Προδημοσίευση άρθρου από το τεύχος 155 των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ).
Εισαγωγή
ΗΠΑ και Ευρώπη, συμπράττοντας με γνώμονα κοινά διεθνοπολιτικά συμφέροντα
και εν ονόματι κοινών πολιτισμικών αξιών, αφού αντιμετώπισαν επιτυχώς την
υπαρξιακή σοβιετική απειλή, συνέχισαν να συμπλέουν στα ταραχώδη διεθνή ύδατα
της μετα-σοβιετικής εποχής, διαμορφώνοντας από κοινού, με την Ουάσιγκτον σε
ρόλο μεγάλου αδελφού, μια δυτικής έμπνευσης και εν πολλοίς υπό δυτικό έλεγχο «νέα
τάξη πραγμάτων». Η οποία, όμως, τελεί ήδη υπό εντεινόμενη, ενεργό αμφισβήτηση από
αναδυόμενες στο διεθνές στερέωμα
δυνάμεις. Με τις καταβαλλόμενες από δυτικής πλευράς προσπάθειες αντιμετώπισης της
μείζονος αυτής διεθνοπολιτικής πρόκλησης να οδηγούν στην επανεξέταση και
ενδεχομένως αναθεώρηση των όρων της ίδιας της ευρω-αμερικανικής συμμαχίας.
Η αμφισβήτηση
της δυτικής τάξης πραγμάτων
Την πιθανότατα κρισιμότερη, υπό δυτικό πρίσμα, μεταλλαγή στο παγκόσμιο
γεωπολιτικό και οικονομικό τοπίο συνιστά η δυναμική άνοδος της Κίνας. Η οποία διαθέτει
πλέον τη δεύτερη σε μέγεθος – κατά ονομαστικό ΑΕΠ – οικονομία παγκοσμίως. Και ως
προς τη σκληρή ισχύ, μολονότι οι στρατιωτικές της δαπάνες υπολείπονται μεγάλως
των αμερικανικών, διαθέτει τον πρώτο σε μόνιμο προσωπικό στρατό και το
μεγαλύτερο σε αριθμό πλοίων πολεμικό ναυτικό, καθώς και ένα ταχέως εκσυγχρονιζόμενο και
διευρυνόμενο πυρηνικό και πυραυλικό οπλοστάσιο.
Το εντυπωσιακό δε αυτό οικονομικο-τεχνολογικό και στρατιωτικό δυναμικό εργαλειοποιείται
από το Πεκίνο για να αμφισβητήσει την, κατά την αντίληψή του, παγκόσμια δυτική
«ηγεμονία», συγκροτώντας ένα εναλλακτικό διεθνές δίκτυο υπό τη δική του επιρροή.[1]
Ο έτερος μείζων αμφισβητίας της δυτικής πρωτοκαθεδρίας, η Ρωσία,
παρουσιάζει μια καθοριστικής σημασίας ιδιομορφία. Ενώ δηλαδή, ούτε το δημογραφικό
της δυναμικό, ούτε κυρίως, το μέγεθος της οικονομίας της – το ΑΕΠ της Γερμανίας
είναι υπερδιπλάσιο του ρωσικού – την κατατάσσει μεταξύ των κορυφαίων δυνάμεων
και, υπό την έποψη αυτή θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί περιφερειακή δύναμη, όπως
κάποτε την αποκάλεσε απαξιωτικά ο Αμερικανός πρόεδρος Ομπάμα,[2]
ως κάτοχος, παρά ταύτα του μεγαλύτερου πυρηνικού οπλοστασίου παγκοσμίως χρήζει ιδιαίτερα
προσεκτικού χειρισμού από τη Δύση.
