελούσε όνειρο απατηλό -  με τους Ευρωπαίους να υποκρίνονται ότι την διαπραγματεύονται και με τους Τούρκους να υποκρίνονται ότι τους πιστεύουν. Και συνεπώς οι πρόσφατες εξελίξεις παρέχουν την ευκαιρία για την τοποθέτηση των ευρωτουρκικών σχέσεων σε ρεαλιστικότερη βάση. Προς την κατεύθυνση δε αυτή πιθανότατα θα συμβάλει και η Ουάσιγκτον υπό την κυβέρνηση Τραμπ. Η οποία ενώ, σε αντίθεση με τους προκατόχους της, δείχνει παγερά αδιάφορη έναντι της τουρκικής ευρωκοινοτικής προοπτικής, εμφανώς αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στη συνεργασία με την Άγκυρα - μεταξύ άλλων κατά του Ισλαμικού Κράτους. Όπως μαρτυρεί και το συγχαρητήριο τηλεφώνημα του Αμερικανού προέδρου προς τον Τούρκο ομόλογό του την επομένη του δημοψηφίσματος.  
Σημειωτέον ότι μια τέτοια εξέλιξη ανταποκρίνεται και στο ελληνικό εθνικό συμφέρον, στο μέτρο που αποκλείει την Τουρκία από τα κοινοτικά κέντρα στρατηγικών αποφάσεων, αλλά ευνοεί τη στενή σύνδεσή της με την Ευρωπαϊκή Ένωση - της οποίας ως μέλος έχουμε φυσικά τη δυνατότητα να συνδιαμορφώνουμε  τη στάση.

Κατά τα λοιπά, ο πρόεδρος Ερντογάν είναι, εκτός απροόπτου, ο δεδομένος ηγέτης της γείτονος για πλείονα έτη. Και επομένως ως προς το όλο πλέγμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων - Κυπριακό, Αιγαιακά, μεταναστευτικές ροές – αυτός θα είναι ο κύριος συνομιλητής μας. Η ψευδαίσθηση ότι είναι ετοιμόρροπος οδηγεί σε επικινδύνως παραπειστικά συμπεράσματα. Ενώ η επιπολαίως προτεινόμενη από ορισμένους – αλλά ευτυχώς διαχρονικά αποκρουόμενη από την επίσημη ελληνική Πολιτεία – συμπαράσταση σε στοιχεία στρεφόμενα κατά της τουρκικής κρατικής υπόστασης, όπως οι αποσχιστικοί Κούρδοι, αποτελεί σίγουρη συγκρουσιακή συνταγή.

Sunday, December 11, 2016

ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ: ΕΘΝΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ


Την ίδια στιγμή που η ελληνική κοινωνία αναζητεί διέξοδο από το τέλμα στο οποίο με επιταχυνόμενους ρυθμούς βυθίζεται, τα πολιτικά μας κόμματα επιδίδονται σε ιδεολογικές έριδες άσχετες, τόσο με την αγωνιώδη αυτή  αναζήτηση, όσο και με τη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα γενικότερα.
Εν πρώτοις, η διαιωνιζόμενη επικοινωνιακή αντιπαράθεση μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς στερείται σήμερα αντικειμενικού αντικρίσματος. Προϊόν της Γαλλικής Επανάστασης, κατέγραφε αρχικά τη σύγκρουση των δυνάμεων της κοινωνικοπολιτικής συντήρησης με εκείνες της ανατροπής. Μετά δε την Οκτωβριανή Επανάσταση χρησιμοποιήθηκε ως ισοδύναμο του διπόλου κομμουνισμός-αντικομμουνισμός. Αφότου όμως το σοβιετικό καθεστώς και η ιδεολογική του ατζέντα περιήλθαν στα αζήτητα της ιστορίας, η διάκριση αυτή απώλεσε το ουσιαστικό της περιεχόμενο. Ενώ η έκτοτε επιχειρούμενη σε επικοινωνιακό επίπεδο ταύτιση της Δεξιάς με τον πατριωτισμό και της Αριστεράς με την κοινωνική ευαισθησία προσκρούει στα ίδια τα πράγματα. Καθώς, ουκ ολίγα «αριστερά» καθεστώτα και πολιτικά κόμματα επιδίδονται σε ένα θορυβώδη εθνικισμό· και οι αντίστοιχες «δεξιές» δυνάμεις προτάσσουν κατά κανόνα ένα  εντόνως κοινωνικό πρόσωπο.
Εξ ίσου δε ανεδαφικές είναι η κατάταξη πολιτικών καθεστώτων και φορέων με κριτήριο τις κεκηρυγμένες ή εικαζόμενες οικονομικές τους ιδεοληψίες και οι  συναφείς κομματικές διαμάχες. Στο υπό διαμόρφωση παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον, δόγματα όπως ο οικονομικός φιλελευθερισμός, ο νεοφιλελευθερισμός, η σοσιαλδημοκρατία, ή οι διάφορες εκδοχές του σοσιαλισμού αδυνατούν να παράσχουν ολοκληρωμένες λύσεις στα πιεστικά και πολύπλοκα προβλήματα των λαών. Και συνακόλουθα, ενώ εξακολουθούν να προσφέρονται ως ιδεολογικά πολεμοφόδια στον αγώνα πολιτικής επικράτησης, υποκαθίστανται στην πράξη από την εμπειρική, επιλεκτική αξιοποίηση ολόκληρου του φάσματος των διαθέσιμων οικονομικών εργαλείων, σε συνάρτηση με τις ιδιάζουσες τοπικές ή και περιφερειακές συνθήκες. Όπως μαρτυρεί, επί παραδείγματι, η κινεζική ή η ρωσική εκδοχή του καπιταλισμού. Αλλά και η οικονομική πρακτική των «σοσιαλιστικής» ταυτότητας κυβερνήσεων της Γαλλίας ή της Ιταλίας - δυσδιάκριτη από εκείνη των «φιλελεύθερου» προσήμου κοινοτικών εταίρων· και αντιστρόφως. 
Κατά τα λοιπά,  γίνεται όλο και περισσότερο προφανές, ότι την εποχή μας σφραγίζουν δύο κυρίως φαινόμενα: Εν πρώτοις, η εισβολή των θρησκευτικών δοξασιών και παθών στον πολιτικό στίβο - κατά κύριο λόγο, αλλά ασφαλώς όχι αποκλειστικά, στον πολυάνθρωπο και γεωπολιτικά και γεωοικονομικά μείζονος σημασίας κόσμο του Ισλάμ· με επακόλουθο την αύξηση και όξυνση των εσωτερικών και διεθνών εντάσεων και συγκρούσεων και, ειδικότερα, την ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση της τρομοκρατίας. Και, κατά δεύτερο λόγο και σε πολύ ευρύτερη γεωγραφική κλίμακα, η αναζωπύρωση, ή κατά περίπτωση ανάδυση νέων, εθνοκρατικών ταυτοτήτων και πεποιθήσεων. Με τον εθνοκεντρισμό να εκδηλώνεται, όχι μόνο εκτός Ευρώπης, αλλά και στους κόλπους της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η οποία, αντί της Συμπολιτείας των αρχικών μεταπολεμικών οραμάτων, έχει μετεξελιχθεί σε μια, πρωτόγνωρα προωθημένη πράγματι, πλην όμως σαφώς διακρατική, σύμπραξη· η συμμετοχή στην οποία, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, σταθμίζεται από τα ενδιαφερόμενα κράτη με καθοριστικό γνώμονα τα εθνικά τους συμφέροντα.
***
Δεδομένων των διεθνών αυτών διεργασιών και των προκλήσεων που συνεπάγονται για την Ελλάδα και τον Ελληνισμό, οι «ταγοί» μας καλούνται να σοβαρευθούν: να θέσουν τέρμα στις διχαστικές ψευδοϊδεολογικές σκιαμαχίες τους· και να επικεντρωθούν στην κατάστρωση ολοκληρωμένης εθνικής στρατηγικής, με μοναδικό γνώμονα τον εθνικό ρεαλισμό. Ήτοι, την, υπό το φως των εκάστοτε εσωτερικών και εξωτερικών πραγματικοτήτων, υιοθέτηση των προσφορότερων επιλογών για την προάσπιση και προαγωγή των συμφερόντων του ελληνικού έθνους και κράτους.
Ενδεικτικώς:
·      Η στρατιωτική μας επάρκεια για την αποτροπή των διαφαινόμενων εξωτερικών απειλών και η διατήρηση της δημόσιας τάξης με την άτεγκτη εφαρμογή του νόμου προς όλες ανεξαιρέτως τις κατευθύνσεις αποτελούν θεμέλια της ύπαρξής μας ως ανεξάρτητης και ευνομούμενης πολιτείας. Και συνεπώς η κατά τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο εξασφάλισή τους συνιστά στοιχειώδες καθήκον των εκάστοτε κυβερνώντων, ασχέτως των όποιων «ιδεολογικών» προσήμων τους.
·      Πολιτιστικές αξίες, εθνική ασφάλεια, και οικονομικές σκοπιμότητες έχουν σταθερά και διαχρονικά τοποθετήσει την Ελλάδα στον Δυτικό χώρο. Κατά τα άλλα, οι χειρισμοί των σχέσεών μας με τις Δυτικές δυνάμεις και στους κόλπους των Δυτικών οργανισμών – είτε πρόκειται για το ΝΑΤΟ, είτε για την ΕΕ - πρέπει να διέπονται από τη, χωρίς ιδεολογικές αγκυλώσεις, ρεαλιστική αποτίμηση των εκάστοτε εθνικών διακυβευμάτων. Οι ιθύνοντές μας καλούνται να μεριμνήσουν για το μέλλον του Ελληνισμού· οι τύχες του Δυτικού Συστήματος και των συνιστωσών του εκφεύγουν της ουσιαστικής επιρροής τους.
·      Αφετηρία για την έξοδο από την παρούσα βασανιστική οικονομική κρίση πρέπει να είναι η συναίσθηση των δικών μας διαχρονικών ευθυνών. Η χρησιμοποίηση τρίτων ως αποδιοπομπαίων τράγων είναι αποπροσανατολιστική. Πηδαλιούχοι της ελληνικής οικονομίας είμαστε εμείς οι ίδιοι· οφείλουμε δε να λαμβάνουμε τα εκάστοτε επιβαλλόμενα μέτρα με κριτήριο την τεχνοκρατική τους καταλληλόλητα και απόδοση, και όχι δογματικές ιδεοληψίες ή μικροκομματικές επικοινωνιακές σκοπιμότητες.
·      Το βαθύτατα νοσούν εκπαιδευτικό μας σύστημα πρέπει να αναμορφωθεί έτσι ώστε να συμβάλλει αποτελεσματικά, τόσο στον εμπλουτισμό των γνώσεων και την επαγγελματική προετοιμασία των εκπαιδευομένων, όσο και στην κοινωνική υπευθυνότητα και το εθνικό τους φρόνημα – και άρα και στη διαφύλαξη της εθνικής μας ταυτότητας. Ενώ στο ψευδοδίλημμα δημόσια ή ιδιωτική παιδεία, ο εθνικός ρεαλισμός αντιτείνει: παιδεία ποιοτική, παρεχόμενη από ευρύ φάσμα φορέων, αλλά υπό κρατικό έλεγχο.
***
Τη διαμόρφωση και υλοποίηση μιας ολοκληρωμένης, ρεαλιστικής εθνικής στρατηγικής μόνο μια ισχυρή εκτελεστική εξουσία με θεσμικά κατοχυρωμένο χρονικό ορίζοντα μπορεί να φέρει εις πέρας. Η κυβερνητική όμως αστάθεια που νομοτελειακά εκτρέφει το πολιτειακό και κομματικό μας σύστημα καθιστά το προαπαιτούμενο αυτό ανέφικτο.
Ενώ τα περί από κοινού, από κυβέρνηση και αντιπολίτευση, χάραξης των στρατηγικών αξόνων της χώρας είναι εξωπραγματικά. Με τη σχετική ευθύνη να βαρύνει αποκλειστικά τους εκάστοτε κυβερνώντες. Η ανταλλαγή απόψεων και πληροφοριών μεταξύ των τελευταίων αυτών και των εκτός κυβέρνησης πολιτικών δυνάμεων είναι ασφαλώς λίαν επιθυμητή. Ωστόσο, προς τούτο προσφέρονται ήδη η Βουλή και οι αρμόδιες επιτροπές της. Οι οποίες όμως έχουν δυστυχώς εκφυλισθεί σε χώρο αδιέξοδων κοκορομαχιών. Και, κατά τα άλλα, δεν πρέπει να συγχέονται – όπως συχνά συμβαίνει στον δημόσιο διάλογο - με τον υφιστάμενο σε πολλά σοβαρά κράτη θεσμό του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας (ή προσφυέστερα, ίσως, Εθνικής Στρατηγικής): ενός συμβουλευτικού, συντονιστικού οργάνου υπό τον αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας - πρόεδρο της δημοκρατίας ή πρωθυπουργό.