Η δυτική, τέλος, επιρροή δοκιμάζεται και στους κόλπους του λεγόμενου Παγκόσμιου
Νότου – της πλειοψηφίας της ανθρωπότητας. Όπου ανερχόμενα κράτη – εξέχον παράδειγμα
η Ινδία – εκμεταλλεύονται τις εντάσεις μεταξύ Δύσης και Ευρασίας για να διεκδικήσουν
«μια θέση στον ήλιο». [3]
Προς αντιμετώπιση των υπαρξιακών αυτών προκλήσεων, στοιχειώδης στρατηγική
λογική επιβάλλει στις δυτικές δυνάμεις τη διαμόρφωση ενιαίου μετώπου. Εν
τούτοις, τόσο η αναθεώρηση των προτεραιοτήτων της αμερικανικής εξωτερικής
πολιτικής επί Τραμπ2, όσο και η πολυδιάσπαση του ευρωπαϊκού χώρου θέτει δυσυπέρβλητα
– αλλ’ όχι κατ’ ανάγκην ανυπέρβλητα – εμπόδια στη διατλαντική σύμπραξη.
Επιλογές ΜAGA και ευρωπαϊκός κατακερματισμός
Η ευρωπαϊκή πολιτική των ΗΠΑ γίνεται ευχερέστερα κατανοητή υπό το πρίσμα των
δύο πρόσφατων αμερικανικών στρατηγικών «πυξίδων»: της Στρατηγικής Εθνικής
Ασφάλειας (NSS) του 2025[4] και της Εθνικής
Αμυντικής Στρατηγικής (NDS)[5]
του 2026. Από τη συνδυαστική ανάγνωση των δύο αυτών βασικών κειμένων προκύπτει
ότι κορυφαία αμερικανική διεθνοπολιτική προτεραιότητα είναι ο έλεγχος του
Δυτικού Ημισφαιρίου – στον δημόσιο λόγο έχει γίνει αναφορά σε «Φρούριο Αμερική”
[Fortress America] και σε αναθεωρημένο Δόγμα Μονρόε – με αμέσως επόμενο σε σπουδαιότητα αντικειμενικό
σκοπό την ανάσχεση των επεκτατικών βλέψεων της «σχεδόν ισοτίμου ανταγωνιστού»
[near peer competitor] Κίνας.
Τις ευρωπαϊκές τοποθετήσεις έναντι των αμερικανικών αυτών στοχεύσεων χαρακτηρίζει
πρωτίστως στρατηγικός κατακερματισμός. Μολονότι οι Ευρωπαίοι, ως εθνικά κράτη, είναι πολλαπλώς παρόντες στον διεθνή στίβο, εκτός των άλλων και μέσω ορισμένων ευρωκοινοτικών
θεσμών, η Ευρώπη ως ενιαίος, συνεκτικός φορέας «λάμπει διά της απουσίας της». Η ως εκ τούτου δε ευρωπαϊκή πολυφωνία τείνει
να περιθωριοποιήσει τον ευρωπαϊκό ρόλο στους στρατηγικούς υπολογισμούς της
Ουάσιγκτον, δοκιμάζοντας και τις
διατλαντικές σχέσεις γενικότερα, επί ζημία και των δύο πλευρών του Ατλαντικού.
Μεσανατολικό
Χαρακτηριστικός της ευρω-αμερικανικής αυτής δυσλειτουργικότητας είναι ο
τρόπος αντιμετώπισης από ευρωπαϊκής πλευράς, αφ’ ενός, της αμερικανικής
ειρηνευτικής πρωτοβουλίας για τη Γάζα, και, αφ’ ετέρου, και κυρίως, της ισραελο-αμερικανικής
επίθεσης κατά του Ιράν.
Οι Ευρωπαίοι αρχηγοί κράτους ή κυβέρνησης που προσκλήθηκαν από τον πρόεδρο Τραμπ
να συμμετάσχουν στο υπό την προεδρία του «Συμβούλιο Ειρήνης» ούτε καν επιχείρησαν να συντονίσουν τις
απαντήσεις τους, οι οποίες κυμάνθηκαν από την αποδοχή έως την απόρριψη, με αρκετούς να τηρούν στάση
επιφυλακτική.[6] Και
όμως, η πρωτοβουλία αυτή αποτέλεσε σημαντική εξέλιξη στον ευρύτερο μεσανατολικό
χώρο – κατά την αντίληψη μάλιστα της Ουάσιγκτον έχει παγκόσμια εμβέλεια – [7]
και συνεπώς ενδιαφέρει άμεσα το σύνολο
των Ευρωπαίων.
Εξ ίσου δε ενδεικτική, αλλά με πολύ κρισιμότερες επιπτώσεις, είναι η ευρωπαϊκή
στρατηγική πολυδιάσπαση έναντι των στρατιωτικών επιχειρήσεων που η Ουάσιγκτον,
από κοινού με το Ισραήλ, ανέλαβε την 28η Φεβρουαρίου κατά του Ιράν. Χαρακτηριστικά:
Το Λονδίνο, αφού αρχικά απέκλεισε, εν συνεχεία ενέκρινε, υπό αυστηρούς όμως αμυντικούς
όρους, τη χρησιμοποίηση από τους Αμερικανούς ορισμένων βρετανικών στρατιωτικών
βάσεων ως ορμητηρίων για πλήγματα κατά του ιρανικού καθεστώτος. Στον αντίποδα,
ο Ισπανός πρωθυπουργός δήλωσε ευθέως, «απορρίπτουμε τη μονομερή στρατιωτική
ενέργεια των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ, η οποία συνιστά κλιμάκωση και
συντείνει σε μια αβεβαιότερη και εχθρικότερη διεθνή τάξη». [8]
Υιοθετώντας ενδιάμεση στάση, ο Γάλλος Πρόεδρος προειδοποίησε ότι «η έκρηξη πολέμου
μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ και Ιράν συνεπάγεται βαριές συνέπειες για
τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια». [9]
Ενώ ο Γερμανός καγκελάριος εμφανίσθηκε, ανήσυχος μεν για τις ενδεχόμενες
επιπτώσεις της πολεμικής κρίσης, επιφυλακτικός όμως ως προς τις προθέσεις της
κυβέρνησής του.[10] Ο
στρατηγικός δε αυτός κατακερματισμός περιστέλλει δραστικά τη δυνατότητα των Ευρωπαίων
να επηρεάσουν τις αποφάσεις της Ουάσιγκτον στον μεσανατολικό χώρο. [11]
Σινο-δυτικές σχέσεις
Στρατηγική αντιφατικότητα χαρακτηρίζει επίσης την ευρωπαϊκή στάση έναντι
της Κίνας – με ζημιογόνες και εδώ επιπτώσεις στη δυτική συνοχή. Η αόριστη
περιγραφή της ΛΔΚ ως «εταίρου, ανταγωνιστού, και συστημικού αντιπάλου» στις
κατευθυντήριες οδηγίες των Βρυξελλών μακράν απέχει του να καλύπτει την ανάγκη συντονισμένων
ευρωπαϊκών θέσεων. [12]
Εν πάση δε περιπτώσει, καθοριστικό κίνητρο των ευρωπαϊκών κρατών στις
συναλλαγές τους με το Πεκίνο είναι οι εθνικές τους προτεραιότητες. Με το
Ηνωμένο Βασίλειο να συνεχίζει την παραδοσιακή ευθυγράμμισή του με τις ΗΠΑ· τη γαλλική
πολιτική να φέρει τη σφραγίδα της διακηρυσσόμενης από τον πρόεδρο Μακρόν «στρατηγικής
αυτονομίας»· και το Βερολίνο, προτάσσοντας την αξιοποίηση της κινεζικής
αγοράς, να προκρίνει μια μη αντιπαραθετική, συναλλακτική σχέση με την κινεζική
ηγεσία.[13]
Η διάσταση δε μεταξύ των στρατηγικών ή/και οικονομικών και εμπορικών επιλογών
πλειόνων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και των αμερικανικών στοχεύσεων οδηγεί στην
υποβάθμιση του ευρωπαϊκού παράγοντα από
την Ουάσιγκτον και στον απωανατολικό
χώρο.