Sunday, November 20, 2016

Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΕΔΡΙΑΣ ΝΤΟΝΑΛΝΤ ΤΡΑΜΠ


Το έντονο παγκόσμιο ενδιαφέρον για την έκβαση της αμερικανικής προεδρικής εκλογής, και, μετά την 8η Νοεμβρίου, για τις κατευθυντήριες εξωτερικές επιλογές του νέου ενοίκου του Λευκού Οίκου επιβεβαιώνει θεαματικά τον συνεχιζόμενο πρωταγωνιστικό, και εν πολλοίς καθοριστικό, διεθνή ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών – της πάντοτε κατά πολύ ισχυρότερης δύναμης ως προς όλους τους μείζονες συντελεστές ισχύος. Με το διεθνές, όμως, περιβάλλον να εμφανίζεται πλέον ιδιαίτερα ρευστό, σε σύγκριση, όχι μόνο με την – εφιαλτική, κατά τα λοιπά - ισορροπία τρόμου του Ψυχρού Πολέμου, αλλά και με την εν συνεχεία εικοσαετή μεταψυχροπολεμική «αμερικανική μονοπολική περίοδο».[i]
Και τούτο, πρωτίστως, λόγω της ισχυροποίησης, του αναβαθμισμένου ρόλου, και των διευρυμένων φιλοδοξιών των μεγάλων περιφερειακών δυνάμεων. Εκ των οποίων, Ρωσία και Κίνα θέτουν υπό έμπρακτη αμφισβήτηση την Pax Americana· ενώ από την άλλη η Ιαπωνία παραμένει προσηλωμένη στη συμμαχία της με την Ουάσιγκτον· και η Ινδία μετεξελίσσεται συν τω χρόνω σε άτυπο σύμμαχο των Αμερικανών.