Κατά τα λοιπά, το Πεκίνο,
αξιοποιώντας το τεχνο-οικονομικό επενδυτικό του δυναμικό και δίνοντας το
προβάδισμα στις διχαστικές διμερείς συμφωνίες έναντι των πολυμερών, επωφελείται
του στρατηγικού κατακερματισμού της Ευρώπης για να διεισδύσει στα πλέον
ευπρόσβλητα μέλη της.
Ουκρανικό και σχέσεις με Ρωσία
Το κύριο όμως πεδίο εκδήλωσης των ενδο-δυτικών διεθνοπολιτικών
διαφοροποιήσεων και αντιθέσεων είναι ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι συνυφασμένες
με αυτόν σχέσεις της Δύσης με τη Ρωσία.
Έναντι των μειζόνων αυτών γεωστρατηγικών
προκλήσεων Ευρωπαίοι και Αμερικανοί ακολούθησαν αρχικά παράλληλη πορεία:
καταδίκασαν απερίφραστα τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία· επέβαλαν στη Μόσχα
κυρώσεις· στήριξαν εμμέσως αλλά πολυσχιδώς την αμυντική προσπάθεια του Κιέβου·
και ανέδειξαν την ανάγκη ενίσχυσης του ευρωπαϊκού στρατιωτικού δυναμικού. Συν
τω χρόνω, όμως, η συμπόρευση αυτή δοκιμάζεται από διαφωνίες στους κόλπους των
ευρω-ατλαντικών συμμάχων, μεταξύ άλλων: ως προς τους όρους ενδεχόμενης
ειρηνευτικής συμφωνίας· ως προς την ύπαρξη «ρωσικού κινδύνου»· και, κυρίως ίσως,
ως προς τη μεθόδευση της επιχειρούμενης ευρωπαϊκής εξοπλιστικής προσπάθειας.
Ειδικότερα:
Στο πνεύμα της επίσημης αμερικανικής εθνικής στρατηγικής, ο πρόεδρος
Τραμπ έχει επιδιώξει τον ταχύτερο
δυνατόν τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, προκειμένου, αφενός, να
δυσχερανθεί η στρατηγική ευθυγράμμιση της Ρωσίας με το Πεκίνο, και, αφετέρου,
να καταστεί εφικτή η απόσυρση μέρους των εν Ευρώπη αμερικανικών στρατιωτικών
πόρων προς ανάπτυξη σε αποστολές υψηλότερης ή άμεσης προτεραιότητας – στην
αμερικανική ήπειρο, στον Ειρηνικό-Ινδικό ή στον ευρύτερο μεσανατολικό χώρο. Ενώ
είναι αβέβαιο κατά πόσον ο ειρηνευτικός του
ζήλος επηρεάζεται και από τις φημολογούμενες ελκυστικές οικονομικές προτάσεις της
ρωσικής πλευράς.[14] Οπωσδήποτε,
όμως, ο Αμερικανός πρόεδρος προωθεί ειρηνευτικές λύσεις αντανακλώσες τον ρωσο-ουκρανικό
συσχετισμό ισχύος επί του πεδίου, [15]
και άρα καθ’ υπόθεση αποδεκτές από τη ρωσική ηγεσία. Τη συναίνεση, ωστόσο, της
οποίας προσπαθεί να αποσπάσει και μέσω της συνεχιζόμενης άσκησης οικονομικών κυρώσεων και
πιέσεων, αν και περισσότερο ευέλικτων και επιλεκτικών.
Η αμερικανική αυτή ειρηνευτική προσπάθεια έχει μέχρι στιγμής προσκρούσει στην
αναμενόμενη αντίθεση του Ουκρανού προέδρου, αλλά, όπερ κρισιμότερο για τις
ευρωαμερικανικές σχέσεις, και στη στάση πλειόνων Ευρωπαίων ηγετών, οι οποίοι, επικαλούμενοι τη ρωσική απειλή κατά της
Ευρώπης, έχουν ενθαρρύνει τον μαξιμαλισμό του Κιέβου – επισύροντας έτσι τη δυσανασχέτηση
της Ουάσιγκτον και την επαναλαμβανόμενη, αν και μάλλον προσχηματική, απειλή του προέδρου Τραμπ ότι σε περίπτωση αδιεξόδου θα θέσει
τέλος στη διαμεσολάβησή του.
Η Ρωσία φέρει βαρύτατες ευθύνες για την κρίση στην Ουκρανία και ασφαλώς ακέραιες για τις τρέχουσες εχθροπραξίες,
αλλά, παρά τη διάχυτη κινδυνολογία στον δυτικό, ιδίως στον ευρωπαϊκό, δημόσιο
λόγο, δεν συνιστά υπαρξιακή απειλή κατά της Ευρώπης.[16] Εσφαλμένοι ωστόσο δυτικοί χειρισμοί ενδέχεται πράγματι να
την καταστήσουν μείζονα παράγοντα περιφερειακής αστάθειας.[17]
Ευρωπαϊκή στρατηγική αυτοδυναμία και ΚΠΑΑ
Στενά συνδεδεμένες με την αντιπαράθεση αυτή περί το Ουκρανικό και ακόμη
κρισιμότερες για τη διατλαντική συνοχή είναι οι αποκλίνουσες ενδο-συμμαχικές τοποθετήσεις
έναντι του ευρωπαϊκού επανεξοπλισμού. Η αναγκαιότητα μεν του οποίου αναγνωρίζεται
ευρέως στους συμμαχικούς κόλπους – η ανάληψη από τους Ευρωπαίους συμμάχους μεγαλύτερου
μεριδίου της συλλογικής άμυνας στο νατοϊκό πλαίσιο είναι πάγιο αίτημα του
Αμερικανού προέδρου – οι απόψεις όμως, τόσο για τα κίνητρα, όσο και για τον
τρόπο της πραγμάτωσής του διίστανται. Με ορισμένους Ευρωπαίους ηγέτες να τον
αντιλαμβάνονται ως προπαρασκευή για μια οιονεί αναπόφευκτη στρατιωτική
σύγκρουση με τη Μόσχα, αλλά και ως υποκατάστατο της αμερικανικής συμβολής στην
άμυνα της Ευρώπης.
Ιδιαίτερο εν προκειμένω ενδιαφέρον παρουσιάζει η – διαχρονική – αντίληψη του
Γάλλου προέδρου για την «ευρωπαϊκή στρατηγική αυτοδυναμία», στο μέτρο
που υποδηλώνει διάθεση, αν όχι πρόθεση, αποσύνδεσης της ευρωπαϊκής άμυνας από
την Ουάσιγκτον. Χαρακτηριστικά, σε πρόσφατη συνέντευξή του με ευρωπαϊκές
εφημερίδες, ο πρόεδρος Μακρόν υποστήριξε ότι η κυβέρνηση Τραμπ είναι «ευθέως
αντι-ευρωπαϊκή» και επιζητεί «τον διαμελισμό της ΕΕ», αλλά και ότι «αντιμετωπίζουμε
ένα κινεζικό τσουνάμι στο εμπορικό μέτωπο και συνεχή αστάθεια από αμερικανικής
πλευράς, με τις δύο αυτές κρίσεις να αποτελούν ένα βαρύ πλήγμα – μια τομή [rupture] …για
τους Ευρωπαίους» – εξισώνοντας, τρόπον
τινά, ως προς την απειλή κατά της Ευρώπης, την εν δυνάμει αντίπαλο Κίνα με τη νατοϊκή
σύμμαχο Αμερική. [18]
Η «Κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας» (ΚΠΑΑ) αποτελεί από μακρού, και ευλόγως, κεκηρυγμένη ευρωκοινοτική επιδίωξη. Μέχρι
στιγμής, όμως, είναι γράμμα νεκρό. Ειδικότερα, σε αντιδιαστολή με τις επί
μέρους, ευκαιριακές ευρωπαϊκές
ομαδοποιήσεις, η χάραξη ενιαίας ευρωπαϊκής στρατηγικής, ήτοι η βασικότερη
προϋπόθεση για την επιτυχή αξιοποίηση των εν δυνάμει σημαντικότατων ευρωπαϊκών
στρατιωτικών πόρων, [19]
αποδεικνύεται ανέφικτη – σε αντίθεση, σημειωτέον, με τα ισχύοντα στην Ατλαντική
Συμμαχία, όπου η αμερικανική ηγετική συμμετοχή συμβάλλει καθοριστικά στην εξασφάλιση
της αναγκαίας ομοφωνίας.
Αλλά και υπό τις ευνοϊκότερες συνθήκες, η ΚΑΠΑΑ αποκλείεται, σύμφωνα με σοβαρές
εκτιμήσεις, [20] να λάβει
σάρκα και οστά σε χρόνο επιτρέποντα την έγκαιρη αξιοποίησή της έναντι της
Μόσχας. Εν πάση δε περιπτώσει, η αμυντική σύζευξη των ευρωπαϊκών κρατών με την
αμερικανική υπερδύναμη, ιδιαίτατα μέσω ΝΑΤΟ, θα παραμείνει επ’ αόριστον ζωτικής
σημασίας – και για τις δύο, άλλωστε, πλευρές του Ατλαντικού.
Η αναντικατάστατη αμερικανική στρατηγική κάλυψη
Για την ευρωπαϊκή πλευρά, η
στρατηγική κάλυψη που παρέχουν οι ΗΠΑ έναντι του πυρηνικού κολοσσού που είναι η
Ρωσία, αλλά και του σημαντικού και συνεχώς αναβαθμιζόμενου κινεζικού πυρηνικού
οπλοστασίου, είναι απλώς αναντικατάστατη. Οι σκέψεις περί δημιουργίας ενός κοινού
ευρωπαϊκού πυρηνικού αποτρεπτικού βρίσκονται σε εντελώς προκαταρκτικό στάδιο, με
άκρως αβέβαιη προοπτική· και πάντως το εγχείρημα αντιμετωπίζεται ως
συμπληρωματικό της αμερικανικής στρατηγικής εγγύησης. Κατά τον Γενικό Γραμματέα
του ΝΑΤΟ και πρώην Ολλανδό πρωθυπουργό Μαρκ Ρούτε, «ουδείς στην Ευρώπη υποστηρίζει»
την «αντικατάσταση της πυρηνικής ομπρέλας των Ηνωμένων Πολιτειών».[21]
Θα ήταν δε αυτοκαταστροφικό για τους Ευρωπαίους, εάν η ιδιόρρυθμη, συχνά υπεροπτική
και ενίοτε απαξιωτική μεταχείρισή τους από τον πρόεδρο Τραμπ, με κραυγαλέα
περίπτωση την αντιπαράθεση περί το Γροιλανδικό, ή ο οχληρός ιδεολογικός ζήλος ορισμένων εκπροσώπων
της Ουάσιγκτον σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, [22]
τους απέκρυπτε τη θέα των ζωτικών στρατηγικών τους συμφερόντων ή τους απέτρεπε
από την εξυπηρέτησή τους.
Η ευρω-ατλαντική όμως συνοχή είναι πολλαπλώς συμφέρουσα και στους
Αμερικανούς. Όχι μόνο διευκολύνει τους χειρισμούς έναντι της Μόσχας και λειτουργεί
ως ανάχωμα στον επεκτατισμό του Πεκίνου στην Ευρασία, αλλά συμβάλλει – ή
ακριβέστερα, καταλλήλως αξιοποιούμενη, μπορεί να συμβάλει – και στην τόνωση της
δυτικής παρουσίας στον Παγκόσμιο Νότο, όπου η Ευρώπη εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά
ερείσματα· και συγχρόνως, όχι ευκαταφρόνητο ιδίως υπό τις κρατούσες διεθνοπολιτικές
συνθήκες, συντείνει στην τόνωση της «ήπιας ισχύος» του Δυτικού Κόσμου.
Εν κατακλείδι
[1] https://www.aljazeera.com/news/2026/1/26/what-role-is-china-playing-in-global-geopolitical-transformations
[2] https://www.reuters.com/article/world/obama-in-dig-at-putin-calls-russia-regional-power-idUSBREA2O19J/
[3] https://www.globaltimes.cn/page/202603/1356117.shtml
[4] https://www.whitehouse.gov/wp-content/uploads/2025/12/2025-National-Security-Strategy.pdf
[5] https://media.defense.gov/2026/Jan/23/2003864773/-1/-1/0/2026-NATIONAL-DEFENSE-STRATEGY.PDF
[6] https://www.euractiv.com/news/country-by-country-where-eu-countries-stand-on-trumps-board-of-peace/
[7] https://apnews.com/article/board-of-peace-explainer-trump-gaza-meeting-32c489a86937f91d6649df4f48f1dcdc
[8] https://www.euronews.com/my-europe/2026/02/28/spain-slams-us-and-israeli-strikes-on-iran-reflecting-shift-in-foreign-policy?utm_source=chatgpt.com
[9] https://www.breitbart.com/europe/2026/02/28/frances-macron-calls-for-urgent-un-security-council-meeting-over-iran-socialist-spanish-pm-rejects-u-s-strikes/
[10] https://www.radioemscherlippe.de/artikel/merz-weist-auf-risiken-der-angriffe-auf-den-iran-hin-25872
[11]Κατά τη σύνταξη του παρόντος, συντονιστικό
έλλειμμα και αντίστοιχα μειωμένη αποτελεσματικότητα χαρακτηρίζουν και τις
επεμβάσεις των ευρωπαϊκών κρατών για την προστασία στρατιωτικών τους βάσεων
κατά ιρανικών επιθέσεων, https://www.nytimes.com/2026/03/15/world/europe/europe-iran-military.html
[12]https://www.eeas.europa.eu/eeas/eu-china-relations-factsheet_en#:~:text=The%20EU%20sees%20China%20as%20a%20partner,and%20export%20controls%20on%20critical%20raw%20materials.
[13] https://www.dw.com/en/china-overtakes-us-to-become-germanys-top-trading-partner/a-76057129
[14] https://www.nytimes.com/2026/02/19/us/politics/trump-russia-deals-novatek.html
[15] https://www.foreignaffairs.com/russia/ukraine-losing-war
[16]
https://cirsd.org/horizon-article/is-russia-really-a-threat-to-europe-2/
[17]
https://egmontinstitute.be/russia-europe-and-the-danger-of-strategic-reassurance/
[18]https://cyprus-mail.com/2026/02/10/macron-warns-of-more-us-hostility-urges-eu-to-use-greenland-moment-to-push-reforms
[19] Σύμφωνα με την Στρατηγική Εθνικής
Στρατηγικής των ΗΠ Α, «το ευρωπαϊκό ΝΑΤΟ επισκιάζει (dwarfs] τη
Ρωσία ως προς την οικονομία, τον πληθυσμό, και, συνεπώς, την εν δυνάμει
στρατιωτική ισχύ», https://media.defense.gov/2026/Jan/23/2003864773/-1/-1/0/2026-NATIONAL-DEFENSE-STRATEGY.PDF
[20] https://cepa.org/article/how-long-before-europe-alone-can-fight-russia/
[21] https://www.euractiv.com/news/nobody-in-europe-arguing-to-replace-us-nuclear-umbrella-nato-chief-says/
[22] https://www.wsj.com/world/europe/trump-diplomats-bashing-europe-get-a-sharp-reply-butt-out-cf00bb18?mod=world_lead_pos3
[23] https://www.state.gov/releases/office-of-the-spokesperson/2026/02/secretary-of-state-marco-rubio-at-the-munich-security-conference
[24] https://us.diplomatie.gouv.fr/en/munich-security-conference-0
No comments:
Post a Comment